
Θεὸν τυποῖς μνηστῆρα γῆς πορνευτρίας,
Πόρνῃ συναφθείς, ὃν Προφήτα νῦν βλέπεις.
Ἑβδομάτῃ δεκάτῃ Ὡσηὲ νέκυν κτερέϊξαν.
Ο προφήτης Ωσηέ, όπως πληροφορεί το βιβλίο του, ήταν γιος του Βεηρί και καταγόταν από το βόρειο βασίλειο. Σύμφωνα με την επικεφαλίδα του βιβλίου του (Ωσ. 1,1) έδρασε επί των ημερών Οζίου (787-736 π.Χ.), Ιωάθαμ (756-741 π.Χ.), Άχαζ (741-725 π.Χ.) και Εζεκίου (725-697 π.Χ.) βασιλέων του Ιούδα και Ιεροβοάμ Β΄ υιού Ιωάς (787-747 π.Χ.) βασιλέων Ισραήλ. Η κηρυγματική του δράση τοποθετείται κατά τον 8ο π.Χ. αιώνα, έπεται του Αμώς και προηγείται του Ησαΐα.
Παρά το γεγονός ότι το βασίλειο διένυε περίοδο ευημερίας και υλικής ευμάρειας, εντούτοις ο θρησκευτικός τομέας διερχόταν κρίση λόγω της εισροής αλλοτρίων θεοτήτων μέσα στη θρησκεία. Οι ιερείς της εποχής ασκούσαν τη λατρεία καθαρά επαγγελματικά, προωθώντας τη λατρεία του Βάαλ, έναντι της οποίας καταφέρεται μεταξύ των άλλων προφητών του 8ου π.Χ. αιώνα και ο προφήτης Ωσηέ.