Δύο ἐσφαλμέναι ἀναγνώσεις τῆς τελετῆς στέψεως τοῦ Βασιλέως Καρόλου ἐκυριάρχησαν: πρῶτον, ἡ κοσμικὴ-πολιτική, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συμμετοχὴ τοῦ Ὀρθοδόξου Ἀρχιεπισκόπου θεωρεῖται ἐπιτυχὴς διπλωματικὰ καὶ δεύτερον, ἡ θρησκευτικὴ (ὄχι ἐκκλησιαστική), ὅπου ἑωρτάσθη τὸ γεγονὸς ὡς νὰ ἐπρόκειτο δι’ Ὀρθόδοξον ἀξιωματοῦχον.
Ὁ Κάρολος τῆς Ἀγγλίας ὅμως ἀφ’ ἑνὸς παραμένει κεφαλὴ τῶν Ἀγγλικανῶν, ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἴδιος ἐζήτησε κατὰ τὴν τελετὴν νὰ δηλώση ὅτι θὰ ὑπερασπίζεται «κάθε πίστη» (ὄχι τὴν ἀληθινὴν ἢ τὴν Ὀρθόδοξον). Δίδαγμα: οἱ Ἀρχιερεῖς τοῦ Φαναρίου εἶναι ἐθισμένοι εἰς τὸ νὰ «προσκυνοῦν» τόν Καίσαρα μαζὶ μὲ αἱρετικοὺς κληρικοὺς ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸς πρεσβεύη ὅ,τι ἀντίκειται εἰς τὸ Ἱ. Εὐαγγέλιον (ἂς ἐνθυμηθῆ κανεὶς προσευχὴν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ Ἀμερικῆς διὰ τὸν Μπάϊντεν, τὸν καθιερώσαντα μῆνα διὰ τοὺς ὁμοφυλοφίλους). Συμφώνως πρός ἀνακοινωθὲν τῆς Ἱ. Ἀρχιεπισκοπῆς: