
«H διαφορά ανάμεσα σε ένα Χριστιανό και σε έναν μη Χριστιανό, είναι το ίδιο σπουδαία, ριζοσπαστική και εντυπωσιακή, όσο διαφέρει ένα άγαλμα από έναν ζωντανό άνθρωπο»

Συναντώντας μιὰ μὴ ὀρθόδοξη κοινωνία
Για να μαθαίνουμε κι εμείς, οι σημερινοί Χριστιανοί!

Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)
Δώδεκα Ἀπόστολοι μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βγῆκαν στὸν κόσμο. Συνοδεύονταν ἀπὸ μιὰ μικρὴ ὁμάδα μαθητῶν, ἑβδομήντα ἄνδρες καὶ γυναῖκες. Καὶ ἄλλαξαν τὸν κόσμο, ὄχι ἀμέσως, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ ἕνα κύμα κατανόησης, βιώματος, ἀνανέωσης τῆς ζωῆς, ἔκαναν διαφορετικὸ ὁλόκληρο τὸν κόσμο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἦταν γιὰ ἑκατοντάδες χρόνια. Ὑπάρχουν σήμερα ἑκατομμύρια Χριστιανοὶ διαφορετικοῦ δόγματος καὶ ὅμως, ἐξαιτίας μας, οἱ Χριστιανοί, ὁ Χριστιανισμὸς φαίνεται ὅτι ὅλο καὶ πιὸ πολὺ δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Ὑπάρχει ἕνα μεγάλο μέρος τῆς κοινωνίας ποὺ ζεῖ, δρᾶ, σκέφτεται, δημιουργεῖ σ’ ἕναν κόσμο ποὺ φαινομενικὰ δὲν ἔχει τίποτα κοινὸ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ λέω φαινομενικά, ἐπειδὴ αύτὸ δὲν εἶναι τελείως ἀλήθεια. Οἱ ἀρχὲς πάνω στὶς ὁποῖες θεμελιώθηκαν ἀκόμα καὶ οἱ ἄθεες κοινωνίες, ἔχουν συχνὰ ρίζες Χριστιανικὲς. Ὁ Χριστιανισμὸς ἔφερε στὸν κόσμο μιὰ ἔννοια ποὺ δὲν ὑπῆρχε στὴν ἀρχαιότητα: τὴν ἀπόλυτη, ἐσχατολογικὴ ἀξία τοῦ προσώπου, τὴν ἀξία ποὺ ἔχει κάθε ὕπαρξη. Στὸ παρελθὸν ὑπῆρχαν κύριοι καὶ σκλάβοι, τώρα ὑπάρχουν ὑπάρξεις, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, παιδιά, μοναδικὲς ὑπάρξεις – καὶ ὁ καθένας μας, ἀκόμα κι ἄν δὲν τὸ γνωρίζουμε πάντα, ἔχει μιὰν ἀξία ἀπόλυτη στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, καὶ στὰ μάτια τῆς κοινωνίας. Κι ὅμως, κατὰ κάποιο τρόπο, ἡ ζωή μας δὲν ἔχει τίποτα κοινό μὲ τὸν Χριστιανισμό. Δὲν σᾶς προκαλῶ, δὲν κάνω κριτικὴ στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὑπάρχουν κάποια πράγματα ποὺ θὰ πρέπει νὰ λάβουμε ὑπ’ὅψιν μας, νὰ σκεφτοῦμε σοβαρά καὶ νὰ δοῦμε ποὺ βρισκόμαστε.
Ἡ λύτρωση ἀπὸ τὴν ἀπιστία (Λουκ. ιστ΄ 19-31)
Τοῦ πλούσιου καὶ τοῦ Λαζάρου
Ὁ Χριστὸς μᾶς λέει στὴν παραβολὴ αὐτὴ ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν κάποιος ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκροὺς δὲ θὰ μπορέσει νὰ πείσει τὸν ἄλλο ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς, ἂν τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο ἔχει παραθεωρήσει ἄλλες μαρτυρίες. Τὰ λόγια αὐτὰ μποροῦν νὰ ἐφαρμοστοῦν τόσο σ’ ἐμᾶς ὅσο καὶ στὸν πλούσιο τῆς παραβολῆς.
Ἔχουμε πίσω μας χιλιάδες χρόνια ἀνθρώπινης ἱστορίας, ἔχουμε τὶς μαρτυρίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τῶν Ἁγίων τῆς Καινῆς, ἔχουμε τὴ μαρτυρία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, πιστεύουμε ὅμως παρ’ ὅλ’ αὐτὰ τελείως στὸ μήνυμα τῆς ζωῆς τὸ ὁποῖο ἔφερε στὴ γῆ; Ὁ Χριστὸς πέθανε καὶ ἀναστήθηκε, στάθηκε μπροστὰ μας ζωντανὸς δίνοντας μαρτυρία γιὰ τὴ μία καὶ μοναδικὴ ἄξια τοῦ τώρα καὶ τῆς αἰωνιότητας, ἐμεῖς ὅμως ἀκοῦμε ἀπὸ μέρα σὲ μέρα, ἀπὸ χρονιὰ σὲ χρονιὰ καὶ ὅλο καὶ περιμένουμε κάτι διαφορετικό.
Πολὺ συχνὰ ἀκούω τοὺς ἀνθρώπους νὰ λένε: «Ἔχω πράγματι διαβάσει τὸ Εὐαγγέλιο, ἔχω ἀκούσει κηρύγματα, ἔχω διαβάσει αὐτὰ ποὺ ἔγραψαν οἱ ἅγιοι, θὰ πιστέψω ὅμως μόνο ἄν μοῦ συμβεῖ ἕνα θαῦμα». Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀλήθεια ἀλλοίμονο, δὲν εἶναι ἀλήθεια. Δὲν εἴμαστε ἱκανοὶ νὰ πιστέψουμε οὔτε καὶ σ’ ἕνα θαῦμα γιατί αὐτὴ ἡ ζωὴ ΕΙΝΑΙ ἕνα θαῦμα, εἶναι γεμάτη θαύματα, γεμάτη ἀπὸ θεϊκὲς ἐνέργειες, τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ παρ’ ὁλ’ αὐτὰ ἐμεῖς δὲν πιστεύουμε.
