Είναι πράγματι τραγικό: Άλλη μία ιστορία που δείχνει πως οι άνθρωποι φεύγουν από τις αιρέσεις για να γίνουν ορθόδοξοι, να βρουν την αλήθεια και να σωθούν και οι οικουμενιστές κληρικοί συνεχίζουν να λένε, ότι δεν χρειάζεται, γιατί και οι αιρέσεις είναι «εκκλησίες», ένας «από τους δύο πνεύμονες», «αναδενδράδες» ή «κλάδοι του ιδίου δέντρου».
Παιδικὴ ἡλικία καὶ ἐφηβεία
Γεννήθηκα τὸ 1961 ἀπὸ προτεστάντες γονεῖς σὲ μία πόλη τῆς νότιας Γερμανίας. Ζούσαμε σὲ ἕνα προάστιο, τὸ ὁποῖο ἦταν παλαιότερα ἕνα αὐτόνομο χωριὸ καὶ ἀργότερα ἐνσωματώθηκε σὲ δῆμο. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μόνο μία ρωμαιοκαθολικὴ οἰκογένεια, ἐνῶ ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι κάτοικοι ἦταν προτεστάντες. Στὸ δημοτικὸ ἡ κόρη αὐτῆς τῆς οἰκογένειας, τὴν ὁποία ἐγὼ συμπαθοῦσα πάρα πολύ, ἦταν συμμαθήτριά μου. Θυμᾶμαι πολὺ καλὰ ὅτι μοῦ ἦταν αὐστηρὰ ἀπαγορευμένο νὰ τὴν ἐπισκέπτομαι, διότι μοῦ ἔλεγαν πὼς ἂν τὸ μάθαινε κανεὶς θὰ ἦταν ντροπὴ γιὰ τὴν οἰκογένειά μας. Τὰ ἑπόμενα χρόνια ὑπῆρξε μεγαλύτερη ἀνοχὴ ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό. Ἂν καὶ ἡ πλειοψηφία τῶν κατοίκων ἦταν προτεστάντες, αὐξήθηκε μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ὁ ”καθολικὸς” πληθυσμὸς καὶ δημιουργήθηκαν περισσότερες ρωμαιοκαθολικὲς ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες στὴν πόλη.
Οἱ γονεῖς μου πίστευαν στὸ Θεό, ἀλλὰ δὲν ἔκαναν πράξη αὐτὴ τους τὴν πίστη, δηλαδὴ δὲν πηγαίναμε ποτὲ τὶς Κυριακὲς στὴν ἐκκλησία, δὲν προσευχόμασταν-τουλάχιστον ὄχι ὅλοι μαζὶ οὔτε καν πρὶν ἀπὸ τὰ γεύματα-καὶ τὸ θέμα «Θεὸς» ἦταν ἀνύπαρκτο στὸ σπίτι μας.
Ὅμως στὸ σπίτι τῶν παππούδων μας ἔμενε μία μεγάλη, εὐαγγελικὴ ἀδελφὴ διακόνισσα, ἡ ὁποία ἦταν παλαιότερα νηπιαγωγός. Ἦταν σὰν ἕνα φῶς γιὰ μένα. Κάθε φορὰ ποὺ ἐπισκεπτόμουν τοὺς παπποῦδες μου, ἐκμεταλλευόμουν τὴν εὐκαιρία νὰ «ἐξαφανιστῶ» καὶ νὰ ἐπισκεφτῶ αὐτὴ τὴν ἀδελφή. Μοῦ διηγεῖτο συνεχῶς γιὰ τὸν Ἰησοῦ, γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, πῶς τὴν εἶχε βοηθήσει ἐπανειλημμένως καὶ ποικιλοτρόπως, γιὰ τὸν παράδεισο, τὸν οὐρανό, τοὺς ἀγγέλους καὶ προσευχόταν μαζί μου. Ὁ χρόνος μαζί της κυλοῦσε πολὺ γρήγορα! Ἤμουν πάντα λυπημένη, κάθε φορὰ ποὺ ἄκουγα μία φωνὴ νὰ μοῦ λέει: «Μὰ ποῦ εἶσαι πάλι; Ἔλα γρήγορα»! Οἱ παπποῦδες δὲν ἔβλεπαν μὲ καλὸ μάτι τὸ γεγονὸς ὅτι περνοῦσα τόσο πολὺ χρόνο μὲ αὐτὴ τὴν «εὐλαβῆ θεία».


