
Αλλοίμονο! Το απελπιστικό σκοτάδι που μας περίζωνε από
πολλά χρόνια, έγινε, τούτες τις μέρες, ένα κατάμαυρο και πνιχτό σύννεφο, που σκέπασε τον κόσμο, και τον
έπιασε η κοντανασαμιά του θανάτου. «Δειλία θανάτου επέπεσεν εφ’
ημάς». Ο διάβολος, που μας παραπλανούσε να κάνουμε τα καταχθόνια θελήματα του,
φτιάνοντας κάθε λογής σύνεργα για να βγάλουμε τα μάτια ο ένας τ’ αλλουνού,
μπόμπες, αεροπλάνα, υποβρύχια, πυραύλους κι ένα σωρό άλλα σατανικά πράγματα,
λέγοντας μας πονηρά πως η επιστήμη μας δεν λογαριάζει καμιά δύναμη και πως θα
γίνουμε Θεοί, αφού λοιπόν σιγά-σιγά μας κατάφερε να γίνουμε διάβολοι σαν κι
αυτόν, τώρα που μας έφερε εδώ που βρισκόμαστε και πέσαμε στην παγίδα και δεν
μπορούμε να κάνουμε μήτε μπρος μήτε πίσω, κάθεται και μας κοιτάζει
ευχαριστημένος, χαμογελώντας πονηρά γιατί μας βλέπει να τρέμουμε σαν τα φύλλα
του δέντρου που το δέρνει η ανεμοζάλη.
Πού είναι λοιπόν, σε τούτη τη
στιγμή της αγωνίας, που είναι η παντοδυναμία μας να μας γλυτώσει όχι από έναν
χάρο, αλλά από χίλιους, από ένα εκατομμύριο χάρους που φτιάξαμε με τα δικά μας
τα χέρια;
Αληθινά τι φριχτή τιμωρία, και τι ρεζίλεμα του ανθρώπινου
γένους! Η παντοδυναμία μας, που γι’ αυτή καυχιόμαστε, να γίνει η καταστροφή μας, τα
εργαλεία που εφεύραμε για να εξοντώσουμε τον αδελφό μας και να κυριέψουμε εμείς
τον κόσμο, να γυρίσουνε καταπάνω στην κεφαλή μας!
Όλοι τρέμουμε. Ο Άδης έχει ανοιχτό το στόμα του,
έτοιμος να μας καταπιεί. Ας μας γλυτώσει λοιπόν τώρα η επιστήμη μας, η σοφία
μας, η φιλοσοφία μας, η τέχνη μας, τα Πανεπιστήμια μας, τα εργαστήρια
μας, που μέσα σ’ αυτά σκαλίζαμε μέρα-νύχτα για να βρούμε τον διάβολο, ως που
τον βρήκαμε, και νάτος, έχει σκεπάσει με τα μελανά φτερά του την οικουμένη.
«Και είδον, και ήκουσα ενός αετού
πετόμενου εν μεσουρανήματι, λέγοντος φωνή μεγάλη: Ουαί, ουαί, ουαί τους
κατοικούντας επί της γης . . . Και ήνοιξε το φρέαρ της
αβύσσου, και ανέβη καπνός εκ του φρέατος, ως καπνός καμίνου μεγάλης, και
εσκοτίσθη ο ήλιος και ο αήρ εκ του καπνού του φρέατος».
Η οργή του Θεού δεν φανερώνεται απότομα. Ο Κύριος λυπάται το πλάσμα του και γι’ αυτό κάνει υπομονή, περιμένοντας να μετανοήσει. Του δίνει στενοχώριες, το παιδεύει με επιείκεια, για να γυρίσει από τον πονηρό δρόμο του, ώστε να μη φτάσει στην έσχατη καταδίκη του. Από πολλά χρόνια μας χτυπά με το ραβδί του χωρίς να μας εξοντώνει. Περάσαμε πολλούς πολέμους, είδαμε μεγάλες καταστροφές, μα δεν μετανοήσαμε. Αντί να μετανοήσουμε, εμείς αποκτηνωθήκαμε, γινήκαμε ζώα, κυλιόμαστε μέσα στην βρώμα. Ήρθε ο μεγάλος πόλεμος, ξερίζωσε τους μισούς από εμάς, κι όσοι απομείνανε ήτανε σαν πεθαμένοι. Ύστερα πέσανε αρρώστιες, πείνες. Εμείς όμως πηγαίναμε στα χειρότερα. Καταντήσαμε χοίροι σιχαμεροί, δοσμένοι στις πιο βρώμικες ηδονές, αδιάντροποι, πλεονέχτες, θεομίσητοι, άσπλαχνοι, τρελοί για τα λεφτά, εχθροί του Θεού, που τον κοροϊδεύουμε, οι σατανόψυχοι, γεμάτοι αλαζονεία για την επιστήμη μας, ως που φτάσαμε στη σημερινή παραζάλη και κρέμεται από μια κλωστή όλη η προκομμένη ανθρωπότητα.




