Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ομόνοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ομόνοια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο αββάς Ζωσιμάς για την αγάπη και την ομόνοια

          

Ο αββάς Ζωσιμάς διηγήθηκε: «Κάποτε που πήγα στην αγία πόλη, την Ιερουσαλήμ, με πλησίασε ένας ευλαβής χριστιανός και μου είπε· “Αββά, έχω συγκάτοικο τον αδελφό μου, και από ενέργεια του πονηρού είχαμε κάποια διαφορά μεταξύ μας. Ύστερα εγώ ζητούσα συγγνώμη, εκείνος όμως δεν θέλει να συμφιλιωθούμε. Σε παρακαλώ λοιπόν, για τον Κύριο, μίλησέ του για να μονοιάσουμε”.

» Εγώ, όταν τον άκουσα, κάλεσα αμέσως τον αδελφό του και του είπα όσα παρακινούν σε αγάπη και ομόνοια. Εκείνος έδειξε στην αρχή να πείθεται, έπειτα όμως σκέφτηκε και μου είπε· “Δεν μπορώ να συμφιλιωθώ με αυτόν, γιατί ορκίστηκα στον Σταυρό να μείνω για πάντα ασυμφιλίωτος”. Εγώ τότε χαμογέλασα και του απάντησα· “Ο όρκος σου, αδελφέ, έχει τέτοιο νόημα, που είναι σαν να είπες· ‘Μα τον τίμιο Σταυρό σου, Χριστέ, δεν θα τηρήσω τις εντολές σου, αλλά θα κάνω το θέλημα του εχθρού σου του διαβόλου’. Όχι μόνο λοιπόν, αδελφέ, δεν οφείλεις να τηρήσεις αυτό, για το οποίο κακώς ορκίστηκες, αλλά οφείλεις και να μετανοήσεις και να λυπηθείς γι’ αυτό, και να κατηγορήσεις την απερισκεψία σου, έτσι ώστε να μην παρασυρθείς πια από αυτήν. Και ο Ηρώδης, αν είχε μετανοήσει και δεν τηρούσε τον όρκο του, δεν θα είχε κάνει εκείνο τον φοβερό φόνο, αποκεφαλίζοντας τον Πρόδρομο του Χριστού”.

» Ο αδελφός ένιωσε κατάνυξη από αυτά και έβαλε μετάνοια στον αδελφό του και σ’ εμένα. Έτσι, με τη χάρη του Θεού, ενώθηκαν και πάλι με την αγάπη».

Ἰωσὴφ Βρυέννιος – Τὸ ναὶ ναί· καὶ τὸ οὒ οὔ.


Ἰωσὴφ Βρυέννιος – Τὸ ναὶ ναί· καὶ τὸ οὒ οὔ

(ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν. Ματθ. ε´ 37) Περιέχεται εἰς τὴν ἔκδοση: Ἰωσὴφ Βρυεννίου, Τὰ Εὑρεθέντα – τόμος Β´ σελ. 22


Ἐστὶ κακὴ ὁμόνοια, καὶ καλὴ διαφωνία· ἐστὶ σχισθῆναι καλῶς, καὶ ὁμονοῆσαι κακῶς· οἷς γὰρ ἡ φιλία ἀπωλείας πρόξενος, τούτοις τὸ μῖσος ἀρετῆς ὑπόθεσις γίνεται· καὶ κρείσσων ἐμπαθοῦς ὁμονοίας, ἡ ὑπὲρ ἀπαθείας διάστασις· καλὸν τὸ εἰρηνεύειν πρὸς πάντας, ἀλλ᾿ ὁμονοοῦντας πρὸς τὴν εὐσεβειαν· ἡ γὰρ εἰρήνη μετὰ μὲν τοῦ δικαίου καὶ πρέποντος, κάλλιστόν ἐστι κτῆμα καὶ λυσιτελέστατον, μετὰ δὲ κακίας, ἢ δουλείας ἐπονειδίστου, πάντων αἴσχιστόν τε καὶ βλαβερώτατον. Ἐπεὶ οὐδεὶς δύναται κτήσασθαι τὴν ἀγάπην τῶν πονηρῶν καὶ κακῶν, χωρὶς κακίας καὶ πονηρίας· μεγάλη δὲ ἀρετὴ τοῦ δικαίου, ὅταν ἔχῃ τοὺς τοῦ Θεοῦ ἐχθρούς, ἐχθρούς· καὶ τοὺς αὐτοῦ φίλους, φίλους· ὥσπερ μεγάλη κακία ἁμαρτωλοῦ, ὅταν τοὺς τοῦ Θεοῦ φίλους ἔχῃ ἐχθρούς, καὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ φίλους.

Σύνοδος τῆς Σαρδικῆς, ΠΡΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ:

ΚΑΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ (ΠΑΠΙΚΟΥΣ καὶ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΕΣ)





«Σπουδάσατε τὴν ὁμοφωνίαν διασῴζεσθαι»


ταν ἀκόμα ὁ Ἀρειανισμὸς ἦταν ζωντανός, παρὰ τὴν καταδίκη του ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἀφοῦ μὲ τὴν βοήθεια καὶ τῶν αἱρετικῶν αὐτοκρατόρων κάποιες Ἐπισκοπὲς –μὲ Ὀρθόδοξο πλήρωμα– τὶς κατεῖχαν Ἀρειανοί, καὶ ἔτσι ὑπῆρχε μεγάλη σύγχυση καὶ ἀκαταστασία εἰς τὰ τῆς Πίστεως, ἡ Σύνοδος τῆς Σαρδικῆς ἀποστέλει ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς ἀπόντες Ἐπισκόπους καὶ τοὺς λέγει:
Οἱ αἱρετικοὶ ἀξίζουν ἀναθέματος, ὄχι γιατὶ παρέβησαν κάποιο Κανόνα, ἀλλὰ γιατὶ καπηλεύτηκαν καὶ νόθευσαν τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Ἰσχύει, λοιπόν, γι’ αὐτοὺς  ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου «εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ' ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω», ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὁποίου δὲν χρειάζεται τὸ στήριγμα οὐδενὸς Κανόνος. Ὁ ἀναθεματισμὸς δηλαδή, δὲν προέρχεται ἀπὸ κάποια δική μας συνοδικὴ ἀπόφαση, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ἐφαρμογὴ τῶν λόγων τοῦ Ἀποστόλου.
Ὡς ἐκ τούτου, οἱ ἀποφάσεις τῶν ἐν  Συνόδῳ  Ἁγίων Πατέρων καὶ οἱ Ἱ. Κανόνες δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο παρὰ ἐφαρμόζουν καὶ ἑρμηνεύουν τὸ Εὐαγγέλιο. Εἶναι δηλαδὴ ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου ἀναθεματισμένος καθένας ποὺ παραχαράσσει τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Ἀσφαλῶς διὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη, εἶναι ἀπαραίτητες καὶ οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων.
Καὶ παραγγέλει ἡ Σύνοδος: οὐδεμία κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς. Μακριὰ ἀπὸ αὐτούς. Οὔτε νὰ γράφετε σὲ αὐτούς, οὔτε νὰ παραλαμβάνετε τὰ γράμματά τους!
Καὶ ἐσεῖς (συνεχίζει πρὸς τοὺς ἀπόντες τῆς Συνόδου Ἐπισκόπους-συλλειτουργούς), φροντίστε νὰ ἐφαρμόσετε τὶς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν καὶ νὰ μὴ κοινωνεῖτε μὲ αὐτούς, γιατὶ μόνο ἔτσι διασώζεται ἡ ἐν Χριστῷ ὁμοφωνία, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἀπουσιάζει στὴν σύγχρονη τοπικὴ, ἀλλὰ καὶ πανορθόδοξη Σύνοδο Ἐπισκόπων!

«Ἡ ἁγία σύνοδος ἡ κατὰ θεοῦ χάριν ἐν Σαρδικῇ συναχθεῖσα τοῖς ἁπανταχοῦ ἐπισκόποις... ἐν κυρίῳ χαίρειν. 
Ἔστωσαν τοίνυν ὑμῖν ἀνάθεμα διὰ τὸ «κεκαπηλευκέναι τὸν λόγον» τῆς ἀληθείας· ἀποστολικὸν ἔστι παράγγελμα· «εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ' ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω». τούτοις μηδένα κοινωνεῖν παραγγείλατε· «οὐδεμία γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος». τούτους πάντας μακρὰν ποιεῖτε· «οὐδεμία γὰρ συμφωνία Χριστῷ πρὸς Βελίαρ». καὶ φυλάξασθε, ἀγαπητοί, μήτε γράφειν πρὸς αὐτοὺς μήτε γράμματα παρ' αὐτῶν δέχεσθαι. σπουδάσατε δὲ μᾶλλον καὶ ὑμεῖς, ἀδελφοὶ καὶ συλλειτουργοί, «ὡς τῷ πνεύματι παρόντες» τῇ συνόδῳ ἡμῶν συνεπιψηφίσασθαι δι' ὑπογραφῆς ὑμετέρας ὑπὲρ τοῦ παρὰ πάντων τῶν πανταχοῦ συλλειτουργῶν τὴν ὁμοφωνίαν διασῴζεσθαι».
(Στὸ ἔργο τοῦ Μ. Ἀθανασίου, Apologia contra Arianos sive Apologia secunda, TLG, Chapter 50, section 2, line 266).

(*) Σαρδική Σύνοδος. Σημαντική εκκλησιαστική σύνοδος, η οποία είχε τον χαρακτήρα οικουμενικής και συγκλήθηκε το 343 μ.Χ. στην πόλη Σαρδική (σημερινή Σόφια) από τους αυτοκράτορες του Δυτικού και του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, Κώνστα Α’ και Κωνστάντιο, αντιστοίχως, για να επιχειρηθεί συμβιβασμός ανάμεσα στους ορθόδοξους χριστιανούς και στην αίρεση των αρειανών (προς τους οποίους ήταν ευμενώς διακείμενος ο Κωνστάντιος).

Ὁ Ἅγ. Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης σχετικὰ μὲ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν Ἐκκλησία



Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

«Τιμὴ Ἁγίων, μίμησις Ἁγίων». Αὐτὴ εἶναι ἡ διδαχὴ τῆς Ἐκκλησίας μας σχετικὰ μὲ τὸν τρόπο ποὺ πρέπει νὰ τιμοῦμε τοὺς Ἁγίους Της: «μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ. Ἐπαινῶ δὲ ὑμᾶς, ὅτι πάντα μου μέμνησθε καὶ καθὼς παρέδωκα ὑμῖν τὰς παραδόσεις κατέχετε» (Α΄ Κορ. 11). Νὰ μιμηθοῦμε λοιπὸν τοὺς Ἁγίους μας σημαίνει ὄχι μόνο νὰ ἔχουμε συνέχεια στὴν μνήμη μας τὸν τρόπο ποὺ ζοῦσαν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀκολουθοῦμε καὶ νὰ ἐφαρμόζουμε τὶς διδαχές τους, ὅπως αὐτοὶ μᾶς τὶς παρέδωσαν. Ἰδίως σήμερα μὲ τὴν ἐπικράτηση τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὴν σύγχυση καὶ τὴν χαώδης κατάσταση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικαιρότητας ὁ λόγος τῶν Ἁγίων καὶ ἡ παραδοχή του ἐκ μέρους μας εἶναι παραπάνω ἀπὸ ἐπιτακτική. Τί θὰ ἔλεγαν γιὰ τὴν σημερινὴ χαοτικὴ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση, ἂν ζοῦσαν σήμερα οἱ Ἅγιοι μας;

Ἂς πάρουμε ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὶς ἐπιστολές τοῦ Ἁγ. Ἰσιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου, ὁ ὁποῖος ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχή του καὶ ἐνῶ ἀκόμα ζοῦσε, φαινόταν ὁμολογουμένως νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὁ ὑμνογράφος: «Βίβλος γνώσεως διδασκαλίας, πλούτῳ πίστεως συντεταγμένη, τῷ πανάγνῳ ἀνεδείχθης ἐν πνεύματι, ἀνακαλύπτων τὰ θεῖα τοῖς χρῄζουσι καὶ τὴν ζωήν θησαυρίζων τοῖς θέλουσι». Ἡ γλώσσα τοῦ ἁγίου εἶναι γεμάτη ἀγάπη, εἶναι παραινετική, συμβουλευτική, ἀλλὰ παράλληλα καυστικὴ καὶ ἀκριβοδίκαιη, μὴ λαμβάνοντας ὑπόψη ἀξιώματα καὶ σκοπιμότητες, ἀλλὰ ἀποσκοπώντας μόνον στὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν καὶ στὴν δόξα τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς κείμενο χρησιμοποιῶ τὴν νεοελληνικὴ μετάφραση τῶν ἐπιστολῶν του ἀπὸ τό: Ἰσιδώρου Πηλουσιώτου, Ἅπαντα τὰ ἔργα, ἐκδ. «Τὸ Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη, 2000.


Περὶ ὁμονοίας καὶ γιὰ ὅσους λόγῳ ἀνθρωπίνων παθῶν δὲν μποροῦν νὰ ὁμονοήσουν.

«Τραγωδία δε και γέλως άντικρυς…»!



                                
Δυστυχῶς στὸ χῶρο τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἀγώνα, ἀντὶ γιὰ ἑνότητα καὶ κοινὴ δράση κατὰ τῆς αἱρέσεως, συνεχίζεται καὶ ἐντείνεται ἡ προσπάθεια ἐπικρατήσεως προσώπων καὶ προσωπικῶν ἐπιλογῶν.
Τὸ μεγάλο κατόρθωμα τῶν Χριστιανῶν τὸ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εὐλογούμενο καὶ μακαριζόμενο, ἡ ἑνότητα, ἔχει διαγραφεῖ ἀπὸ τὸ λεξιλόγιό κυρίως   τῶν Ποιμένων καὶ τὶς ἐπιδιώξεις τῶν καθ’ ὁμάδας ἀγωνιζομένων. Ἡ ἔκκληση –ποὺ καὶ παλαιότερα πολλὲς φορὲς ἔγινε– γιὰ τὴν συμπόρευση ὅλων καὶ τὴν συμφωνία γιὰ τὸ πρωτεῦον, περιφρονήθηκε καὶ ἔπεσε στὸ κενό! Καὶ τὸ πρωτεῦον αὐτὴ τὴν στιγμὴ εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν πανθομολογούμενη παναίρεση, ἀπὸ ὅσους τὴν διακινοῦν καὶ ὅσους κοινωνοῦν μαζί τους, μὲ βάση τὴν στάση τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν Συνόδων, ὅπως αὐτὴ ἀποδεδειγμένα μαρτυρεῖται ἀπὸ τὰ κείμενα κι ὄχι ὅπως ἑρμηνεύεται ἀπὸ τὸν καθένα.
Ἂς προσέξουν οἱ ὑπεύθυνοι μήπως ὁδηγοῦν τὸν ἀγώνα –μὲ πεῖσμα καὶ ἀντιπάθειες– σὲ τραγικὴ ἀδιέξοδο. Ὅπως αὐτὴ ποὺ διεκτραγωδεῖ ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος ἱστορώντας τὰ πρὶν τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (325) γεγονότα καὶ τὴν φοβερὴ σύγχυση ποὺ τότε ἐπικρατοῦσε καὶ συναγωνίζεται τὴν σύγχυση τῶν ἡμερῶν μας.
Γράφει ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος:
«Τοῖς δὲ κατ’ Αἴγυπτον καὶ ταῖς ἁπανταχοῦ ἐκκλησίαις διασπαρείσης τῆς αἱρέσεως (σ.σ.: πρόκειται γιὰ τὸν Ἀρειανισμό, ποὺ ἤδη εἶχε καταδικαστεῖ ἀπὸ δύο (2) Συνόδους ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας), ἔρις ἐν ἑκάστοις ἄμαχος ἀνηγείρετο. Ὁ δὲ κοινὸς ὄχλος κρίνων ἦν τὰ τοιαῦτα· καὶ ἐπ’ ἀγοραῖς προὔκειντο, τῶν μὲν τοῖσδε, τῶν δ’ ἐκείνοις προστιθεμένων καὶ ἐπικλινομένων. Τραγῳδία δὲ καὶ γέλως ἄντικρυς τὰ δρώμενα ἦσαν. Οὐ γὰρ ἀλλόγλωσσοι ταῖς ἐκκλησίαις ἐπεστράτευον, ἀλλ’ ὁμοδίαιτοι καὶ ὁμόφιλοι κατ’ ἀλλήλων ὡπλίζοντο, ταῖς γλώσσαις οἷα δόρασι χρώμενοι· καὶ ὑπ’ ἀλλήλων κατησθίοντο ἕκαστοι.

Φίλος μεν ο Χριστός φίλτατος δε ο γέρων


Ἡ σημερινὴ θλιβερὴ κατάσταση καὶ οἱ θεραπευτικὲς συμβουλὲς τοῦ Μ. Βασιλείου

Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

ν μελετήσει κάποιος τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς ἀγῶνες Της ἐνάντια στὶς αἱρέσεις, θὰ παρατηρήσει, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀγῶνες –ἀνεξαρτήτως χρόνου, τόπου καὶ προσώπων– εἶχαν ὡς κοινὰ χαρακτηριστικὰ τὴν προσεκτικὴ μελέτη καὶ ἐφαρμογὴ τῆς προφορικῆς καὶ γραπτῆς Ἱερᾶς Παράδοσης μας, τὴν ἀπολυτότητα τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας, τὴν συμφωνία τῶν ἑκάστοτε ἀγωνιστῶν μὲ τὴν διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων ὡς ἀσφαλῶν ὁδοδεικτῶν γιὰ τὴν ἀποφυγὴ λαθῶν καὶ λοξοδρόμησης ἀπὸ τὸν ἀσφαλῆ δρόμο.

Ὅσον ἀφορᾶ τὸ θέμα τῆς Ἀληθείας δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἀποκεκαλυμμένη Ἀλήθεια εἶναι ἀπόλυτη καὶ ἀκέραιη. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας Προφήτης, οὔτε ἕνας Ἀπόστολος, οὔτε ἕνας Ἅγιος, ὁ ὁποῖος ἔκανε συμβιβασμοὺς στὸ θέμα τῆς Ἀληθείας. Ἀντιθέτως ὑπέφεραν, βασανίστηκαν, διώχθηκαν, θυσιάστηκαν ἐξ αἰτίας τῆς πλήρους ἀφοσιώσεώς τους σὲ αὐτήν, δηλ. ἀκριβῶς στὴν ἀπολυτότητα καὶ στὴν ἀκεραιότητα τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας. Ἔτσι τὴν παρελάβαμε κι ἐμεῖς σήμερα ἀπόλυτη καὶ ἀκέραιη καὶ ἀγωνιζόμαστε νὰ τὴν διατηρήσουμε ἀκριβῶς ὅπως τὴν παρελάβαμε.

Δυστυχῶς ὅμως ἐνῶ ἰσχυριζόμαστε ὅτι ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴν Ἀλήθεια ἀφήνουμε τὰ ἄλλα δύο χαρακτηριστικά, τὴν μελέτη τῆς Ἱ. Παραδόσεως καὶ τὴν συμφωνία μὲ τοὺς ἁγ. Πατέρες, ἀνεκμετάλλευτα καὶ ἔτσι, στερούμενοι τῶν ἀσφαλῶν ὁδοδεικτῶν, τείνουμε νὰ ἀποτύχουμε καὶ στὴν ὑπεράσπιση τῆς ἴδιας τῆς Ἀληθείας. Ἀκολούθως τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ ἐπικρατοῦν σήμερα εἶναι: διαμάχη, ἀντιγνωμία, ἄρνηση τοῦ ἐλέγχου, μυστικότητα, αὐθαιρεσία ἐνεργειῶν καὶ ἀποφάσεων, καπήλευση νοημάτων, ὅρων καὶ τίτλων, ἐμπάθεια, ἔπαρση καὶ πρωτοκαθεδρίες. Τὸ χειρότερο μάλιστα εἶναι ὅτι ἀντὶ νὰ μεριμνοῦμε γιὰ ὅλο τὸν ὀρθόδοξο κόσμο ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε σκανδαλιζόμενη καὶ σὲ κίνδυνο βρισκόμενη ψυχή ξεχωριστά, οἱ προσπάθειες μας ἀναλώνονται στὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἡμετέρων καὶ στὴν αὐτοδικαίωση καὶ αὐτοπροβολὴ ὡς αὐθεντία καὶ στὴν δῆθεν μίμηση τῶν ἁγίων, ποὺ κάθε ἄλλο παρὰ μίμηση εἶναι διότι «Τοιαῦτα τῶν ἁγίων τὰ σπλάγχνα, μὴ τὰ ἑαυτῶν μεριμνῶν μόνον, ἀλλ’ ὥσπερ περὶ μιᾶς οἰκίας, τῆς οἰκουμένης, ἢ σώματος ἑνός, τοῦ τῶν ἀνθρώπων πλήθους, οὕτω παρακαλεῖν τὸν Θεόν» (Ἰ. Χρυσοστόμου, Εἰς Θ΄ Ψαλμ. 8, ΕΠΕ 490-492 – MPG 55, 134). Ἡ προώθηση τῆς γεροντολατρείας, ποὺ ὁμολογουμένως ἔχει ἀναδειχθεῖ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ δεκανίκια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁμολογουμένως, παρόλα αὐτά, προωθεῖται ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους ρασοφόρους, μᾶς ἔχει θολώσει τὰ μυαλά. Φθάσαμε πιὰ νὰ ἀλλάζουμε τὶς ἀναλογίες καὶ ἀδιακρίτως πλὴν σαφῶς νὰ πρεσβεύουμε φίλος μὲν ὁ Χριστὸς φίλτατος δὲ ὁ γέρων.

Περὶ ὁμονοίας μὲ βάση τὴν διδασκαλία τοῦ Μ. Βασιλείου


Ἂν στὴν καταπολέμηση τῆς αἱρέσεως δὲν ὑπάρχει σωστὴ κοινωνία,

κάτι δὲν ἔχει κατανοηθεῖ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς πιστοὺς σωστά.

Ὅποιος διακατέχεται ἔστω καὶ ἀπὸ λίγη ἀνησυχία γιὰ τὰ δρώμενα στὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν εἶναι σὲ θέση νὰ διακρίνει τρεῖς παράγοντες ποὺ ἀπειλοῦν τὴν ὁμόνοια τοῦ πληρώματος Της, ἰδιαίτερα σὲ καιρὸ αἱρέσεως: Τὴν ἔλλειψη κοινῆς ὁμολογίας καὶ κοινωνίας, τὴν ἔλλειψη συνέπειας καὶ ὀρθοπραξίας, τὴν ἔλλειψη πραγματικοῦ -μὲ βάση τὴν ἁγιοπατερικὴ διδασκαλία- ἐλέγχου ὅσων διαστρεβλώνουν ἢ παρερμηνεύουν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Ἁγίων Του. Αὐτοὶ οἱ παράγοντες ἀποτελοῦν κίνδυνο γιὰ τὴν ὁμόνοια τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν τὸ κίνητρο τῶν πράξεων μας εἶναι -ἀντὶ τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Πατέρων- ἡ προσωπολατρεία, ἡ ἔπαρση, τὸ συμφέρον, ἡ αὐτοπροβολή, ἡ ἀρχομανία.

Μὲ βάση αὐτὲς τὶς σκέψεις ὠφελεῖ ὅλους μας νὰ δοῦμε, τί λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἀπὸ τὴν μελέτη τῶν ἔργων τοῦ ὁποίου γίνεται κατανοητό, ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τῆς διδασκαλίας του ἦταν νὰ τονιστεῖ ἡ ἑνότητα τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ καταδικαστοῦν οἱ αἱρέσεις, οἱ κακοδοξίες καὶ τὰ σχίσματα, ὥστε νὰ ἀναγνωρισθεῖ ὄχι μόνο ἡ αὐθεντία ἀλλὰ καὶ τὸ αὐθεντικὸ σωτηριολογικὸ ἔργο Της. Διότι καὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου (ὅπως καὶ σήμερα) ἡ Ἐκκλησία ἦταν διχασμένη καὶ χωρισμένη σὲ τέτοιο σημεῖο ποὺ ὁ Ἅγιος θρηνοῦσε καθημερινὰ γιὰ τὴν κατάσταση αὐτή. Γιὰ τὸν Ἅγιο χαρακτηριστικὸ τοῦ ἐν ὁμονοίᾳ ἐγγεγραμμένου πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ εὐσέβεια. Ὅπως ξεκάθαρα διδάσκει, μόνο οἱ ἀληθῶς εὐσεβεῖς πιστοὶ μποροῦν νὰ συναριθμηθοῦν στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν: «οὐ γὰρ ἐγγράφεται ἀσεβοῦς ὄνομα ἐν βίβλῳ ζώντων, οὐδὲ ἀριθμεῖται μετά τῆς Ἐκκλησίας» (Eἰς Ψαλμ. 48, 7).

Περί ομονοίας

                         

Ας ζηλέψουμε την πρώτη Εκκλησία των Χριστιανών, όπου τα πάντα ήταν κοινά σε όλους, δηλ. η ζωή, η ψυχή, η συμφωνία, η κοινή τράπεζα, η αδιαίρετη αδελφότητα, η ανυπόκριτη αγάπη, που ένωνε τα πολλά σώματα και συνάρμοζε τις διάφορες ψυχές σε μία ομόνοια. (Μέγας Βασίλειος)
Όπου υπάρχει μεγάλη ομόνοια, εκεί συγκεντρώνονται και όλα τα αγαθά, εκεί βρίσκεται η ειρήνη, εκεί η αγάπη και η πνευματική ευφροσύνη. Η ομόνοια εξαφανίζει πάσης φύσεως πολέμου, μάχης, έχθρας και φιλονικίας. (Ιερός Χρυσόστομος)
Τίποτε δεν επιφέρει τόσο εξασθένηση, όσο η φιλονικία και το τσάκωμα. Και τίποτε δεν παρέχει τόσο ισχύ και δύναμη, όσο η αγάπη και η ομόνοια. Βασιλεία, που διαταράσσεται από εσωτερικές έριδες, καταλύεται, ενώ δύο άνθρωποι, που είναι μονιασμένοι και ενωμένοι, είναι πιο αρραγείς από ένα τείχος. (Ιερός Χρυσόστομος)
Πρέπει ο κυβερνήτης να έχει ομόνοια με τους ναύτες, διαφορετικά αν συγκρούονται, το σκάφος θα καταποντιστεί. (Ιερός Χρυσόστομος)
Όπως ακριβώς δεν είναι πάντοτε η ομόνοια καλή, έτσι ακριβώς ούτε η διχόνοια είναι πάντοτε κακή. Να μην προτιμάς την ομόνοια (που επιτυγχάνεται με υποχωρήσεις και συμβιβασμούς) από την αλήθεια. Μην βάζεις την ομόνοια πάνω από την αλήθεια. (Ιερός Χρυσόστομος)
Υπάρχει και κακή ομόνοια, όπως υπάρχει και καλή διαφωνία. Άλλωστε και εκείνοι που έχτιζαν τον πύργο του Βαβέλ, είχαν μεταξύ τους ομόνοια προς το κακό του εαυτού τους. Και ο Ιούδας κακή ομόνοια είχε με του Ιουδαίους... Ώστε δεν είναι πάντοτε η ομόνοια καλό πράγμα, όπως ακριβώς ο διχασμός δεν είναι πάντοτε κακός. (Ιερός Χρυσόστομος)

Υπάρχει η αγάπη –ως καρπός του Αγ. Πνεύματος– στους αντι-Οικουμενιστές;

Ἑορτάζουμε μὲν τὴν Πεντηκοστή, φέρουμε ὅμως τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγ. Πνεύματος; 

Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

 

ρθότατα καὶ δίκαια ἐπαναλαμβάνεται στοὺς σημερινοὺς καιροὺς τῆς ἐπικράτησης τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἡ διδαχὴ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ:

«Ποῖος κλῆρος, ποία μερίς, τίς γνησιότης πρός τήν τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίαν τῷ συνηγόρῳ τοῦ ψεύδους; Ἐκκλησίαν  ἥ "στύλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας" κατά Παῦλον  ἐστιν, ἥ καί μένει χάριτι Χριστοῦ διηνεκῶς ἀσφαλής καί ἀκράδαντος, ἐστηριγμένη παγίως οἷς ἐπεστήρικται ἡ ἀλήθεια; Καί γάρ οἱ τῆς Χριστοῦ ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί· καί οἱ μή τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδέ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας εἰσί, καί τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἄν καί σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ποιμένας καί ἀρχιποιμένας ἱερούς ἑαυτούς καλοῦντες καί ὑπ’ ἀλλήλων καλούμενοι· μηδέ γάρ προσώποις τόν Χριστιανισμόν, ἀλλ’ ἀληθείᾳ καί ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα» (Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Συγγράμματα Τόμ. Β’, σελ. 627).

Ἡ ταυτότητα τοῦ κάθε μέλους τῆς Ἐκκλησίας πιστοποιεῖται ὡς πρὸς τὴν γνησιότητά της πρωτίστως ἀπὸ τὴν ὕπαρξη καὶ ὑπεράσπιση τῆς ἀληθείας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ καὶ ἰδίως οἱ Οἰκουμενιστὲς ὡς ψεῦτες καὶ ὑπηρέτες τοῦ ψεύδους, ἔχοντας ἀρνηθεῖ τὴν ἀλήθεια, ἀρνοῦνται καὶ τὴν ἐκκλησία καὶ ἔτσι ἀρνοῦνται τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ τοὺς καρπούς Του, διότι ἡ ἀλήθεια εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 Στὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, καὶ τὴν ἑπόμενη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τονίζονται οἱ καρποὶ Του, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν ἀπ. Παῦλο -ἐκτὸς τῆς ἀληθείας- εἶναι: «ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. 5, 22-23).

Καὶ ἀλλοῦ γράφει:

«Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες» (Γαλ. 5,26).

«Τίς ἀσθενεῖ καὶ οὐκ ἀσθενῶ; Τίς σκανδαλίζεται καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;» (Β’ Κορ. 11,29).

«Τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ τῇ αὐτῇ γνώμῃ» (Α’ Κορ. 1,10).

«Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς, ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἠκούσαμεν, οὐ παυόμεθα ὑπὲρ ὑμῶν προσευχόμενοι καὶ αἰτούμενοι ἵνα πληρωθῆτε τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ θελήματος αὐτοῦ ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ συνέσει πνευματικῇ, περιπατῆσαι ὑμᾶς ἀξίως τοῦ Κυρίου εἰς πᾶσαν ἀρέσκειαν, ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ καρποφοροῦντες καὶ αὐξανόμενοι εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ Θεοῦ» (Κολ. 1,9-10).

 

Οἱ αἱρετικοὶ δὲν φέρουν τοὺς καρποὺς αὐτούς. Εἶναι ἀλαζόνες, φθονεροί, κενόδοξοι, προκαλοῦν σύγχυση, σχίσματα καὶ διαιρέσεις, ὁδηγοῦν τὶς ψυχὲς στὴν ἀπώλεια. Ἐμεῖς ὅμως, ποὺ ὡς Χριστιανοὶ ἀντιστεκόμαστε καὶ πολεμοῦμε τὴν αἵρεση, εἴμαστε πράγματι φορεῖς τῶν καρπῶν αὐτῶν καὶ τῆς ἑνότητας ποὺ ἐπιφέρουν οἱ καρποὶ αὐτοί; Ἀναγνωρίιζόμαστε ὡς μέλη τοῦ θεανθρώπινου σώματος τοῦ Κυρίου, ἀκριβῶς ἐπειδὴ οἱ καρποὶ τοῦ δέντρου μας δείχνουν καὶ τὸ δέντρο, δηλαδὴ ἐμᾶς; Μήπως τελικὰ πράττουμε τὰ ἴδια μὲ τοὺς αἱρετικούς;

Αγίου Μακαρίου τού Αιγυπτίου: Για την ομόνοια των αδελφών


γίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου:
Γιὰ τὴν ὁμόνοια τῶν δελφῶν
Πηγή: "Τρελογιάννης"

«Οφείλουν λοιπόν οι αδελφοί ο,τιδήποτε και αν κάνουν να συναναστρέφονται μεταξύ τους με αγάπη και χαρά. Και αυτός που ασχολείται με κάποιο έργο να λέγει αυτά τα λόγια για εκείνον που προσεύχεται ότι, “Το θησαυρό που θα αποκτήσει ο αδελφός μου, επειδή είναι κοινός, τον κατέχω και εγώ”· και αυτός που προσεύχεται να λέγει αυτά τα λόγια για τον αδελφό που διαβάζει· “η ωφέλεια που αποκομίζει εκείνος από την ανάγνωση είναι κέρδος και για μένα”· και εκείνος πάλι που προσφέρει κάποια εργασία ας λέγει αυτό· “την διακονία που προσφέρω, την προσφέρω για κοινή ωφέλεια”.
Διότι, όπως ακριβώς “είναι ένα το σώμα, αλλά έχει πολλά μέλη”, και βοηθάει το ένα το άλλο και το κάθε ένα εκτελεί το δικό του έργο, και όπως το μάτι βλέπει για όλο το σώμα, και το χέρι εργάζεται για όλα τα μέλη, και το πόδι περπατάει κουβαλώντας όλα τα μέλη του σώματος, και άλλο πάλι μέλος υποφέρει μαζί με κάποιο άλλο, έτσι να είναι και οι αδελφοί μεταξύ τους.
Και ούτε αυτός που προσεύχεται να επικρίνει εκείνον που εργάζεται και να λέει· “γιατί δεν προσεύχεται;”. Ούτε αυτός που εργάζεται να κατακρίνει εκείνον που προσεύχεται, λέγοντας· “εκείνος κάθεται και εγώ εργάζομαι”, ούτε αυτός που διακονεί να κρίνει τον άλλο. Αλλά ό,τι κάνει ο κάθε ένας, να το κάνει “για τη δόξα του Θεού”. Αυτός που διαβάζει να αισθάνεται αγάπη και χαρά για αυτόν που προσεύχεται και να σκέφτεται αυτό, ότι δηλαδή “για μένα προσεύχεται”, και αυτός που προσεύχεται να σκέφτεται για αυτόν που εργάζεται αυτό, ότι “αυτό που κάνει, το κάνει για την ωφέλεια όλων”.
Και έτσι είναι δυνατό να επικρατεί μεταξύ σας μεγάλη ομοφωνία και γαλήνη και συμφωνία “έχοντας ως σύνδεσμο την ειρήνη”, και να ζείτε όλοι μαζί με αγνότητα και ειλικρίνεια και ευλογία Θεού. Το κυριότερο όμως από όλα είναι η επιμονή με καρτερία στην προσευχή. Πλην όμως ένα και μοναδικό να επιζητείτε, το να έχει κανείς θησαυρό στην ψυχή και την αληθινή ζωή στο νου που είναι ο ίδιος ο Κύριος, και είτε εργάζεται κανείς, είτε προσεύχεται, είτε διαβάζει, να έχει κάνει δικό του απόκτημα αυτό που δεν χάνεται, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα.
Υπάρχουν όμως μερικοί που λένε αυτό, ότι δηλαδή ο Κύριος ζητάει από τους ανθρώπους μόνο φανερούς καρπούς, ενώ τα απόκρυφα ο Θεός τα πραγματοποίησε. Όμως δεν έχουν έτσι τα πράγματα, αλλά όπως ακριβώς προφυλάσσει κάποιος με τη συμπεριφορά του τον έξω άνθρωπο, δηλαδή το σώμα, έτσι οφείλει να κάνει αγώνα και πόλεμο και με τους διαλογισμούς του. Διότι απαιτεί από σένα ο Κύριος να οργισθείς με τον εαυτό σου και να πολεμήσεις μαζί με το πνεύμα, ώστε ούτε να συμφωνήσεις, ούτε και να αισθανθείς ηδονή με τους λογισμούς της κακίας».
Πηγή: Έργα αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου, Φ. ΕΠΕ 7, σελ. 51-53