Φρίττουν ἀπὸ τὸν τάφο τὰ ἱερά του ὀστᾶ βλέποντας ἀρχιερεῖς καὶ ἄλλους κληρικοὺς καὶ θεολόγους νὰ παιρνοῦν ἀπὸ τὴ ῾Ρώμη καὶ νὰ ἀσπάζωνται τὸν πάπα, βλέποντας νὰ καταβάλλωνται τόσες προσπάθειες γιὰ τὴν «συμφιλίωσι» Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως καὶ νὰ γίνωνται συνέδρια ἐπὶ συνεδρίων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴ δική μου ταπεινὴ ἀντίληψι εἶνε παγίδες, στὶς ὁποῖες ζητοῦν νὰ παρασύρουν τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Σὲ μία τέτοια ἐποχὴ τὸ ὄνομα τοῦ ἱεροῦ Φωτίου δὲν εἶνε ἀρεστό· ζητοῦν νὰ τὸ λησμονήσουν, διότι θεωροῦν ὅτι ἡ ἀνάμνησίς του εἶνε βλαβερὰ γιὰ τὸ ἔργο τῆς ἑνώσεως τῶν «ἐκκλησιῶν»…Ζοῦμε σὲ ἡμέρες ποὺ συντελεῖται μία προδοσία τῆς ὀρθοδόξου πίστεως μέσα στοὺς κόλπους τῆς ἰδίας τῆς Ἐκκλησίας μας ἐκ μέρους ἐπισκόπων ἱεροκηρύκων καὶ θεολόγων, ἐκείνων ποὺ ἔπρεπε νὰ εἶνε οἱ πρῶτοι φύλακες τῆς ἱερᾶς παρακαταθήκης.
OIKOYMENIΣΜΟΣ-ΣΥΝΤΕΛΕΙΤΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑ, π. Αυγουστίνου Καντιώτη
6 Φεβρουαρίου, Τοῦ Μ. Φωτίου, Πατριάρχου Κων/λεως
OIKOYMENIΣΜΟΣ ΣΥΝΤΕΛΕΙΤΑΙ ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Μητροπολιτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
Πηγή: augoustinos-kantiotis
Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἡ ἁγία μας Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴν ἐπέτειο τῆς ἐκδημίας πρὸς Κύριον τοῦ ἱεροῦ Φωτίου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (820-893 μ.Χ.).
Εἶπαν, ὅτι ἡ ἱστορία εἶνε μιὰ πινακοθήκη, στὴν ὁποία ὁ χρόνος ἀναρτᾷ ἑκάστοτε εἰκόνες μεγάλων μορφῶν. Καὶ στὴν χριστιανικὴ ἱστορία ὑπάρχουν μεγάλες μορφές, ποὺ συνετέλεσαν στὴν ἐξάπλωσι καὶ ἑδραίωσι τῆς ἁγίας μας πίστεως. Μετὰ τὴν ἄχραντη εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπάρχουν ἄλλες μορφές. Ἀπὸ πλευρᾶς ἀγώνων γιὰ τὴν διατήρησι τῆς παρακαταθήκης τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀγώνων νὰ κρατηθῇ ἁγνὸ τὸ εὐαγγέλιο, ξεχωρίζουν τρεῖς μορφές· πρῶτος ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δεύτερος ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, καὶ τρίτος ὁ σημερινὸς ἅγιος.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῆς τάσεως ἰουδαϊκῶν κύκλων νὰ νοθεύσουν τὸν χριστιανισμὸ ὥστε νὰ παρουσιασθῇ ὡς μία παραφυάδα τοῦ ἰουδαϊσμοῦ. Ἀντιστάθηκε σ᾽ αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ στὸν ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος εἶχε βέβαια τὸ ἴδιο φρόνημα μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο ἀλλ᾽ ὡς πρὸς τὸ σημεῖο αὐτὸ φάνηκε γιὰ λίγο κάπως ὑποχωρητικός. Ὁ Παῦλος διακήρυξε, ὅτι στὴ νέα πίστι, τὴν πίστι τῆς χάριτος, δὲν ἰσχύουν πλέον οἱ τύποι, ἡ ἰουδαϊκὴ λατρεία, οἱ θυσίες καὶ ἡ περιτομή, ἀλλὰ «καινὴ κτίσις» (Γαλ. 6,15). Στὸν Παῦλο ὀφείλουμε τὸν διαχωρισμὸ τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὸν ἰουδαϊσμὸ καὶ τὴν αὐτοτέλεια τῆς χριστιανικῆς μας Ἐκκλησίας.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῶν τάσεων τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ἐναντίον δηλαδὴ ἐκείνων ποὺ ἤθελαν νὰ ποῦν ὅτι, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι εἶχαν τοὺς ἡμιθέους, ἔτσι στὴ νέα πίστι ὁ Χριστὸς εἶνε ἕνα εἶδος ἡμιθέου, ποὺ ποτέ δὲν μπορεῖ νὰ φτάσῃ τὸν Θεὸ Πατέρα. Ἐναντίον αὐτῆς τῆς τάσεως ὑπεστήριξε, ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶνε τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα τῆς τρισηλίου Θεότητος, τῆς ἁγίας Τριάδος.
Καὶ ὁ ἱερὸς Φώτιος, ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα, ἀγωνίστηκε πολὺ σὲ ἕνα ἄλλο σπουδαιότατο ἀγῶνα, ἐναντίον τῶν ἐπεμβάσεων τοῦ κράτους στὴν ἐκκλησία· ὑποστήριξε ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος· «Ἀπόδοτε τὰ καίσαρος καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22,21). Ἀγωνίστηκε ἐναντίον τῆς τάσεως τοῦ παπισμοῦ νὰ ὑποτάξῃ ὑπὸ τὴν ἐξουσία του τὴν Ὀρθοδοξία. Ἀγωνίστηκε ἐναντίον τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα, ποὺ ἔκανε τότε τὴν ἐμφάνισί του μὲ ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Ἀγωνίστηκε κυρίως –καὶ αὐτὸ εἶνε τὸ σπουδαιότερο– ἐναντίον τῶν καινοτομιῶν, ποὺ ἔρχονταν νὰ ἀλλοιώσουν τὸ περιεχόμενο τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἐναντίον τῆς «ἀθέου» προσθήκης στὸ ἱερὸ Σύμβολο τῆς πίστεως τοῦ λεγομένου Φιλιόκβε (Filioque), μὲ τὸ ὁποῖο καταλύεται τὸ τριαδικὸ δόγμα, τὸ ἁγιώτερο καὶ μυστηριωδέστερο δόγμα τῆς πίστεώς μας. Καὶ οἱ τρεῖς ὑπέστησαν πολλὲς δοκιμασίες γιὰ τοὺς ἀγῶνες τους.