
Ο Άγιος Συμεών κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην Εκκλησία μας, καθώς θεωρείται ο πρώτος αναγνωρισμένος Άγιος. Η ζωή κ η πορεία του σηματοδοτούν τη μετάβαση από την Παλαιά Διαθήκη στην Καινή, καθώς υπήρξε μελετητής των προφητειών κ μάρτυρας της εκπλήρωσής τους, ενώ ταυτόχρονα είχε κ προφητικό χάρισμα. Με την παρουσία κ τη σοφία του, συνέδεσε δύο εποχές κ έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην αντίληψη του θείου σχεδίου της σωτηρίας.
Τον 3ο αιώνα π.Χ., στην Αλεξάνδρεια, μια ομάδα από 72 Εβραίους λόγιους, οι οποίοι γνώριζαν άριστα τόσο την εβραϊκή όσο κ την ελληνική γλώσσα, ανέλαβε το σπουδαίο έργο της μετάφρασης της Παλαιάς Διαθήκης. Εκείνη την εποχή, η ελληνική ήταν η κοινή γλώσσα επικοινωνίας κ το εγχείρημα αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς επέτρεψε σε ένα ευρύτερο κοινό να έχει πρόσβαση στα ιερά κείμενα. Η μετάφραση αυτή δεν ήταν απλά μια γλωσσική μεταφορά, αλλά αποτέλεσε κ μια ερμηνευτική προσέγγιση που έδωσε νέα διάσταση στην κατανόηση των Γραφών.
Στην ιστορία, αυτή η μετάφραση είναι γνωστή ως η “Μετάφραση των Εβδομήκοντα”, παρά το γεγονός ότι οι μελετητές ήταν συνολικά 72. Ανάμεσα στους λόγιους αυτούς βρισκόταν κ ένας νέος άντρας, ο Συμεών, ο οποίος ξεχώριζε για τη σοφία κ τη θεολογική του κατάρτιση. Η αποστολή που ανέλαβε δεν ήταν απλή, καθώς απαιτούσε βαθιά γνώση της εβραϊκής παράδοσης αλλά κ της ελληνικής σκέψης. Ο Συμεών, με επιμέλεια κ ευλάβεια, συμμετείχε ενεργά στη μετάφραση, φέρνοντας στο φως τα κείμενα που θα επηρέαζαν την πνευματική πορεία αμέτρητων γενεών.
Ο Άγιος Συμεών δεν ήταν μόνο ένας από τους μεταφραστές, αλλά κ ένας άνθρωπος που αξιώθηκε να δει την εκπλήρωση των προφητειών που μελετούσε. Η αγιοσύνη του αναγνωρίστηκε, καθώς ο ίδιος, με πίστη κ προσμονή, περίμενε να δει τον Μεσσία. Σύμφωνα με την παράδοση, του είχε αποκαλυφθεί ότι δεν θα έφευγε από τον κόσμο πριν αντικρίσει τον Χριστό. Η συνάντησή του με το Θείο Βρέφος στον Ναό σφράγισε την πνευματική του πορεία κ τον κατέταξε στους μεγάλους δίκαιους της πίστης μας.
