Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμ. Αυγουστίνος Μύρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμ. Αυγουστίνος Μύρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΣ ΜΕ ΕΜΜΟΝΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

(+)Ἀρχιμ. Αὐγουστίνου Γ. Μύρου

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΣ

ΜΕ ΕΜΜΟΝΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΟΥ ΘΕΟΥ

    Τό θέμα τοῦ Θρησκευτικοῦ Συγκρητισμοῦ εἶναι ἀπέραντο μέ διάφορες ἐκφάνσεις καί ποικίλες προεκτάσεις, ἀλλά ἰδιαίτερα ἐνδιαφέρον καί πολύ ἐπίκαιρο, διότι ἔχει σχέση μέ τή συστηματικὴ προσπάθεια παρεμπόδισης, ἤ καλύτερα, ἀκύρωσης τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, ἐνῶ ἰδιαίτερα στίς μέρες μας προωθεῖται δυναμικά καί μεθοδευμένα ἀπό ὀργανωμένα κέντρα τοῦ κόσμου.

Ἡ λέξη «συγκρητισμός» (μέ η καί ὄχι μέ ι) ὡς ὅρος χρησιμοποιήθηκε γιά πρώτη φορά, ὅπως φαίνεται ἀπό μαρτυρία τοῦ Πλουτάρχου1, γιά νά δηλώση τήν ἕνωση κατοίκων τῆς Κρήτης, παρά τίς διαφορές πού εἶχαν μεταξύ τους, ὥστε νά μπορέσουν νά ἀντιμετωπίσουν ἀποτελεσματικά ἐπικείμενο κίνδυνο. Ὡς θρησκευτικό φαινόμενο ὁ συγκρητισμός, χωρίς τήν συγκεκριμένη αὐτή ὀνομασία, ἐφανίσθηκε, καί μάλιστα σέ ἔξαρση στά χρόνια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέ τίς ἀλλεπάλληλες ἀποστασίες τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπό τόν ἀληθινό Θεό καί τή δράση τῶν ψευδοπροφητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξυπηρετοῦσαν παράλληλα τούς λάτρεις τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί τούς εἰδωλολάτρες2.

Στούς ἑλληνιστικούς χρόνους ἔγινε σύνηθες τό φαινόμενο νά ἀναμιγνύονται θρησκεῖες, θεοί καί θρησκευτικὲς τελετές. Τότε πολλοί ἑλληνικοί «θεοί» ἔγιναν γνωστοί στά κέντρα τῆς Ἀνατολῆς καί, ἀντίστροφα, ἀνατολικές «θεότητες» ἔγιναν δεκτές στόν ἑλληνικό κόσμο. Στά χρόνια τῆς Καινῆς Διαθήκης ὁ θρησκευτικός συγκρητισμός ἔκανε τήν ἐμφάνισή του στούς γύρω ἀπό τούς Ἰουδαίους λαούς. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου στούς Σαμαρεῖτες τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, ὅτι αὐτοί «ἐπέμεναν νά λατρεύουν καί τούς δαίμονες καί αὐτόν (τόν Θεόν), ἀναμιγνύοντας ἔτσι τά ἄμικτα»3. Ἡ Ἐκκλησία τῶν πρώτων αἰώνων εἶχε νά ἀντιμετωπίση αἱρέσεις μέ χαρακτήρα συγκρητιστικό. Τέτοιου εἴδους αἱρέσεις ἦταν ὁ Γνωστικισμός, ὁ ὁποῖος περιεῖχε στοιχεῖα ἑλληνικά, ἰουδαϊκά καί χριστιανικά, καθώς ἐπίσης καί ὁ Μανιχαϊσμός, μέ ἀνάμιξη στοιχείων χριστιανικῶν, ἰουδαϊκῶν, ἰνδουϊστικῶν, ἀκόμη καί τοῦ Ζωροαστρισμοῦ, καί μέ φιλοδοξία νά ἑνώση τήν Ἀνατολή μέ τή Δύση4 .

ΟΙ ΕΟΡΤΕΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΑΞΙΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

ΟΙ ΕΟΡΤΕΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΑΞΙΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Αρχιμ. Αυγουστίνος Μύρου, Δρ. Θ
Οι εορτές της Πρωτοχρονιάς
και ο ευτελισμός άξιων προσώπων
και αξιόλογων γεγονότων





Ἄν καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γνωρίζουν τὴν 1η Ἰανουαρίου κυρίως ὡς ἑορτὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς καὶ δευτερευόντως ὡς ἐορτὴ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, ἡ πρώτη καὶ σημαντικότερη ἑορτὴ αὐτῆς τῆς ἡμέρας εἶναι ἡ ἄγνωστη γιὰ τοὺς πολλοὺς ἑορτὴ τῆς περιτομῆς τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἑορτάζεται μαζί μέ τήν μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Εἶναι γνωστό ἀπό τήν εὐαγγελική ἱστορία, ὅτι ὅταν συμπληρώθηκαν ὀκτώ ἡμέρες ἀπό τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τότε ἔγινε ἡ περιτομή στὸ Θεῖο Βρέφος καὶ τοῦ δόθηκε τὸ ὄνομα Ἰησούς, αὐτό ποὺ πρῶτος τὸ εἶπε ὁ ἄγγελος Γαβριήλ στὴν Μαριάμ, πρὶν ἀκόμη νά συλλάβη μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ περιτομή, πού γινόταν σέ κάθε ἀρσενικό παιδί τῶν Ἑβραίων, καί ἦταν ὀδυνηρή πράξη, ἀποτελοῦσε ἐφαρμογή τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ πρός τόν Ἀβραάμ. Τήν ἴδια ἐντολή ἐπανέλαβε ὁ Θεός ἀργότερα καί στόν Μωϋσῆ.
Ἡ περιτομή ἦταν μία πράξη μέ βαθύτατο θεολογικό νόημα.

Ὁ Θεός διέταξε νά γίνεται ἡ περιτομή σάν ἕνα σημάδι τῆς Διαθήκης, πού ἔκανε Ἐκεῖνος μὲ τόν λαό του. Γιά ὅποιον εἶχε τό ἰσόβιο αὐτό σημάδι στό σώμα του, ἦταν ἀπόδειξη ὅτι ἀνῆκε στόν λαό τοῦ Θεοῦ. Ἦταν ἀκόμη μία ὑπόμνηση στούς Ἰσραηλίτες ὅτι ἔπρεπε νά διατηροῦν τήν Θεοσέβεια, πού παρέλαβαν ἀπό τούς Πατέρες τους.
Ὅμως ό Χριστός, ἄν καί δέχθηκε νά ὑποστῆ τήν ταπείνωση καί τήν μεγάλη ταλαιπωρία τῆς περιτομῆς στόν ἑαυτό του, τήν κατήργησε στή Νέα Διαθήκη. Κι αὐτό διότι ἡ περιτομή ἦταν ὁ τύπος μιᾶς ἄλλης πραγματικότητας, πού ἔφερε στον κόσμο ὁ Χριστός, δηλαδή τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, μέ τό ὁποῖο καθαιροῦνταν ἡ ἁμαρτία καί τά πάθη.

Κι όμως, οι Οικουμενιστές τους αναγνώρισαν ως Εκκλησία και συμπροσεύχονται μαζί τους!

Το γεγονός της Πεντηκοστής και η παρερμηνεία του από τα κινήματα των Πεντηκοστιανών

 

Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Γ. Μύρου, Δρ Θ. (+)

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΙΑΝΩΝ

(Εἰσήγηση στὴν Πανορθόδοξη Συνδιάσκεψη στὴ Λαμία, 2011)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τὰ Κινήματα τῶν Πεντηκοστιανῶν δὲν διαθέτουν ἱστορικὴ συνέχεια σὲ σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως αὐτὴ ἐμφανίζεται στὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων. Καὶ τοῦτο διότι ἱστορικὰ ἀποτελοῦν ἁπλῆ μετάλλαξη τῶν Προτεσταντικῶν Κινημάτων Ἁγιότητος τοῦ 19ου αἰῶνος. Ἀναζητώντας ὅμως κάποιο σταθερὸ θεμέλιο γιὰ τὸ αἱρετικό τους οἰκοδόμημα, καταφεύγουν στὴν «μοναδικότητα» καὶ «ἀπολυτότητα» τῆς Ἁγίας Γραφῆς, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψη γι αὐτὴν, τὴν ὁποία ἔχουν κληρονομήσει ἀπὸ τοὺς πνευματικούς τους προγόνους (sola Scriptura). Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ ἐπιλέγουν μερικὲς περικοπές, τὶς ὁποῖες ἰδιαίτερα τονίζουν καὶ συχνὰ ἀπολυτοποιοῦν. Ἀνάμεσα σ’ αὐτὲς κυρίαρχη θέση κατέχει ἐκείνη τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων (κεφ. 2), ποὺ ἀναφέρεται στὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπως καὶ κάποιες ἄλλες ὲπιλεγμένες περικοπές, σχετικὲς μὲ τὰ χαρίσματα (Α’ Κορ. 12-14). Ἀναφέρονται οἱ Πεντηκοστιανοὶ συχνὰ καὶ μὲ ἔμφαση στὶς περικοπὲς αὐτὲς, ἐπειδὴ θεωροῦν ὅτι πολλὰ ἀπὸ τὰ γνωρίσματα τοῦ γεγονότος τῆς Πεντηκοστῆς δικαιώνουν τὸν δικό τους τρόπο πίστεως, ζωῆς καὶ λατρείας, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι «ἡ Ἐκκλησία τῆς Πεντηκοστῆς» εἶναι ἡ μόνη γνήσια καὶ αὐθεντικὴ Ἐκκλησία τῶν Ἀποστόλων, «ἡ μόνη ὁλοκληρωμένη ἀλήθεια». Στὴν πραγματικότητα ἐπιχειροῦν νὰ προσεγγίσουν τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ἀπὸ τὰ ἐπιλεγμένα καὶ ἀπολυτοποιημένα ἁγιογραφικὰ κείμενα μὲ τὴν δική τους ὑποκειμενικὴ ἑρμηνεία.

ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ

Α. Ἔλλειψη προϋποθέσεων γιὰ τὴν ὀρθὴ ἁγιογραφικὴ ἑρμηνεία

Ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ ἁγιογραφικοῦ κειμένου ἀπαιτεῖ μία σειρὰ ἀπὸ βασικὲς προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες παραμένουν ἄγνωστες καὶ ἀναξιοποίητες ἀπὸ τοὺς Πεντηκοστιανούς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀδυνατοῦν οἱ ἴδιοι νὰ γνωρίσουν αὐθεντικὰ τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς στὶς πραγματικές του διαστάσεις. Θὰ ἀναφερθοῦμε στὴ συνέχεια σὲ μερικὲς ἀπὸ αὐτές.

  1. Ἡ ἀληθινὴ ταυτότητα τῆς Ἁγίας Γραφῆς

Πρώτη βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ὀρθὴ ἑρμηνεία τῶν ἁγιογραφικῶν περικοπῶν, ἑπομένως καὶ αὐτῆς γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι ἡ ὀρθὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Τὶ εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή;

Οἱ Πεντηκοστιανοί, ὅπως γενικὰ καὶ ὅλοι οἱ Προτεστάντες, ταυτίζουν τὴν Ἁγία Γραφή μὲ τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι γραμμένο στὴν ἐφημερίδα τους: «ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ (τὸ Εὐαγγέλιο), δέχεται τὸν ἴδιο τὸν Θεό, διότι καθὼς λέγει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ‘Θεὸς ὁ Λόγος’» . Ὅμως μεταξύ τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων Γραφῶν ὑπάρχει σημαντικὴ διαφορά. Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ εἶναι μία σειρὰ γεγονότων, ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώρα μέσα στὴν ἱστορία, στὸν κτιστὸ τόπο καὶ χρόνο. Τῶν ἀποκαλυπτικῶν αὐτῶν γεγονότων λαμβάνουν πεῖρα κάποιοι συγκεκριμένοι κτιστοὶ ἄνθρωποι (προφῆτες, ἀπόστολοι, ἅγιοι), οἱ ὁποῖοι παραδίδουν στὴ συνέχεια τὴν ἐμπειρία τους αὐτὴ εἴτε προφορικά εἴτε γραπτά. Κλασικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἀποστόλου Παύλου, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος Χρυσόστομος σημειώνει ὅτι «ἐντεῦθεν ἤδη τῶν ἐκεῖ γεγευμένος ἦν». Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν εἶναι ἡ ἀποκάλυψη, ἀλλὰ ἡ γραπτὴ παράδοση τῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων, ποὺ εἶχαν ἐπαφὴ μὲ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐμπειρία τοῦ προφήτου τοῦ ἀποστόλου καὶ τοῦ ἁγίου «εἶναι ἡ πέρα ἀπὸ τὴ (φυσικὴ) θέα ὅραση τῆς ἄκτιστης δόξης τοῦ Θεοῦ». Στὴν Ἁγία Γραφὴ  ἡ ὅραση αὐτὴ περιγράφεται μὲ κτιστές λέξεις, οἱ ὁποῖες δὲν διαθέτουν τόσο εὗρος, ὥστε νὰ καλύψουν μὲ πληρότητα ὅλο τὸ περιεχόμενο τῆς ἐμπειρίας τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ πολὺ περισσότερο αὐτῶν τῶν γεγονότων τῆς ἀποκαλύψεως. Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὴν ἀποκάλυψη ποὺ δέχθηκε ὁ ἴδιος, ὅτι δηλαδή «ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα, ἅ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι». Σαφέστατα ἐπισημαίνει αὐτὴν ἀλήθεια καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Καὶ πανταχοῦ συγκατάβασις ἐστιν ἐν ταὶς ἁγίαις Γραφαῖς, καὶ ρήματα καὶ πράγματα» «Καὶ γὰρ αἱ λέξεις τοιαῦται ἀνθρώπινοι, ἀλλὰ τὰ νοήματα θεοπρεπῆ». Φαίνεται δὲ καθαρὰ ἡ ἀτέλεια αὐτὴ τῶν κτιστῶν λέξεων στὴν περικοπὴ τῆς Πεντηκοστῆς ἀπὸ τὴ χρήση τῶν ἐπιρρημάτων «ὥσπερ» καὶ «ὡσεί», γιὰ νὰ δειχθῆ ὅτι οἱ λέξεις «βιαίας πνοῆς» καὶ «πυρὸς», ποὺ προσδιορίζονται ἀπὸ αὐτὰ, περικλείουν κάποιο ἄλλο βαθύτερο περιεχόμενο ἀπὸ αὐτὸ τὸ γνωστὸ φυσικὸ ποὺ ἐκ πρώτης ὄψεως ἀνθρωπίνως γίνεται ἀντιληπτό. Εἶναι πρόδηλο ὅτι οἱ Πεντηκοστιανοὶ διαφοροποιοῦνται ριζικὰ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους τοὺς ἀποστόλους, καθόσον ἐντελῶς διαφορετικὰ ἀπὸ αὐτοὺς ἐκλαμβάνουν τὴν ταυτότητα τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Εὑρισκόμενοι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀποξενωμένοι καὶ τελείως ἄγευστοι τῶν πνευματικῶν πραγματικοτήτων, ποὺ ἀναφέρονται στὶς Ἅγιες Γραφές. Παραμένουν δὲ καὶ ἀβοήθητοι, ἐπειδὴ ἔχουν ἀρνηθῆ τοὺς ἁγίους, αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀποκτήσει τὴν ἀνάλογη ἐμπειρία. Ἑπομένως ἀδυνατοῦν νὰ ἀντιστοιχήσουν τὰ γλωσσικὰ σύμβολα, τὶς ἁγιογραφικὲς λέξεις, μὲ τὶς πραγματικότητες ποὺ αὐτὰ ἐκφράζουν, καὶ γι αὐτὸ ἀποτυγχάνουν νὰ φθάσουν στὴν ὀρθὴ ἑρμηνεία τὼν θείων Γραφῶν. Ὅπως εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, «Οὐ μετέχεις τῶν πραγμάτων, διὰ τοῦτο καὶ τῶν ρημάτων ἐκπίπτεις».