Ἡ διαπροσωπικὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ εἶναι σχέση ζωῆς, σχέση σωτηρίας. Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ἀπευθύνεται στὸ Θεὸ ὅπως στὸν πατέρα του. Νοιώθει οἰκειότητα. Γνωρίζει καλὰ τὰ λόγια Του «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. γ’ 2) καὶ ἀγωνίζεται νὰ τοῦ ἀνοίξει τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς, γιὰ νὰ εἰσέλθει Ἐκεῖνος, ὁ «πάντας ἀνθρώπους θέλων σωθῆναι» (Α’ Τίμ. β’ 4). Καὶ τοῦτο γιὰ νὰ κατοικήσει μέσα του, νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ἀρετή, στὴν ὁλοκλήρωση, στὴ θέωση. Ὁ πιστὸς Χριστιανὸς θέλει νὰ νοιώθει τὸ Θεό μας, τὴν Παναγία μας, τοὺς Ἁγίους μας δικούς του, ἐντελῶς δικούς του.
Ἔτσι οἱ κτητικὲς ἀντωνυμίες δὲ λείπουν ἀπὸ τὰ χείλη του, ὅταν ἀπευθύνεται σ’ αὐτοὺς σὲ λῦπες καὶ σὲ χαρές. Βοήθα. Χριστὲ μου σ’ εὐχαριστῶ. Θεέ μου πρόφθασε. Παναγία μου, δεῖξε τη χάρη σου. Ἅγιε μου.
Αὐτή ἡ οἰκειότητα μὲ τὸ Θεῖο ποὺ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴν κτητικότητα χαρακτηρίζει ὅλες τὶς εὐσεβεῖς ὑπάρξεις, ἀνεξάρτητα φύλου, κοινωνικῆς καταστάσεως, παιδείας, ἡλικίας. Καὶ δὲν εἶναι φαινόμενο σημερινό. Παρατηρήθηκε ἀπὸ τὰ πρῶτα Χριστιανικὰ χρόνια καὶ δείχνει τὴν ἄγαπητικὴ σχέση, τὴ σχέση παιδιοῦ πρὸς πατέρα, παιδιοῦ πρὸς μάνα, ἀδελφοῦ πρὸς ἀδελφό. Ἐπίσης δείχνει τὴ συναίσθηση τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου μπροστὰ στὴ δύναμη τοῦ Θείου, ποὺ ἐκφράζεται μὲ καταφυγὴ στὶς «τετελειωμένες ψυχές», στοὺς Ἁγίους μας, τοὺς ὁποίους ἐξευμενίζει καὶ στέκεται μὲ εὐγενικὴ διάθεση μπροστά τους, γιὰ νὰ τοὺς ἔχει ἀρωγοὺς στὰ καθημερινά του προβλήματα καὶ ἰδιαίτερα τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.
