Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άγ. Θεοφύλακτος αρχιεπ. Βουλγαρίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άγ. Θεοφύλακτος αρχιεπ. Βουλγαρίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή Ασώτου: Η αποδημία σε μακρινή χώρα (Άγιος Θεοφύλακτος, Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας)

Η παραβολή του Ασώτου παρουσιάζει το Θεό σαν άνθρωπο, τον αληθινά φιλάνθρωπο και τους δύο γιούς, καθώς και τις δύο κατηγορίες των ανθρώπων, τους δίκαιους και τους αμαρτωλούς. Ο μικρός είπε· δώσε μου το μερίδιό μου από την περιουσία μας. Η δικαιοσύνη είναι αρχική κατάσταση του ανθρώπου, γι’ αυτό κι ο μεγάλος δεν παρεκκλίνει· υστερογέννητο κακό η αμαρτία, γι’ αυτό και παρεκκλίνει ο μικρός, αυτός, δηλαδή που συναυξήθηκε με την αμαρτία που μπήκε στον κόσμο έπειτα. Και με άλλο νόημα λέγεται ο αμαρτωλός άνθρωπος «νεώτερος γιός», σαν νεωτεριστής κι αποστάτης στο πατρικό θέλημα.

«Πατέρα, δώσε μου το μερίδιό μου από την περιουσία μας». Περιουσία του ανθρώπου είναι το λογικό, με επακολούθημα την αυτεξουσιότητα γιατί κάθε λογικό είναι αυτεξούσιο. Μας παραχωρεί ο Κύριος το λόγο, για να τον χρησιμοποιούμε κατά το θέλημά μας, σαν δικό μας κτήμα. Και τον παραχωρεί σ’ όλους εξίσου, γιατί όλοι είμαστε εξίσου λογικοί, εξίσου αυτεξούσιοι. Άλλοι όμως κάνουμε λογική χρήση της τιμητικής παραχώρησης κι άλλοι εξευτελίζουμε το θείο δώρο. Και όλα γενικά όσα μας έχει δώσει Θεός, ας τα θεωρήσουμε περιουσία μας, τον ουρανό, τη γη, την πλάση όλη, το νόμο, τους προφήτες. Αλλά ο μικρός γιός ενώ είδε τον ουρανό, και τον θεοποίησε, τη γη και την προσκύνησε, δεν θέλησε να πορευτεί στις γραμμές του νόμου, δολιεύτηκε τους λόγους των προφητών. Ο μεγαλύτερος όμως γιός τα χρησιμοποίησε όλα για τη δόξα του Θεού.

Στο ίδιο μέτρο τους τα παραχώρησε και τους άφησε να πορευτούν κατά το θέλημά τους· δεν υποχρεώνει κανένα που δεν θέλει να τον υπηρετεί. Αν ήθελε να μας υποχρεώσει, ούτε λογικούς θα μας δημιουργούσε ούτε αυτεξούσιους. Όλα αυτά ο μικρός τα σπατάλησε αμέσως. Και ο λόγος, η αποδημία του στα μακρινά. Όταν, δηλαδή, ο άνθρωπος απομακρυνθεί από το Θεό και θέσει τον εαυτό του πέρα από το θείο φόβο εξαντλεί όλα τα θεία δώρα. Όταν μένουμε κοντά στο Θεό, τίποτα τέτοιο δεν κάνουμε που οδηγεί στην απώλεια κατά το λόγο «απ’ την αρχή έβλεπα τον Κύριο δίπλα μου, στα δεξιά μου παντοτινά για να μην ταραχτώ». Όταν όμως απομακρυνθούμε απ’ αυτόν κι αποστρατήσουμε από το θέλημά του, πράττουμε και πάσχουμε τα χειρότερα, πάλι κατά το λόγο «όσοι απομακρύνονται από σένα θα χαθούν».

ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΟΛΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ



Α. ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ
«Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δὸς μοὶ τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας» (Λουκ. ιε΄ 11-12). Ἕνας ἄνθρωπος εἶχε δύο γιούς. Καὶ εἶπε ὁ νεώτερος ἀπ’ αὐτοὺς στὸν πατέρα του: πατέρα, δός μου τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας ποὺ μοῦ ἀνήκει. Κι ὁ πατέρας τοὺς μοίρασε τὴν περιουσία. Πόσο ἁπλὸ μὰ καὶ πόσο δραματικὸ εἶναι τὸ ξεκίνημα τῆς παραβολῆς αὐτῆς! Πόσο βάθος κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴν ἁπλότητα αὐτή! Πίσω ἀπὸ τὶς λέξεις “ἄνθρωπός τις”, κρύβεται ὁ Θεός. Κάτω ἀπὸ τὶς λέξεις δύο υἱούς, ὑπάρχουν ὁ δίκαιος ἄνθρωπος κι ὁ ἁμαρτωλός, ἢ μᾶλλον, ὅλοι οἱ δίκαιοι ἄνθρωποι κι ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί. Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Θεὸς στὴν ἀρχὴ δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο δίκαιο. Ἀργότερα ἔγινε ἁμαρτωλός. Ὁ ἁμαρτωλὸς ζητάει τὸ μερίδιό του, τόσο ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅσο κι ἀπὸ τὸν δίκαιο ἀδερφό του.
Μὲ τοὺς δύο γιοὺς πρέπει ἐπίσης νὰ κατανοήσουμε τὴ διπλὴ φύση ποὺ ἔχει κάθε ἄνθρωπος: τὴ μία ποὺ διψάει γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἄλλη ποὺ ρέπει πρὸς τὴν ἁμαρτία. Ἡ μία φύση πιέζει τὸν ἄνθρωπο νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τοῦ νοῦ, ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· ἡ ἄλλη τὸν σπρώχνει νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τῆς σάρκας (βλ. Ρωμ. ζ΄ 22-23). Ἔχουμε τὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο καὶ τὸν σαρκικό, δύο ἀνθρώπους νὰ συνυπάρχουν στὸν ἕνα. Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φανταστεῖ πὼς θὰ ζήσει μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ σαρκικὸς νομίζει πὼς ἡ ζωή του ἀρχίζει, μόνο ὅταν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος εἶναι πρεσβύτερος, ὁ σαρκικὸς νεώτερος. Ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ δημιουργία του ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος εἶναι πρεσβύτερος, ἀφοῦ μαθαίνουμε πὼς ὁ Θεὸς εἶπε στὴν ἀρχή: «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡμετέραν» (Γεν. α΄ 26).
Περιουσία του ανθρώπου είναι το λογικό, με επακολούθημα την αυτεξουσιότητα γιατί κάθε λογικό είναι αυτεξούσιο. Μας παραχωρεί ο Κύριος το λόγο, για να τον χρησιμοποιούμε κατά το θέλημά μας, σαν δικό μας κτήμα. Και τον παραχωρεί σ’ όλους εξίσου, γιατί όλοι είμαστε εξίσου λογικοί, εξίσου αυτεξούσιοι.

Κυριακή Α’ Λουκά Ἕβγα ἀπ’ τὴ βάρκα μου, Κύριε, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλός.


(Λουκ. ε΄. 1-11)

«Τὸν ἐστρίμωχναν τὰ πλήθη, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ κι αὐτὸς στεκόταν κοντὰ στὴ λίμνη Γενησαρέτ. Εἶδε δυὸ βάρκες ἀραγμένες στὴν ἀκρολιμνιά· οἱ ψαράδες πιὸ κεῖ ἔπλυναν τὰ δίχτυα τους. Μπῆκε σὲ μιὰ ἀπ’ αὐτὲς ποὺ ἦταν τοῦ Σίμωνα καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ξεμακρύνη λίγο ἀπὸ τὴ στεριά. Κι ἀφοῦ κάθισε ἄρχισε νὰ διδάσκη τὸν κόσμο μέσ’ ἀπὸ τὴ βάρκα. Ὅταν τέλειωσε εἶπε στὸ Σίμωνα· Γύρισε στ’ ἀνοιχτὰ καὶ ρίξετε τὰ δίχτυα γιὰ ψάρεμα.

Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Σίμωνας καὶ τοῦ εἶπε· Δάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα κοπιάσαμε καὶ δὲν πιάσαμε τίποτα. Θὰ ρίξω ὅμως τὸ δίχτυ ἀφοῦ τὸ ὁρίζεις. Ἔκαμαν ἔτσι κι ἔπιασαν τόσο μεγάλο πλῆθος ψάρια ποὺ ἄρχισε τὸ δίχτυ νὰ σπάζη. Φώναξαν τοὺς συνεταίρους τους τῆς δεύτερης βάρκας νὰ πᾶν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Πῆγαν καὶ γέμισαν καὶ οἱ δύο βάρκες σὲ σημεῖο νὰ βουλιάζουν. Ὅταν τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Σίμωνας πέφτει στὰ γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλεῖ. Ἕβγα ἀπ’ τὴ βάρκα μου, Κύριε, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλός. Τὸν εἶχε γεμίσει θάμπος κι αὐτὸν κι ὅλους τοὺς συντρόφους του γιὰ τὰ ψάρια ποὺ εἶχαν πιάσει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμοια εἶχαν ξαφνιαστῆ κι ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου ποὺ ἦσαν συνέταιροι τοῦ Σίμωνα. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς εἶπε στὸν Σίμωνα· Μὴ φοβᾶσαι, ἀπὸ τώρα θὰ ψαρεύης ἀνθρώπους. Κι ἀφοῦ ἔσυραν τὰ πλοῖα στὴ στεριά, τὰ παράτησαν ὅλα καὶ τὸν ἀκολούθησαν».

Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου - Υπομνηματισμός της Αποστολικής περικοπής από τον άγιο Θεοφύλακτο Βουλγαρίας

Μπορούν να απαντήσουν όσοι διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για τις αιρετικές θέσεις και πράξεις των οικουμενιστών επισκόπων αλλά παράλληλα κοινωνούν μαζί τους στο  σχόλιο του αγ. Νικοδήμου στον άγ. Θεοφύλακτο:

"γι΄αυτό πρέπει να αποφεύγουν οι Χριστιανοί αυτούς και όλους τους αιρετικούς σαν λοιμούς και πανούκλες, για να μην πανουκλιάσουν κι αυτοί μαζί με αυτούς και απωλεσθούν"

 

Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου [: Τίτ. 3, 8-15]

ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ

  [απόδοση στην απλή ελληνική και πρόσθετα σχόλια: Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης]

   «Πιστὸς ὁ λόγος (:Το ότι δικαιωθήκαμε και αναγεννηθήκαμε και θα κληρονομήσουμε την αιώνια ζωή είναι λόγος και αλήθεια αξιόπιστη)»[Τίτ.3,8].

    Επειδή παραπάνω είπε ο Απόστολος για μέλλοντα πράγματα, το δε μέλλον είναι άδηλο και αόρατο, γι΄αυτό εδώ προσθέτει και το αξιόπιστο στον λόγο του και λέγει ότι αυτό που είπα είναι αξιόπιστο και βέβαιο από τα περασμένα και προηγούμενα αγαθά, που απολαύσαμε· επειδή ο Θεός που μας έδωσε τόσα αγαθά στον προηγούμενο καιρό, Αυτός θα μας δώσει και στον μέλλοντα

    «Καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ (:Και γι' αυτά τα θέματα θέλω να μιλάς με βεβαιότητα και με κύρος, για να φροντίζουν όσοι έχουν πιστέψει στον Θεό να πρωτοστατούν ακούραστα σε καλά έργα)».

    Επειδή παραπάνω ανέφερε ο Απόστολος για την υπερβολική αγαθότητα που έδειξε ο Θεός σε εμάς, επειδή μας έσωσε με τη χάρη, ενώ ήμασταν απελπισμένοι, γι΄αυτό τώρα λέγει στον Τίτο, ότι «θέλω να διδάσκεις γι’αυτά τον λαό σου, για να μάθουν οι  Χριστιανοί, όχι μόνο να είναι ταπεινόφρονες και να μην κατακρίνουν τους άλλους ως αμαρτωλούς, αλλά και να ελεούν και να ευσπλαχνίζονται τους αδελφούς τους, διότι όποιος στοχάζεται το έλεος που έκανε ο Θεός προς αυτόν, οπωσδήποτε θα ελεήσει και αυτός τον αδελφό του. Και τι θα διδάσκεις τους Χριστιανούς για να φροντίζουν, Τίτε; Δηλαδή το να έχουν ένα μόνο έργο και μία φροντίδα ακατάπαυστη, να βοηθούν τους αδικουμένους, να προνοούν και να προστατεύουν(διότι αυτό δηλώνει το «προΐστασθαι καλῶν ἔργων») τις χήρες και τα ορφανά και να μην περιμένουν να έρχονται προς αυτούς όσοι έχουν ανάγκη και να τους παρακαλούν, αλλά αυτοί μόνοι από μόνοι τους να μεριμνούν και να φροντίζουν γι’αυτούς»1.

    «ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις (:Αυτά είναι τα καλά έργα και τα ωφέλιμα στους ανθρώπους· αυτά για τα οποία σας μίλησα)».

   «Αυτά είναι», λέγει, «Τίτε, τα καλά και ωφέλιμα πράγματα στους ανθρώπους, δηλαδή, αυτή η φροντίδα και η προστασία των καλών έργων, ή αυτά τα ίδια καλά έργα».

    «Μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιΐστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιαι (:Απόφευγε τις ανόητες συζητήσεις και τις γενεαλογίες για τους μυθικούς θεούς ή τους ευγενείς προγόνους, όπως και τις φιλονικίες και διαμάχες για τον ιουδαϊκό νόμο, διότι δεν φέρνουν καμία ωφέλεια και είναι μάταιες)»[Τίτ.3,9].

    «Μωράς ζητήσεις» λέγει ο Παύλος τις ανωφελείς και μάταιες, όπως μόνος το ερμηνεύει, αυτές δηλαδή, που οι άπιστοι Ιουδαίοι προβάλλουν στους Χριστιανούς· «γενεαλογίες» ονομάζει εκείνες που απαριθμούν οι ίδιοι Ιουδαίοι, γενεαλογούντες τους παλαιούς Πατριάρχες και τους προγόνους τους και καυχώμενοι σε αυτούς, ότι τάχα είναι απόγονοι αυτών· διότι ποιο όφελος έχει ένας που αμαρτάνει με το να έχει πατέρα και πρόγονό του τον Αβραάμ; Μάλλον όμως και βλάβη και καταδίκη μεγαλύτερη του συμβαίνει, διότι από τον δίκαιο Αβραάμ καταγόμενος, δεν πράττει τα έργα του Αβραάμ 2.

    «Περιΐστασο» λοιπόν, λέγει, «ταύτας», δηλαδή «να τις αποφεύγεις, επειδή δεν πρέπει να αφήνεις τα αναγκαία και πνευματικά έργα, τα οποία είναι χρήσιμα για τη δική σου ωφέλεια και την ωφέλεια των Χριστιανών και να ξοδεύεις τον καιρό σου σε ματαιολογίες και φιλονικίες ακερδείς· διότι ποιο κέρδος υπάρχει», λέγει, «με το να μάχεσαι και να φιλονικείς, Τίτε, εκεί που δεν μπορείς να φέρεις κάποιον στην πίστη του Χριστού και να τον σώσεις; Βέβαια, κανένα». Αλλά πιθανόν να απορήσει κανείς: Πώς παραπάνω διέταξε τον Τίτο ο Παύλος, να αποστομώνει εκείνους που αντιλέγουν;[Τίτ.1,11: «Οὓς δεῖ ἐπιστομίζειν, οἵτινες ὅλους οἴκους ἀνατρέπουσι διδάσκοντες ἃ μὴ δεῖ αἰσχροῦ κέρδους χάριν(:Αυτούς πρέπει ο επίσκοπος να τους αποστομώνει. Είναι άνθρωποι που αναστατώνουν και αναποδογυρίζουν ολόκληρα σπίτια, διδάσκοντας πράγματα που δεν πρέπει, μόνο και μόνο για να κερδίσουν χρήματα με αθέμιτο τρόπο)»]. Και απαντούμε, ότι όταν μερικοί αντιλέγουν για βλάβη άλλων αδελφών, τότε πρέπει να τους αποστομώσουμε, για να μη ζημιωθούν από αυτό οι αδελφοί μας· για την ωφέλεια όμως των αντιλεγόντων δεν πρέπει τελείως ούτε να προσπαθήσουμε να μιλήσουμε με αυτούς, επειδή αυτοί δεν θα ωφεληθούν από τα λόγια μας, όντας αδιόρθωτοι και αγιάτρευτοι.

    «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν3 καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος (:Αιρετικό άνθρωπο που επιμένει να δημιουργεί σκάνδαλα και διαιρέσεις στην Εκκλησία, μολονότι τον συμβούλευσες για πρώτη και δεύτερη φορά, παράτησέ τον και απόφευγέ τον. Γνώριζε ότι ένας τέτοιος άνθρωπος έχει διαστραφεί και αμαρτάνει· και για την αμαρτία του αυτήν ελέγχεται και κατακρίνεται από τη συνείδησή του και από τον ίδιο του τον εαυτό )»[Τίτ.3,10-11].

    Γιατί εδώ λέγει ο Παύλος, να αφήνουμε μετά από πρώτη και δεύτερη φορά τον αιρετικό άνθρωπο και να μην του ομιλούμε πλέον, προς τον Τιμόθεο όμως λέγει να παιδεύει με πραότητα τους εναντίους, μήπως τους δώσει ο Θεός μετάνοια; Διότι λέγει τα εξής: «Ἐν πρᾳότητι παιδεύοντα τοὺς ἀντιδιατιθεμένους, μήποτε δῷ αὐτοῖς ὁ Θεὸς μετάνοιαν εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας καὶ ἀνανήψωσιν ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου παγίδος, ἐζωγρημένοι ὑπ᾿ αὐτοῦ εἰς τὸ ἐκείνου θέλημα (:Πρέπει ο δούλος του Κυρίου να παιδαγωγεί και να συνετίζει με πραότητα εκείνους που έχουν αντίθετα φρονήματα. Ποιος ξέρει μήπως καμιά φορά τους δώσει ο Θεός μετάνοια, και οδηγηθούν στην πλήρη και ορθή γνώση της αλήθειας και συνέλθουν από τη μέθη στην οποία έχουν βυθιστεί από το πνεύμα της πλάνης, στην οποία τους έπιασε ο διάβολος, και τους συλλάβει τώρα ως αιχμαλώτους ο δούλος του Θεού, έτσι ώστε να φροντίζουν να εφαρμόζουν το θέλημα Εκείνου)»[Β΄Τιμ.2,25]· και απαντούμε, ότι εκεί μεν λέγει ο Απόστολος για εκείνους, που δείχνουν ελπίδα διορθώσεως, ενώ εδώ λέγει για τον αδιόρθωτο και αγιάτρευτο αιρετικό, που είναι ξεστραμμένος σε όλα και αυτοκατάκριτος, δηλαδή αναπολόγητος, επειδή δεν μπορεί να πει ότι δεν με νουθέτησε κανείς, ούτε κανένας με δίδαξε να μάθω την αλήθεια, διότι μολονότι νουθετήθηκε και διδάχθηκε και μία και δύο φορές, έμεινε στην πλάνη του. Όταν λοιπόν αυτός μετά από μία και δεύτερη νουθεσία και διδαχή επιμένει στην πλάνη του, τότε είναι αυτοκατάκριτος και αναπολόγητος και γι΄αυτό πρέπει να τον αποφεύγουν οι Χριστιανοί4.

    «῞Οταν πέμψω ᾿Αρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι (:Όταν σου στείλω τον Αρτεμά ή τον Τυχικό, φρόντισε γρήγορα να έλθεις στη Νικόπολη, διότι εκεί αποφάσισα να περάσω τον χειμώνα)»[Τίτ.3,12].

     Για ποιον λόγο ο Παύλος, αφού εμπιστεύτηκε τόση μεγάλη νήσο της Κρήτης στον Τίτο και, αφού του εμπιστεύθηκε τόσο πολυάριθμο πλήθος Χριστιανών, δεν τον αφήνει να επιμένει στην ποιμαντική του επιστασία, αλλά πάλι τον παίρνει κοντά του; Και απαντούμε, ότι αυτό το κάνει ο Απόστολος για να ωφελήσει τον Τίτο περισσότερο και για να τον δείξει τέλειο στο επάγγελμα και στο έργο της Επισκοπής· επειδή ήθελε να τον εξετάσει, αν οικονόμησε καλώς και φύλαξε εκείνα, που αυτός του εμπιστεύτηκε και παρέδωσε. Η δε Νικόπολις είναι πόλις της Θράκης, αλλά πλησιάζει στη Μακεδονία, ευρισκόμενη επάνω στον Ίστρο ποταμό, κατά τον Θεοδώρητο και Θεοφύλακτο5.

   «Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ ᾿Απολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ (:Τον Ζηνά τον νομοδιδάσκαλο και τον Απολλώ κατευόδωσέ τους, ετοιμάζοντας με επιμέλεια ό,τι τους χρειαστεί, για να μην τους λείπει τίποτε στο ταξίδι τους)» [Τίτ. 3,13].

   Ο Ζηνάς αυτός ήταν νομικός, δηλαδή έμπειρος των ιουδαϊκών νόμων· ο δε Απολλώ ήταν λογιότερος από τον Ζηνά και με δύναμη στις θείες Γραφές, όπως μαρτυρούν οι Πράξεις [κεφ.18]6· οι Απόστολοι όμως αυτοί ακόμη δεν είχαν εμπιστευτεί Εκκλησίες· το δε «ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ» δηλώνει: αντί του «κάνε τους να έχουν κάθε αυτάρκεια των αναγκαίων», φαγητών δηλαδή, και ενδυμάτων, ώστε να μη στερούνται κανένα από αυτά.

   «Μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι (:Με την ευκαιρία μάλιστα της προετοιμασίας αυτής παίρνουν μάθημα και οι δικοί μας να πρωτοστατούν και να εργάζονται καλά έργα και να συντρέχουν τους αδελφούς στις απαραίτητες υλικές τους ανάγκες, για να μη στερούνται από πνευματικούς καρπούς)» [Τίτ.3,14].

      Με τα λόγια αυτά είναι σαν να λέγει ο θεσπέσιος Παύλος προς τον Τίτο: «Μπορούσα και με άλλον τρόπο να κάνω ανενδεείς τον Ζηνά και τον Απολλώ, αλλά δεν θέλω· γιατί; «Ἳνα καὶ οἱ ἡμέτεροι», δηλαδή, για να μπορέσουν οι επαρχιώτες σου και δικοί μου μαθητές, Χριστιανοί Κρητικοί, από τα εφόδια και αναγκαία που θα δώσουν σε αυτούς, να μάθουν να προΐστανται καλών έργων δηλαδή να μεριμνούν γι’ αυτούς τους αδελφούς, που έχουν ανάγκη και με το δόσιμο των χρημάτων και με λόγια και με κάθε άλλο τρόπο, όχι τόσο για να κερδίσουν οι πτωχοί και όσοι έχουν ανάγκη αδελφοί, αλλά μάλλον για να αποκτήσουν αυτοί που δίνουν καρπό και ωφέλεια στην ψυχή τους από τη φιλανθρωπία και το έλεος, που θα δείξουν στους πτωχούς· διότι και ο Κύριος, που έθρεψε μία φορά πέντε χιλιάδες άντρες, μπορούσε να τρέφει πάντοτε και τον εαυτό Του και τους μαθητές Του· αλλά όμως θέλησε να τρέφεται και Αυτός και οι μαθητές Του(αφού βαπτίστηκε δηλαδή, και όχι προ του βαπτίσματος) από γυναίκες7, γιατί; Για να κερδίσουν εκείνες τον της ελεημοσύνης μισθό· έτσι και τώρα κάνει σε εμάς· και δεν ωφελεί τόσο ο Θεός τους πτωχούς, με τη δική μας δόση και ελεημοσύνη, όσο ωφελεί εμάς τους ίδιους, που ελεούμε διαμέσου των ελεουμένων πτωχών· επειδή και οι πτωχοί γίνονται αίτιοι σε εμάς να λάβουμε τη συγχώρηση των αμαρτιών μας και να αποκτήσουμε την προς τον Θεό παρρησία· γι΄αυτό και ο Κύριος είπε: «Ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας, ἵνα, ὅταν ἐκλίπητε, δέξωνται ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνάς(:Κάντε λοιπόν κι εσείς φίλους απ’ τον άδικο πλούτο ευεργετώντας με φιλανθρωπίες τους συνανθρώπους σας, ώστε όταν πεθάνετε, να σας υποδεχθούν οι φίλοι σας αυτοί στις αιώνιες σκηνές του παραδείσου)»[Λουκ.16,9].

   «᾿Ασπάζονταί σε οἱ μετ' ἐμοῦ πάντες. ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. (:Σε χαιρετούν εγκάρδια όλοι όσοι είναι μαζί μου. Χαιρέτησε όσους μας αγαπούν, επειδή έχουν κοινή πίστη με μας)» [Τίτ.3,15].

    «Σε χαιρετούν», λέγει, «όσοι ευρίσκονται μαζί με εμένα· χαιρέτισε και εσύ από μέρους μου εκείνους που μας αγαπούν εν πίστει, δηλαδή πιστά και άδολα και καθαρά· χαιρέτισε εκ μέρους μου τους πιστούς Χριστιανούς που μας αγαπούν».

     «῾Η χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν (:Σας εύχομαι η χάρις του Θεού να είναι με όλους εσάς. Αμήν)» [Τίτ.3,15].8

       Με αυτά τα τελευταία λόγια εύχεται ο Παύλος να φυλάγεται στον Τίτο και στους επαρχιώτες του Χριστιανούς σώα και ολόκληρη η χάρις και δωρεά του Θεού· ή εύχεται να είναι μαζί τους πάντοτε η φιλανθρωπία του Θεού, διαφυλάσσοντάς τους με τη θεία χάρη, η οποία θεία χάρις εύχομαι να είναι ιδιαίτερα και με εμάς που την έχουμε ιδιαίτερα ανάγκη και να φυλάγει τις ψυχές και τα σώματά μας « ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι »· ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

         Η προς Τίτον τον πρώτο της Κρήτης Επίσκοπο επιστολή αυτή, γράφτηκε από τη Νικόπολη της Μακεδονίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ:

1.     Λέγει και ο Θεοδώρητος στην ερμηνεία του ρητού αυτού: «Δεν επαρκεί η πίστη, όταν είναι απογυμνωμένη από τα αγαθά έργα».

2.      Ο Οικουμένιος λέει ότι πιθανόν να εννοεί εδώ τις γενεαλογίες των Ελλήνων, οι οποίοι γενεαλογώντας τους θεούς τους λέγουν ότι ο Κρόνος γέννησε τον Δία και άλλος τον άλλο.

3.     Έτσι αναφέρεται το ρητό από τον Χρυσόστομο, Οικουμένιο, Θεοφύλακτο και στις περισσότερες εκδόσεις, αν και σε μερικά χειρόγραφα αναφέρεται με το «μετά πρώτην».

4.      Γι΄αυτό και ο Μέγας Βασίλειος λέγει: «Τον αιρετικό πρέπει να τον αποφεύγει κανείς» (Λόγος περί Ασκήσεως). Γι΄αυτό διαβάζουμε στην Εκκλησιαστική Ιστορία ότι οι Σαμοσατείς δεν ήθελαν να μπαίνουν στα θερμά λουτρά, διότι σε αυτά είχε πλυθεί ο Αρειανός Ευνόμιος.

    Πρβ. Β΄Τιμ.2,17: «καὶ ὁ λόγος αὐτῶν ὡς γάγγραινα νομὴν ἕξει (:και η διδασκαλία τους θα εξαπλωθεί σαν γάγγραινα)». Έτσι ο Ιερός Αυγουστίνος βεβαίωσε με το παράδειγμα τούτο της φάγουσας, που αναφέρει ο Απόστολος εδώ, ότι των αιρετικών η κακοδοξία, πάντοτε πηγαίνει στο χειρότερο και γίνεται μεγαλύτερη πληγή, όπως η φάγουσα· διότι οι Μανιχαίοι αρχίζοντας από τη μύγα έκαναν αρχή του κακού τον Θεό· ρωτά λοιπόν καθ’ υπόθεσιν, ένας Μανιχαίος: «Ποιος δημιούργησε τη μύγα;» Και απαντά ο άλλος ομόφρονάς του πως «δεν τη δημιούργησε ο Θεός αλλά ο διάβολος· επειδή η μύγα είναι ένα ζώο, που πειράζει και ενοχλεί τους ανθρώπους εκείνους, επάνω στους οποίους θα καθίσει· τέτοιο όμως πειραστικό και βλαβερό ζώο είναι και η μέλισσα, λοιπόν και αυτήν ο διάβολος την εδημιούργησε·τέτοιο είναι και η ακρίδα· οπωσδήποτε και αυτήν ο διάβολος την έκανε; Ποιος έκανε τα πουλιά; Ποιος τα πρόβατα; Ποιος τον άνθρωπο; Όλα αυτά ο διάβολος τα δημιούργησε». Τέτοια ήταν η πολύπλοκη σειρά των αιρετικών φρονημάτων των Μανιχαίων· γι΄αυτό πρέπει να αποφεύγουν οι Χριστιανοί αυτούς και όλους τους αιρετικούς σαν λοιμούς και πανούκλες, για να μην πανουκλιάσουν κι αυτοί μαζί με αυτούς και απωλεσθούν· γι΄αυτό παραγγέλλει ο Σολομώντας: «Ἒκβαλε ἐκ συνεδρίου λοιμόν(:Διώξε από κάθε συνέδριο τον χλευαστή και αυθάδη άνθρωπο)»[Παρ.22,10] και ο προφήτης Δαβίδ ο πατέρας του μακαρίζει εκείνον τον άνθρωπο, που δεν κάθισε μαζί με τους λοιμούς·  «Μακάριος ἀνήρ, ὃς  ἐπὶ καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν(:Μακάριος και πανευτυχής είναι ο άνθρωπος που δεν κάθισε εκεί, όπου επιμένουν αμετανοήτως να κάθονται διεφθαρμένοι και φθοροποιοί άνθρωποι και όπου θα μεταδιδόταν και σε αυτόν το ψυχοφθόρο και ολέθριο μόλυσμά τους)»[Ψαλμ.1,1]. Γι’αυτόν και τον θεσπέσιο Πολύκαρπο όταν τον ρώτησε ο αιρετικός Μαρκίωνας, εάν γνωρίζει ποιος είναι, του απάντησε ο Άγιος ότι τον γνωρίζει πως είναι ο πρωτότοκος υιός του διαβόλου.

   Και ο Μέγας Αθανάσιος γράφει στον βίο του Μεγάλου Αντωνίου, ότι ο Αντώνιος απέφευγε ως πανούκλα τους Αρειανούς και αιρετικούς· γι'αυτό και η ΣΤ΄Σύνοδος προστάζει να κατακαίγονται τα πλασθέντα και ψευδομαρτυρολόγια που έχουν δημιουργηθεί από τους αιρετικούς, στον ξγ΄ κανόνα της· και οι Απόστολοι προστάζουν να μη δημοσιεύονται τα ψευδεπίγραφα των ασεβών βιβλία, ως άγια, κανών ζ΄. Ο δε βασιλεύς Σολομώντας προστάζει τους όμοιούς του βασιλείς να απομακρύνουν τους ασεβείς και να μην τους αφήνουν να σπέρνουν τα ζιζάνια της ασέβειάς τους στους Χριστιανούς: «Λικμήτωρ ἀσεβῶν βασιλεὺς σοφός(: Ο σοφός βασιλιάς λιχνίζει και ξεχωρίζει από τους καλούς τους κακοποιούς και τους ασεβείς)»[Παρ.22,10].

   Πρβ. επίσης: «Ἒλεγχε αὐτοὺς ἀποτόμως(:Γι΄αυτόν τον λόγο έλεγχέ τους απότομα)»[Τίτ.1,13].  Σημείωσε ότι κατά τον Θεοδώρητο δεν είναι αντίθετο αυτό που λέγει εδώ ο Παύλος: «Ἒλεγχε αὐτοὺς ἀποτόμως» με εκείνο που λέγει στην προς Τιμόθεο Β΄: «ἐν πρᾳότητι παιδεύοντα τοὺς ἀντιδιατιθεμένους»[Β΄Τιμ.2,25], διότι σε εκείνους μεν που ακόμη δεν πίστεψαν στον Χριστό, πρέπει κανείς να προσφέρει τη θεία διδασκαλία με πραότητα και με μαλακό τρόπο· σε εκείνους όμως που πίστεψαν και έπειτα κάνουν ενάντια της πίστεως πρέπει να τους ελέγχει κανείς και με αυστηρά ιατρικά να τους θεραπεύει.

5.     Η Νικόπολις είναι πόλις της Ηπείρου, όπως λέγει ο Μαρκιανός· υπάρχει και άλλη Νικόπολις της Βιθυνίας(η οποία τώρα λέγεται Μουντανία), υπάρχει και άλλη Νικόπολις της μικράς Αρμενίας. Λέγει ο Θεοδώρητος ότι έγραψε την Επιστολή αυτή ο Παύλος τον καιρό εκείνο, που ήταν στη Μακεδονία. Οπότε και αληθέστερο είναι ότι η Νικόπολις, για την οποία γράφει εδώ ο Παύλος, είναι πόλις της Θράκης. Ο Στράβων γράφει ότι η Νικόπολις της Ηπείρου Αμβρακία ονομαζόταν· την ονομάσε έτσι ο Σεβαστός, αφού καταναυμάχησε και νίκησε τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα, τη βασίλισσα των Αιγυπτίων(Βιβλίο Ζ΄).

6.     Βλ. και Α΄Κορ.3,4: «Ὃταν γὰρ λέγῃ τις, ἐγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἕτερος δὲ ἐγὼ Ἀπολλώ, οὐχὶ σαρκικοί ἐστε;(:όταν δηλαδή ο ένας λέει, εγώ είμαι του Παύλου, ο άλλος πάλι εγώ είμαι του Απολλώ, δεν είστε άνθρωποι σαρκικοί;)».

7.      Λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς: «Καὶ γυναῖκές τινες αἳ ἦσαν τεθεραπευμέναι ἀπὸ νόσων καὶ μαστίγων καὶ πνευμάτων πονηρῶν καὶ ἀσθενειῶν, Μαρία ἡ καλουμένη Μαγδαληνή, ἀφ᾿ ἧς δαιμόνια ἑπτὰ ἐξεληλύθει, καὶ Ἰωάννα γυνὴ Χουζᾶ ἐπιτρόπου Ἡρῴδου, καὶ Σουσάννα καὶ ἕτεραι πολλαί, αἵτινες διηκόνουν αὐτῷ ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς».

8.     Σημείωσε ότι κατά τον Θεοδώρητο το «Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν» ήταν ασπασμός του Παύλου, τον οποίο συνήθιζε να γράφει με τα άγια του τα χέρια και είναι αντί του «Υγιαίνετε» που εμείς συνηθίζουμε να γράφουμε τώρα στο τέλος των Επιστολών.

                 ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

                         επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος   

ΠΗΓΕΣ:

  • Βενεδίκτου ιερομονάχου αγιορείτου, Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Ερμηνεία των δεκατεσσάρων επιστολών του αποστόλου Παύλου, τόμος δεύτερος, σελ. 722-726, Έκδοση συνοδίας Σπυρίδωνος ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδων Α΄», Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, 2020.
  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
  • Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.

Κυριακή Α’ Λουκᾶ

             (Λουκ. ε΄. 1-11)

«Τὸν ἐστρίμωχναν τὰ πλήθη, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ κι αὐτὸς στεκόταν κοντὰ στὴ λίμνη Γενησαρέτ. Εἶδε δυὸ βάρκες ἀραγμένες στὴν ἀκρολιμνιά· οἱ ψαράδες πιὸ κεῖ ἔπλυναν τὰ δίχτυα τους. Μπῆκε σὲ μιὰ ἀπ’ αὐτὲς ποὺ ἦταν τοῦ Σίμωνα καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ξεμακρύνη λίγο ἀπὸ τὴ στεριά. Κι ἀφοῦ κάθισε ἄρχισε νὰ διδάσκη τὸν κόσμο μέσ’ ἀπὸ τὴ βάρκα. Ὅταν τέλειωσε εἶπε στὸ Σίμωνα· Γύρισε στ’ ἀνοιχτὰ καὶ ρίξετε τὰ δίχτυα γιὰ ψάρεμα.

Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Σίμωνας καὶ τοῦ εἶπε· Δάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα κοπιάσαμε καὶ δὲν πιάσαμε τίποτα. Θὰ ρίξω ὅμως τὸ δίχτυ ἀφοῦ τὸ ὁρίζεις. Ἔκαμαν ἔτσι κι ἔπιασαν τόσο μεγάλο πλῆθος ψάρια ποὺ ἄρχισε τὸ δίχτυ νὰ σπάζη. Φώναξαν τοὺς συνεταίρους τους τῆς δεύτερης βάρκας νὰ πᾶν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Πῆγαν καὶ γέμισαν καὶ οἱ δύο βάρκες σὲ σημεῖο νὰ βουλιάζουν. Ὅταν τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Σίμωνας πέφτει στὰ γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλεῖ. Ἕβγα ἀπ’ τὴ βάρκα μου, Κύριε, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλός. Τὸν εἶχε γεμίσει θάμπος κι αὐτὸν κι ὅλους τοὺς συντρόφους του γιὰ τὰ ψάρια ποὺ εἶχαν πιάσει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμοια εἶχαν ξαφνιαστῆ κι ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου ποὺ ἦσαν συνέταιροι τοῦ Σίμωνα. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς εἶπε στὸν Σίμωνα· Μὴ φοβᾶσαι, ἀπὸ τώρα θὰ ψαρεύης ἀνθρώπους. Κι ἀφοῦ ἔσυραν τὰ πλοῖα στὴ στεριά, τὰ παράτησαν ὅλα καὶ τὸν ἀκολούθησαν».

Ἀποφεύγει ὁ Κύριος τὴ φήμη, κι αὐτὴ τόσο περισσότερο τὸν καταδιώκει. Ἐρχόταν ὁ κόσμος, κι ἐκεῖνος ἀνεβαίνει στὸ πλοῖο. Γιὰ νὰ μιλάη ἀπὸ τὸ πλοῖο σ’ αὐτοὺς ποὺ στέκονταν στὴν ἀμουδιά· ὅλοι ἀπέναντί του. Κι ἀφοῦ μίλησε στὸ πλῆθος, δὲν ἄφησε χωρὶς ἀμοιβὴ τὸν κύριο τοῦ πλοίου. Τὸν εὐεργετεῖ διπλά: τοῦ χάρισε πλῆθος ψάρια καὶ τὸν κάμει μαθητή του.

Θαυμάστε τὸν τρόπο τοῦ Κυρίου, πῶς προσελκύει καθένα μὲ τὰ δικὰ του καὶ τοὺς συντρόφους του. Προσέξετε καὶ τὴν ἠπιότητα τοῦ Χριστοῦ πῶς παρακαλεῖ τὸν Πέτρο ν’ ἀπομακρύνη τὸ πλοῖο ἀπὸ τὴ γῆ. Τὴ λέξη ἠρώτησε πρέπει νὰ τὴν πάρωμε στὴ θέση τῆς λέξης παρακάλεσε. Ἀλλὰ ὁ Πέτρος πόσο βολικὸς ἦταν ὥστε νὰ δεχθῆ στὸ πλοῖο του ἄνθρωπο ποὺ δὲ γνώριζε καὶ νὰ τὸν ἀκούη σὲ ὅλα. Ὅταν τοῦ εἶπε νὰ πᾶνε ἀνοιχτά, δὲν ἀρνήθηκε. Μποροῦσε νὰ πῆ. Ὅλη τὴ νύχτα κοπίασα καὶ δὲν ἐκέρδισα τίποτα καὶ τώρα νὰ σὲ ἀκούσω καὶ νὰ ὑποβληθῶ σὲ νέους κόπους; Δὲν εἶπε τίποτα ἀπ’ αὐτά. Ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο. Ἀφοῦ μὲ συμβουλεύεις θὰ ρίξω τὸ δίχτυ στὴ θάλασσα. Τόσο θερμὴ ἦταν ἡ πίστη του καὶ προτοῦ πιστέψη. Γι’ αὐτὸ καὶ πιάνει τόσα ψάρια, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ τραβήξη καὶ κάμει νόημα στοὺς συντρόφους του, στοὺς συνεργάτες στὸ ἄλλο πλοῖο.

Μὲ νοήματα τοὺς προσκαλεῖ γιατὶ ἡ ἔκπληξή του ἀπὸ τὴν ψαριὰ δὲν τὸν ἄφηνε οὔτε νὰ μιλήση.

Μὲ πολὺ σεβασμὸ ἔπειτα ὁ Πέτρος ζητεῖ ἀπὸ τὸ Χριστὸ νὰ μὴ μείνη στὸ πλοῖο του, χαρακτηρίζοντας ἁμαρτωλὸ τὸν ἑαυτό του κι ἀνάξιο νὰ μείνη μαζί του.

Ἑρμηνεύσετέ τα ἄν θέλετε καὶ ἀλληγορικά. Τὸ πλοῖο εἶναι ἡ Συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων. Ὁ Πέτρος δίνει τὸν τύπο τῶν δασκάλων τοῦ Νόμου. Ὅλη τὴ νύχτα κοπίασαν οἱ δάσκαλοι πρὶν ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ δὲν ἔπιασαν τίποτε. Νύχτα· ὁ καιρὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ.

Κι ὅταν ἦλθε ὁ Χριστὸς καὶ ἔγινε ἡμέρα, ἀφοῦ πῆραν τὴ θέση τῶν νομοδιδασκάλων οἱ ἀπόστολοι στὸ λόγο ἐκείνου δηλαδὴ στὴν προσταγή του, ρίχνουν τὸ δίχτυ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ συλλαμβάνουν πλῆθος ἀνθρώπους.

Μόνος του ὁ καθένας δὲν μπορῆ οἱ ἀπόστολοι νὰ τραβήξουν τὸ δίχτυ μὲ τὰ ψάρια ἀλλὰ κάμουν νόημα στοὺς συντρόφους καὶ συνεργάτες τους καὶ συνεργάζονται μαζί τους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κατὰ τὶς διάφορες ἐποχὲς ποιμένες καὶ διδάσκαλοι τῶν Ἐκκλησιῶν, ποὺ ἐξηγοῦν καὶ ἑρμηνεύουν τὴν ἀποστολικὴ διδασκαλία καὶ συνεργάζονται μὲ τοὺς ἀποστόλους γιὰ νὰ συλλάβουν τοὺς ἀνθρώπους.

Προσέξετε καὶ τὴ φράση ρίχουν τὰ δίχτυα. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι τὸ δίχτυ, λέξη ταπεινὴ καὶ συνηθισμένη ποὺ ταιριάζει μὲ τὴν ἀσημότητα ἐκείνων ποὺ τὴν ἀκοῦν καὶ γι’ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος νὰ ριχτῆ στὴ θάλασσα. Κι ἄν κανένας ἔλεγε ὅτι φανερώνεται τὸ βάθος τῶν νοημάτων μὲ τὴν ἔκφραση ρίχουν τὸ δίχτυ στὴ θάλασσα, κι αὐτὸ δὲν θὰ ἦταν ἀταίριαστο.

Ἐκπληρώθηκε ὁ λόγος τοῦ προφήτου ποὺ εἶπε· Ἰδοὺ, ἐγὼ θὰ στείλω πολλοὺς ψαράδες, λέγει ὁ Κύριος. Κι ἔπειτα θὰ στείλω πολλοὺς κυνηγοὺς καὶ θὰ τοὺς συλλάβουν. Καὶ ψαράδες ἐννοεῖ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους, ἐνῶ κυνηγοὺς τοὺς κατὰ τὶς διάφορες ἐποχὲς προϊσταμένους καὶ διδασκάλους τῶν Ἐκκλησιῶν.

Πηγή