«Ο πρώτιστος λόγος πού κάνει αναγκαία την προσέγγιση και σπουδή των Πατέρων δεν είναι βέβαια να μάθουμε τί ήσαν και τί δίδασκαν, αλλά να γευθούμε το πνευματικό τους κλίμα. Να ψαύσουμε τα ίχνη του Αγίου Πνεύματος στα ιερά τους πρόσωπα. Να θέσουμε το δάκτυλο εις την αγωνία τους για την αλήθεια. Να ακούσουμε τους κτύπους της καρδιάς τους, όταν εισέρχονται περαιτέρω («πλέον και πλείον») στην αλήθεια. Να ζήσουμε κάτι από τις θείες εμπειρίες, τις θεωρίες τους, τις χαρμολύπες, τις απογοητεύσεις, τις εξάρσεις, τις αρπαγές από την εγκοσμιότητα, τις αρπαγές σε τρίτους ουρανούς. Να παρακολουθήσουμε την απόλυτη πιστότητά τους στην παράδοση.
Φοιτητές Θεολογικῆς Α.Π.Θ. Τέκνα τοῦ Ἁγ. Δημητρίου
Κάθε φορά πού συζητοῦμε περί αἱρετικῶν καί αἱρέσεων, πρέπει νά ἀποδεικνύουμε στούς χριστιανούς τῆς ἐποχῆς μας, ὅτι δέν εἴμαστε ἐξωγήινοι, διότι ὡς τέτοιους μᾶς βλέπουν! Μᾶς θεωροῦν ὀπισθοδρομικούς καί φανατικούς. Ἡ αὐστηρότητα ὅμως, πού προκαλεῖ στά ἐκκοσμικευμένα ὦτα ἀρνητική ἔκπληξη, δέν προέρχεται ἀπό ἑμᾶς, ἀποπνέεται ἀπό τήν Ἱερά Παράδοσή μας! Δυστυχῶς, ἡ προβολή τῆς ἀγαπολογίας μεταξύ ἡμῶν τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς καί τούς ὀπαδούς τῶν ψευτοθρησκειῶν, καθώς καί ἡ προσπάθεια στιγματισμοῦ ὅσων ἀγαποῦν τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, δέν βοηθοῦν στή γνώση τῆς Ἀλήθειας· ἀντιθέτως, δημιουργοῦν κλίμα συνειδησιακοῦ σκοτισμοῦ καί πλάνης!
Ὁ εὐαγγελικός λόγος ὅμως, πάνω στό θέμα αὐτό, εἶναι τόσο σαφῆς καί καθάριος, ὅπως ἄλλωστε καί ὁ διαχρονικός λόγος τῆς πατερικῆς διδασκαλίας, πού δέν δικαιολογεῖ παρερμηνεῖες. Αὐτή ἡ διαχρονικότητα θά παρουσιαστεῖ ἐνδεικτικά, παρακάτω. Θά ἀναδειχθεῖ ἡ πλήρης συμφωνία τῶν Πατέρων μας μέ τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἔως καί τίς ἡμέρες μας, καθώς καί ἡ στάση τους ἀπέναντι στούς αἱρετικούς.
Ξεκινοῦμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο καί τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο, ὁ ὁποῖος λέγει: «Καθένας, πού ἐκτρέπεται καί δέν μένει στή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, Θεό δέν ἔχει. Ὅποιος μένει στή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, αὐτός καί τόν Πατέρα καί τόν Υἱό ἔχει. Ὅποιος ἔρχεται πρός ἐσᾶς (ὡς διδάσκαλος) καί δέν φέρει αὐτή τή διδασκαλία, νά μή τόν δέχεσθε στό σπίτι, καί ‘‘Χαίρετε’’ σ’αὐτόν νά μή λέγετε. Διότι, ὅποιος λέγει σ’ αὐτόν ‘‘Χαίρετε’’, γίνεται συμμέτοχος στά πονηρά του ἔργα.»[1]





