Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ομολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ομολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Στο γραφείο ενός ηλικιωμένου αξιωματικού της KGB, ανακρινόταν ένας άντρας που πίστευε στον Θεό. Όλες οι προσπάθειες να τον πείσουν να συνεργαστεί είχαν αποδειχθεί ανεπιτυχείς.

         

«Ας είμαστε ειλικρινείς», είπε ο αξιωματικός. «Τι σου έδωσε αυτός ο Θεός σου, αυτός στον οποίο πιστεύεις τόσο φανατικά; Έχεις μεγάλη οικογένεια, τα παιδιά σου περπατούν σαν κουρελιασμένα, η γυναίκα σου είναι πάντα σε άδεια μητρότητας και εσύ επιμένεις ακόμα! Ξέρεις ότι μπορεί να μην φύγεις ποτέ από εδώ;! Και σε ποιον θα μείνει η παρέα των φίλων σου; Υπόγραψε αυτό το χαρτί και όλα θα είναι διαφορετικά. Μια αξιοπρεπή δουλειά, εισόδημα, σεβασμό. Θα στείλεις τα παιδιά σου στο πανεπιστήμιο».

«Εντάξει, συμφωνώ», απάντησε ο πιστός, «αλλά έχω έναν όρο».

«Ποιος είναι;»

«Έχεις παιδιά;»

«Ναι. Ο γιος μου σύντομα θα γίνει είκοσι δύο ετών, και τι σχέση έχει αυτό με τίποτα;»

«Λοιπόν, αυτό είναι όλο». Θα μου επιτρέψεις να βασανίσω βάναυσα τον γιο σου μέχρι θανάτου και δεν θα με εκδικηθείς γι' αυτό. Αντιθέτως, θα με συγχωρήσεις. Τότε θα μου πεις πόσο με αγαπάς, θα μου υποσχεθείς 24ωρη προστασία για μένα και την οικογένειά μου και βοήθεια σε όλες μου τις ανάγκες. Θα μου χαρίσεις αιώνια ζωή και, για να το πιστέψω, θα αναστήσεις τον γιο σου από τους νεκρούς την τρίτη μέρα. 

Τότε σου ορκίζομαι: θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις. Επιπλέον, θα σε αποκαλέσω κύριό μου μπροστά σε όλους και, αν χρειαστεί, θα δώσω και τη ζωή μου για σένα.

Ὁμολογία τοῦ τυφλοῦ. +Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης.

                                            

Ὅπως στὸ στρατό, ἀγαπητοί μου, ὁ στρατηγὸς κάνει αἰφνιδιασμούς, νὰ δῇ ἐὰν οἱ στρατιῶτες βρίσκωνται στὶς θέσεις τους, ἔτσι κ ̓ ἐγὼ ἔκανα σήμερα μία ἐπιθεώρησι.

Καὶ τώρα θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πῶ λίγα λόγια ἐπάνω στὸ εὐαγγέλιο (βλ. Ἰω. 9,1-38).

Πρέπει, ἀγαπητοί μου, μέρα – νύχτα νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ καὶ γιὰ ἄλλα πράγματα ἀλλὰ κυρίως διότι εἴμαστε Χριστιανοί. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη θρησκεία ὡραιότερη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ἔχουμε οἱ ὀρθόδοξοι Ἕλληνες. Εἶνε ἡ μόνη ἀληθινή, ἡ θρησκεία ποὺ κάνει θαύματα, θαύματα ἀμέτρητα. Κ ̓ ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα αὐτὰ διηγεῖται σήμερα τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο.

Ὑπῆρχε στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ἕνας δυστυχισμένος. Καὶ ἦταν δυστυχισμένος, ἔστω κι ἂν ὑποθέσουμε ὅτι εἶχε ὅλα τὰ πλούτη τοῦ κόσμου· καὶ Ὠνάσης ἀκόμα νὰ ἦταν, δυστυχὴς θά ̓ταν. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ἐστερεῖτο τὴν σπουδαιότερη αἴσθησι, ποὺ εἶνε ἡ ὅρασις. Ἦταν τυφλός. Αὐτὸ δὲν τὸ ἔπαθε ὅταν ἦταν νέος· ἦταν τυφλὸς ἐκ γενετῆς. Εἶνε μιὰ σπάνια περίπτωσι, τὸ παιδὶ δηλαδὴ πέφτοντας ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του νὰ γεννηθῇ τυφλό. Αὐτὸς λοιπὸν δὲν εἶχε καθόλου μάτια, δὲν εἶχε βολβοὺς μέσα στὶς κόγχες τῶν ὀφθαλμῶν. Ἦταν τελείως ἀόμματος, δυστυχισμένος. Ἄκουγε κόσμο, καὶ κόσμο δὲν ἔβλεπε· ἄκουγε, ὅτι ἐπάνω στὴ γῆ ὑπάρχουν τόσα ὡραῖα πράγματα, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ δῇ τίποτε ἀπὸ αὐτά. Δὲν ἤξερε ἀκόμα, ἂν εἶνε νύχτα ἢ μέρα. ̔Ρωτοῦσε· Βράδιασε; βγῆκαν τὰ ἄστρα στὸν οὐρανό; ̔Ρωτοῦσε· Βγῆκε ὁ ἥλιος; Πόσο, ἀδελφοί μου, πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ καὶ γιὰ ἄλλα πράγματα, ἀλλὰ καὶ γιατὶ μᾶς ἔδωσε τὰ δυὸ μάτια. Καὶ πρέπει νὰ εἴμαστε πολὺ συμπαθεῖς σὲ ὅποιον ἔχει στερηθῆ τὴν ὅρασί του καὶ δὲν ἀπολαμβάνει τὰ κάλλη τοῦ κόσμου τούτου.

Η δύναμις και η αδυναμία της Εκκλησίας († Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης) Η ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ δὲν ἔχει προβλήματα, εἰμὴ ἐκεῖνα μόνον, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν οἱ διάκονοι αὐτῆς, ὅταν ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τοῦ γνησίου πνεύματός της.

                                  

«Καλὸν τὸ ἅλας· ἐὰν δὲ καὶ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἀρτυθήσεται;…» – Ο ΚΥΡΙΟΣ. 

Ἀναμφιβόλως διερχόμεθα μίαν ἀπὸ τὰς κρισιμωτέρας, ἴσως, περιόδους τῆς θρησκευτικῆς, ἐκκλησιαστικῆς καὶ ἐθνικῆς ζωῆς τῆς ἑλληνικῆς ἡμῶν Πατρίδος. Σπανίως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐκλήθη ν’ ἀντιμετωπίσῃ τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα προβλήματα, οἷα ἀνέκυψαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας.

Εἰς ἀνάγκας, οὐ τὰς τυχούσας, περιεπλάκημεν ὡς Ἔθνος καὶ Ἐκκλησία. Ἔσωθεν ταραχαί, ἔριδες, αἱρέσεις, μάχαιἜξωθεν κίνδυνοι, ἀπειλαί, ταπεινώσεις. Πανταχόθεν ἀκαταστασία καὶ «συνοχὴ ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ», ἐκ τοῦ φόβου τῶν ἐπερχομένων δεινῶν. Ὁ εὐσεβὴς λαός μας τιτρώσκεται τὴν φιλοτιμίαν ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐθνικῶν ταπεινώσεων καὶ τῶν προσγινομένων ὕβρεων κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἡμεῖς, ὡς ταπεινοὶ Μοναχοί, συμπάσχομεν καὶ «ἐν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» ἀναφέρομεν τὰς ἱκετηρίας ἡμῶν πρὸς τὸν «δυνάμενον σώζειν» ἡμᾶς καὶ τὸν κόσμον. Γνωρίζομεν ὅτι ὑφίστανται προβλήματα, ἀλλά, κατ’ οὐσίαν, δὲν ὑπάρχουν προβλήματα, ἀλλὰ μορφαὶ κακοῦ, τὰς ὁποίας πολεμεῖ ἡ Ἐκκλησία, καὶ μορφαὶ ἀγαθοῦ, τὰς ὁποίας ἐπιδιώκει νὰ κατακτήσῃ.

Ὅ,τι ἀποτελεῖ τιμὴν καὶ καύχησιν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἀγών, ὃν διεξάγει μὲ πλήρη γνῶσιν τῆς φύσεώς της ὡς Στρατευομένης. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι πασῶν τῶν μορφῶν τοῦ κακοῦ αἴτιος μὲν εἶναι ὁ διάβολος, φορεῖς δὲ οἱ ἄνθρωποι. Οἱ μὲν διάβολος ὑποβάλλει ἀφανῶς τὸ κακόν, οἱ δὲ ἄνθρωποι καθίστανται, ἐν ἀγνοίᾳ των, ὑπηρέται αὐτοῦ.

Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν δύο εἴδη κακοῦ: ἐκεῖνο ὅπερ ἀπεργάζεται ὁ Σατανᾶς διὰ τῶν ὀργάνων του, καὶ ἐκεῖνο οὗτινος φορεῖς καθίστανται τὰ «φωτόμορφα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας», ὁ λαὸς καὶ ὁ ἱερὸς κλῆρος. Ἐὰν ὁ κλῆρος, ὡς ἡ ἐπίσημος ἔκφρασις τῆς Ἐκκλησίας, ἁμαρτάνῃ δημοσίως, αἱ συνέπειαι εἶναι πολὺ μεγαλύτεραι.

Ἄλλο εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἄλλο ὁ κλῆρος καὶ ἄλλο ὁ λαός. Δὲν πρέπει νὰ γίνεται συσχέτισις τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν κλῆρον. Ἐν τούτοις, ἡ ἰδιάζουσα θέσις τοῦ κλήρου καὶ ἡ πνευματικὴ ἐξουσία τὴν ὁποίαν κέκτηται, βαρύνουν ἀπείρως τοῦτον ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν πιστῶν.

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, Η ομολογία του Χριστού εις την γενεάν μας (Κυριακή Γ΄ Νηστειών-Σταυροπροσκυνήσεως)

  Αποτέλεσμα εικόνας για π. Αθανάσιος Μυτιληναίος

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ[:Μάρκ.8,34-9,1]

 Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:


«Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΝΕΑΝ ΜΑΣ»


 [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 21-3-1982]  [ Β68 ]  

        Υπάρχει, αγαπητοί μου, η αντίληψις ότι το Ευαγγέλιον αποτείνεται σε τάξεις ανθρώπων, ότι δηλαδή άλλο είναι για εκείνους οι οποίοι μένουν στας πόλεις και εργάζονται και ζουν μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον α ή β, άλλο είναι το Ευαγγέλιον εκείνο ή άλλες οι υποχρεώσεις εκείνων των ανθρώπων, οι οποίοι μένουν εις την ύπαιθρο ή κατοικούν σε ένα μοναστήρι.

     Ο Κύριος, για να βγάλει ακριβώς αυτή την αντίληψη, θέλοντας να μιλήσει για την αυταπάρνηση, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο, οφείλει να οδηγεί τον άνθρωπο μέχρι θανάτου, τι κάνει; «Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ…»Ώστε δεν ομιλεί μόνο εις τους μαθητάς Του, οι οποίοι υποτίθεται ότι αποτελούν τον στενότερόν του κύκλον, που θα πρέπει εκείνοι να βιώσουν κατά έναν άλλον τρόπον το Ευαγγέλιον. Αλλά καλεί και τον όχλον, καλεί και τον λαόν, που δείχνει ότι το Ευαγγέλιον είναι το ίδιο ή οφείλει να είναι το ίδιο στην εφαρμογή του, τόσο για εκείνους οι οποίοι έχουν ειδικήν αποστολήν, όσο και δια τον πολύν λαόν, οπουδήποτε κι αν μένει. Είτε εις την πόλιν, είτε εις την επαρχίαν. Είτε εις τον πρώτον αιώνα είτε εις τον εικοστόν πρώτον αιώνα. Οπουδήποτε και σε οποιανδήποτε περιοχή, το Ευαγγέλιον οφείλει να βιωθεί εξίσου το ίδιο από όλους. Πόσο σπουδαίο είναι αυτό! Όταν στην εποχή μας ακούμε να υπάρχουν συγχρονιστικές τάσεις για το Ευαγγέλιον. Πόσο, αλήθεια, έρχεται να τονίσει την ανάγκη ότι το Ευαγγέλιον είναι πάντοτε το ίδιο.

Υπέροχο: Παρατηρήσεις ἑνὸς Λαϊκοῦ πάνω στὴ Μαρτυρία τῆς Πίστης

                     

 Μέρος 1-2

Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας εἶναι προφανῶς ἐκείνη τῶν μαρτύρων. Ὁ μάρτυρας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μαρτυρεῖ κατὰ τὴν πιὸ ἀκριβῆ ἔννοια μπρὸς στὸ δικαστήριο τῶν ἰσχυρῶν αὐτοῦ του κόσμου, ποὺ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ μόνος Κύριος, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ ὄχι ὁ Καίσαρ. Ὅμως δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτοὺς τοὺς μάρτυρες καμιὰ ἐξημμένη ἀναζήτηση τῆς αἱματηρῆς μαρτυρίας, ἡ βεβαιότητά τους δὲν εἶναι ποτὲ μία πρόκληση ἀλλὰ μία ἀπάντηση ποὺ ἡ βάση της εἶναι πάντοτε ἡ ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (κάνω τὴ σκέψη ἑνὸς σύγχρονου δικαστῆ μίας ἀνατολικῆς χώρας : «ἐπιμένουν νὰ μᾶς ἀγαπᾶνε»). Οἱ μάρτυρες ἀφομοιώνονται μὲ τὸ ἔνδοξο σῶμα τοῦ Ἀναστάντος καὶ γίνονται κατὰ κάποιο τρόπο Εὐχαριστία: Ἔτσι καὶ ὁ ἅγιος Πολύκαρπος μέσα στὴ πυρά, «ὄχι σὰ μία σάρκα ποὺ καίγεται ἀλλὰ σὰν ἕνα ψωμὶ ποὺ ψήνεται», λέει ἡ παλιὰ διήγηση. Καὶ εἶναι μία πολὺ βαρειὰ τιμὴ καὶ ἕνα ἔργο πολὺ δύσκολο νὰ μιλᾶ κανεὶς — ὅσο λίγο καὶ ἂν εἶναι — στ’ ὄνομα μίας Ἐκκλησίας ποὺ γνώρισε στὸν 20ον αἰώνα τόσους μάρτυρες καὶ ποὺ γνωρίζει ἀκόμα καὶ σήμερα τόσους ὁμολογητές. Πέρα ἀπὸ τὸ σιδηροῦν παραπέτασμα, ἡ πίστη αὐτὴ καθ’ αὐτὴ εἶναι μία πράξη. Ὑπάρχει ἡ λειτουργικὴ προσευχὴ καὶ τὸ λειτουργικὸ χαμόγελο, «ἡ ταπεινὴ παραδοχὴ τῶν βασάνων μέσα στὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν».

Εἶναι λοιπὸν ἀκόμα, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας, ἐκείνη τοῦ «ἀποστολικοῦ ἀνθρώπου». Ὁ ἀποστολικὸς ἄνθρωπος, ὓστερ’ ἀπὸ χρόνια παραμερισμοῦ, ταπείνωσης, σιωπηλῆς ἐργασίας, συνεχοῦς προσευχῆς, κατὰ κάποιο τρόπο φλογίζεται ἀπὸ τὸ ἄκτιστο φῶς ποὺ ἐκρέει ἀπὸ τὴ θεία Μετάληψη, καὶ πραγματοποιεῖ τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τὸ Χριστὸ στοὺς Ἀποστόλους (τὴ διάκριση τῶν πνευμάτων, τὸν ἐξορκισμό, τὴ θεραπεία), βρίσκοντας τὸ λόγο ποὺ ἀγγίζει τὴ καρδιά, μαρτυρώντας ταυτόχρονα μὲ τὸ λόγο καὶ μὲ τὴν ἰσχὺ μίας ἀνακαινισμένης ζωῆς. Ἰδού, φυσικά, τί πρέπει νὰ μᾶς κάνη μετριόφρονες. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅμως — καὶ ἐκεῖ εἶναι αὐτὸ ποὺ διαφοροποιεῖ τὴν ὀρθόδοξη θέση ἀπὸ ἐκείνη ἑνὸς Kierkegaard — ἂς μὴ ξεχνᾶμε τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας: τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρη εἶναι ἀποστολική, ὅτι εἶναι ὁλόκληρη αὐτόπτης μάρτυς τοῦ Ἀναστάντος. Κάθε χριστιανός, ἐφ’ ὅσον ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἕνας μάρτυρας ὑπεύθυνος τῆς ἀλήθειας, ἐφ’ ὅσον εἶναι «λειτουργικὸς ἄνθρωπος» — «εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν» ψάλλει ὁ λαὸς μετὰ τὴν Κοινωνία — εἶναι λοιπόν, κατὰ ἕνα ταπεινὸ μέρος, ἕνας αὐτόπτης μάρτυρας καὶ ἕνας ἀποστολικὸς ἄνθρωπος.

Διά τῆς ὁμολογίας του κέρδισε Παράδεισο.

Ούτε ανώνυμα ομολόγησε ούτε είπε σε αυτούς που τον καταδίκασαν θα αλλάξω συμπεριφορά

                                     


Στίς 23 τοῦ μηνός Μαΐου τιμᾶται ἡ μνήμη τοῦ ὁσἰου πατρός ἡμῶν καί ὁμολογητοῦ Μιχαήλ, ἐπισκόπου Συνάδων.Ἔζησε στά χρόνια τῆς εἰκονομαχίας, ἐπί ἡμερῶν αὐτοκράτορος Λέοντος τοῦ Ἀρμενίου. Ἀπό μικρό παιδί διακρινόταν γιά τίς ἀρετές του καί τούς ἀσκητικούς του ἀγῶνες γιά τήν κάθαρση καί τόν φωτισμό τῆς ψυχῆς του. 

Ὡς ἱερεύς καί ἀρχιερεύς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου πολέμησε μέ ζῆλο ἐναντίον τῆς βλασφήμου αἱρέσεων τῶν εἰκονομάχων καί ἔφραξε τά ἄθεα στόματά τους, τά ὁποῖα μιλοῦσαν μέ περιφρόνηση ἐναντίον τῆς θείας εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ.

Μπροστά στόν εἰκονομάχο αὐτοκράτορα, μέ ἐλεύθερη καί ἀνδρεῖα φωνή, βροντοφώναξε τά ἑξῆς: «Τήν ἄχραντον εἰκόνα εὐσεβῶς σέβομαι καί προσκυνῶ τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς θείας αὐτοῦ μητρός, τό δέ δόγμα σου καί τόν ὁρισμόν πτύω καί ὡς οὐδέν λογίζομαι». 

Προς εκείνους που κρίνουν την αλήθεια από το πλήθος

                                 

Ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου -Ἐπιστολὴ 48 (ΜΗ) στὸ τέκνο του Ἀθανάσιο

... Πρόσεχε λοιπόν, ἀδελφέ, τί λέγει ὁ μέγας Βασίλειος σ΄ἐκείνους ποὺ κρίνουν τὴν ἀλήθεια ἀπὸ τὸ πλῆθος.

«Αὐτὸς ποὺ δὲν τολμᾶ», λέγει, «νὰ δικαιολογήσει τὴ συζήτηση ποὺ γίνεται, οὔτε ἔχει νὰ παρουσιάσει ἀποδείξεις, καὶ ἐξαιτίας αὐτοῦ καταφεύγει στὸ πλῆθος, ὁμολογεῖ τὴν ἥττα του, ἐπειδὴ δὲν ἔχει κανένα ἐφόδιο θάρρους».

Καὶ μετὰ ἀπὸ ἄλλα: «Ἄς μου δείξει τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀλήθειας, ἔστω καὶ ἕνας, καὶ πολὺ σύντομα θὰ πεισθῶ. Ὅμως πλῆθος πολὺ χωρὶς ἀποδείξεις, εἶναι βέβαια ἱκανὸ νὰ ἀπειλήσει, ἀλλὰ νὰ πείσει καθόλου. Οἱ πόσες μυριάδες θὰ μὲ πείσουν νὰ πιστέψω ὅτι ἡ ἡμέρα εἶναι νύχτα, ἢ τὸ χάλκινο νόμισμα νὰ τὸ θεωρήσω χρυσὸ καὶ ἔτσι νὰ δεχθῶ, ἢ νὰ πιστέψω ὁλοφάνερο δηλητήριο, ἀντὶ γιὰ κατάλληλη τροφή;».
Ἔπειτα, ἐξαιτίας γήινων πραγμάτων δὲν θὰ φοβηθοῦμε τοὺς πολλοὺς ποὺ ψεύδονται, καὶ γιὰ χάρη τῶν δογμάτων θὰ ἀκολουθήσω μὲ νεύματα ἀναπόδεικτα, ἐγκαταλείποντας ἐκεῖνα ποὺ παραδόθηκαν ἀπὸ παλιὰ καὶ ἀπὸ μακρὸ χρόνο μὲ πολλὴ συμφωνία καὶ τὶς μαρτυρίες τῶν ἁγίων Γραφῶν;

Το κουράγιο της ομολογίας

                             

Κατά την περίοδο της κομμουνιστικής δικτατορίας στην Ρουμανία, απ' όλους τους ιεράρχες της Εκκλησίας, ο μόνος που είχε το κουράγιο να διαλέξει την οδό της ανοιχτής αντίρρησης ήταν ο Nicolae Popoviciu (Νικόλαος Ποποβίτσιου) επίσκοπος Οράντεα. Αμέσως μετά τον πόλεμο, αυτός ήταν ο υποψήφιος με τη μεγαλύτερη υποστήριξη στην Ιερά Σύνοδο να γίνει Πατριάρχης της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά η απόλυτη αντίθεση των σοβιετικών δυνάμεων και των Ρουμάνων κομμουνιστών εμπόδισε την άνοδό του στην ανώτερη εκκλησιαστική θέση.

Αν και απειλούνταν απροκάλυπτα, ο επίσκοπος της Οράντεα πολέμησε τον αθεϊσμό και εναντιώθηκε στην καταστροφή της χώρας και του λαού του από το νέο καθεστώς. Παρότι προειδοποιήθηκε ότι το καθεστώς επιδιώκει να τον απομακρύνει από την ιεραρχία και συμβουλεύθηκε από «φίλους» να εγκαταλείψει τη γραμμή αντίστασης έναντι των αρχών, ο επίσκοπος απάντησε ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να ταπεινωθεί μπροστά σε κανένα πολιτικό καθεστώς, επειδή είναι ανώτερη από οποιαδήποτε προσωρινή κυβέρνηση.

Πεπεισμένος ότι το κομμουνιστικό κράτος δεν θα ικανοποιηθεί από την απλή υποταγή της Εκκλησίας, αλλά θα επιδιώξει την καταστροφή της, ο επίσκοπος Νικόλαος προσπάθησε με όλα τα μέσα να υπερασπίσει τη χώρα και την Εκκλησία από την επιρροή των μπολσεβίκων. Υπέβαλλε δηλώσεις στο Υπουργείο θρησκευμάτων, στις οποίες υποστήριζε το κυρίαρχο δικαίωμα του επισκόπου να διορίζει τους πρωτοπρεσβύτερους. Ζήτησε επίσης να μην συλλαμβάνονται οι ιερείς χωρίς να ειδοποιείται ο επίσκοπος και αυτός να μπορεί να παρεμβαίνει στην υπεράσπιση των συλληφθέντων. Αντιτάχθηκε στην ένωση της Ουνιτικής Εκκλησίας με την Ορθόδοξη, θεωρώντας πως ό,τι γίνεται βίαια δεν έχει νομιμότητα και διάρκεια. Επίσης επεδίωξε να περιορίσει την επιρροή του συνδικάτου της επισκοπής, του δούρειου ίππου των κομμουνιστών στη ζωή της Εκκλησίας.

Ο Όσιος Μελέτιος Γαλησιώτης περί του ερωτήματος, ποιός είναι ευσεβής ιερέας…

«Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα σκάνδαλο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ… οἱ ποιμένες, ὅταν ἐμφανίστηκε ἡ αἵρεση, ὑπέκυψαν καὶ προσπαθοῦν μὲ ἐκβιασμοὺς νὰ φέρουν μὲ τὸ μέρος τους αὐτοὺς ποὺ ἀντιστέκονται, διαβάλλοντάς τους μὲ ρητορικὲς ἀπάτες καὶ περιβάλλοντάς τους μὲ δεινὲς σοφιστικὲς πλεκτᾶνες καὶ πείθοντάς τους μὲ συλλογισμοὺς καὶ μάταιες συστροφές...  ὁ Θεὸς πάντως, ὅπως λέει ὁ Μ. Βασίλειος, δὲν θέλει κανένα, ποὺ εὐσεβεῖ κατὰ τὸ ἥμισυ»


Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

Ένα κύριο καὶ ἀγωνιῶδες ἐρώτημα ποὺ βασανίζει τοὺς πιστοὺς στὴν σημερινὴ ἐποχὴ τῆς πλάνης καὶ τῆς Παναιρέσεως εἶναι τὸ ποιός ἱερέας σήμερα εἶναι εὐσεβής, καθὼς ἡ παναίρεση κατάφερε νὰ ἀλλοιώσει καὶ νὰ διαχωρήσει τὴν πίστη ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο ἦθος, ὡσὰν νὰ εἶναι δυνατόν (μὲ ἁγιοπατερικὰ κριτήρια) νὰ νοεῖται Ὀρθόδοξος ποὺ νὰ ἐργάζεται τὶς ἀρετὲς καὶ νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὰ θεμέλια τῶν ἀρετῶν, ποὺ εἶναι ἡ ὀρθὴ Πίστη, ἡ καθημερινὴ Ὁμολογία καὶ ὁ ἀγώνας ἐναντίον τῆς αἱρέσεως, ὅταν καὶ ὅπου αὐτὴ ὑπάρχει. Ἡ ἀγωνία λοιπόν, τοῦ ποιμνίου καθὼς καὶ ἡ σύγχυση στὴν ὁποία βρίσκεται —καὶ σὲ αὐτὸ τὸ σοβαρὸ θέμα— αὐξάνεται ἀπὸ τὸν πειρασμὸ ἐκ δεξιῶν: Ὅτι δηλ. ὑπάρχουν ἀκόμα εὐσεβεῖς ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν διακόπτουν μὲν τὴν μνημόνευση καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, πολεμώντας τους, ὅπως λένε ἐκ τῶν ἔσω καὶ παρὰ ταῦτα, παραμένουν εὐσεβεῖς. 
Ἡ θέση ὅμως αὐτὴ εἶναι ἄκρως ἀντίθετη μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων: «Οἵτινες τὴν ὑγιᾶ ὀρθόδοξον πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δὲ τοῖς ἑτερόφροσι, τοὺς τοιούτους, εἰ μετὰ παραγγελίαν μὴ ἀποστῶσιν, μὴ μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλὰ μηδὲ ἀδελφοὺς ὀνομάζειν» (Λόγια τοῦ Μέγα Βασιλείου ἀπὸ ἁγ. Μάρκου Ἐφέσου, Ὁμολογία, CFDS, Ser. A. τόμ. Χ, fasc. II, σελ. 133). Ὁ Μ. Βασίλειος δηλαδὴ καὶ ὁ ἅγ. Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς λένε τὰ ἀκριβῶς ἀντίθετα περὶ εὐσεβείας τῶν ἱερέων ἀπὸ αὐτὰ ποὺ λένε οἱ σημερινοὶ «εὐσεβεῖς», οἱ ὁποῖοι ἂν τουλάχιστον ὁμολογοῦσαν τὴν ἀδυναμία τους, ἀντὶ νὰ τὴνκρύβουν πίσω ἀπὸ τὴν εὐσέβεια, θὰ ἔβρισκαν περισσότερη κατανόηση καὶ σεβασμό. Τὸ ἴδιο φυσικὰ ἰσχύει γιὰ ὅλους μας.
Γιὰ νὰ διαπιστώσουμε ὅμως τὴν συμφωνία τῶν Ἁγίων, τὸ consensus patrum, ὥστε νὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ὀξυδερκεῖς στὴ ἀναγνώριση τῶν εὐσεβῶν ἱερέων, ἂς δοῦμε, τί λέει ἕνας γιὰ πολλοὺς ἄγνωστος Ἅγιος, ὁ ὅσ. Μελέτιος ὁ Γαλησιώτης (19 Ἰανουαρίου). Ὁ Ὅσιος ἔζησε ὡς μοναχὸς στὰ χρόνια τοῦ Μιχαὴλ Παλαιολόγου καὶ τῶν προσπαθειῶν του γιὰ ἕνωση τῶν Ὀρθοδόξων μὲ τοὺς παπικούς. Ὁ ὁσ. Μελέτιος ἄφησε τὸν τόπο τῆς μετανοίας του (Γαλήσιον ὄρος ἐξ οὗ καὶ Γαλησιώτης) παρουσιάσθηκε μπροστὰ στὸν αὐτοκράτορα, τὸν ἔλεγξε, ἀντιστάθηκε καὶ γι’ αὐτὸ φυλακίσθηκε, ἐξορίσθηκε, τοῦ ἔκοψαν τὴν γλώσσα, τὸν κρέμασαν σὲ ἕνα δέντρο καὶ γενικὰ τράβηξε τὰ πάνδεινα γιὰ τὴν διατήρηση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Γιὰ αὐτὸ τὸν λόγο ὀνομάστηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας Ὁμολογητής. 
Ὁ ὅσ. Μελέτιος ἔγραψε μεταξὺ ἄλλων καὶ ἕνα ποίημα, τὴν «Ἀλφαβηταλφάβητο», ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ γύρω στοὺς 15.000 στίχους μὲ 190 κεφάλαια-βαθμίδες, ἐνῶ βρισκόταν στὴ φυλακή. Γιὰ τὸ θέμα τῆς εὐσεβείας τῶν ἱερέων σημαντικὰ εἶναι τὰ ρνγ΄ (153) «περὶ τῆς εὐσεβείας» καὶ ρνδ΄ (154) «περὶ καμμάτων εὐσεβῶν ἐκ τῶν πολλῶν σκαμμάτων» (μετάφραση στὰ νεοελληνικά). 

Αυγουστίνος Καντιώτης: ΟΤΑΝ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ... ΕΒΓΑΖΑΝ ΤΑ ΡΑΣΑ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ

Αφιερώνεται στον μητρ. Λεμεσού    

Ομιλία μακαριστού και αειμνήστου π. Αυγουστίνου Καντιώτη για τους Τρεις Ιεράρχες

ΟΤΑΝ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΛΗΣΙΑ ΕΒΓΑΖΑΝ ΤΑ ΡΑΣΑ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ (πόσπασμα π τν μιλία «ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ ΩΣ ΑΓΩΝΙΣΤΑΙ»)

χριστιανο κενοι νδιεφέροντο γι τν κκλησία περισσότερο π τ σπίτι των"

 λλ δελφοί μου, δ ες τν ζων το γίου Γρηγορίου (το Θεολόγου) ν προσέξετε, διότι παρεμβάλλεται να πεισόδιον τ ποον εναι ξιον διαιτέρας προσοχς. Δυστυχς δν τ εχα προσέξει νωρίτερον. Ἐὰν τ πρόσεχα νωρίτερον, λλην τροπν θ δινα ες τν γνα. Διότι δυστυχς, πάρχουν ο ψευτο-ελαβες, πάρχουν ο ψευτο-χριστιανοί, ο ποοι λέγουν: «θ κολαστες μα φωνάξεις ναντίον τν παπάδων κα δεσποτάδων, θ πς στν κόλαση». Ἐὰν τ ξερα τ πεισόδιον ατ θ διδα λλον σύνθημα, ρωϊκότερον π τ συνθήματα πο δώσαμεν. Ποιό, γι κούσατε.

Στν ποχ πο ερίσκετο μέσα ες τν Κων/πολιν Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ερίσκετο να κάθαρμα (τσι τ νομάζει κι διος), κάθαρμα, κυνικν κάθαρμα. Φιλόσοφος ποος θελε ν μιμηθε τν Διογένη τν φιλόσοφον, λλ’ πεχε πολ το Διογένους το φιλοσόφου. νομάζετο Μάξιμος. Κα Μάξιμος ατός, περιβαλλόμενος π κόλακας κα διεφθαρμένους κα γυναίκας κόμη, καλ κα σώνει θελε ν γίνει πίσκοπος Κων/πόλεως. Τί κανε λοιπόν;

νευ γκρίσεως τς πολιτείας, νευ γκρίσεως το ατοκράτορος, νευ θελήσεως το λαο προπαντός, πγε κα μάζεψε μ τ λεφτ πο εχε, πγε κάτω στν λεξάνδρεια κα μάζεψε φτ δεσποτάδες. Κα μι ραία νύχτα, περάσανε τ Δαρδανέλια κα κρυφ-κρυφ τ νύχτα, τ καράβια τ αγυπτιακά, κα ρριψαν τν γκυρα στν Βόσπορο. Κρυφά. Κα τν λλην μέρα, εχαν σκοπ ν τν χειροτονήσουν σ μία κκλησία, ρειανικν κκλησία παρακαλ.

Εάν ετέραν ομολογήσομεν πίστιν, νοσούμεν απιστίαν της πίστεως!

Τί απέγινε από αυτή την πατερική διαπίστωση;


Μοναχός Παΐσιος Καρεώτης

 Η απολογία του αγίου Ιωσήφ, Πατριάρχου Κων/πόλεως, περί της ενώσεως των Εκκλησιών - Ιούνιος 1273

 



  κεῖνος πού διώκεται ἀπό αὐτούς πού φαίνεται ὅτι εἶναι ὁμόπιστοι, λόγω τῆς ὑγιοῦς πίστεως, θά ἔχη μεγαλύτερον στέφανον ἀπό αὐτόν πού μαρτυρεῖ ἀπό εἰδωλολάτρη.

 

  άν λοιπόν αὐτούς πού ὀρθοδοξοῦν, ἀλλά κοινωνοῦν μέ ἑτερόδοξους πρέπει νά τούς ἀποβάλλουμε, πόσο μᾶλλον πρέπει νά ἀποφεύγουμε τούς Ἰταλούς… Πῶς θά ἀγκαλιάσουμε τούς μισητούς στό Θεό καί θά ἔλθουμε σέ κοινωνία μαζί τους; Οὐδαμῶς.

 

  Καί πῶς ἑτέραν ὁμολογήσομεν πίστιν,  εἰ μή προφανῶς νοσοῦμεν ἀπιστίαν τῆς πίστεως; 

 

  Πρέπει ἀκόμα νά προσέξουμε αὐτούς πού προσποιῶνται ὅτι ὁμολογοῦν τήν ὑγιῆ πίστι, ἀλλά κοινωνοῦν με τούς ἑτερόφρονας, αὐτούς πρῶτα τούς κάνουμε ἐπίπληξι καί ἄν συνεχίζουν νά κοινωνοῦν ὄχι μόνον νά τούς ἔχουμε ἀκοινώνητους, ἀλλά οὔτε καί ἀδελφούς νά τούς ἀποκαλοῦμε.

 

    Η εἰρήνη  εἶναι καλή καί οὐδείς τήν ἀμφισβητεῖ, ἀλλά τότε “κρατύνεσθαι τό τῆς εἰρήνης ὄνομα καί πρᾶγμα, ὅταν μή ταῖς τῶν ἁγίων γνώμαις ἀντιταττώμεθα, μηδέ τοῖς ἐκείνων ἀντιπράττωμεν ὅροις”.


    
Στὴν δική μας ἐποχή, ἡ ἀπολογία τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου Ἰωσήφ ἔχει πολλὰ νὰ μᾶς διδάξη καθὼς τά προβλήματα πού ἔκαναν ἀναγκαῖα τήν σύνταξίν της εἶναι παρόμοια πρὸς τά δικά μας. Οἱ ἐνδοεκκλησιαστικές ἀντιπαλότητες, ἡ ὀξύτητα τῶν ἀντιπαραθέσεων, ἡ ἀφόρητη πίεσι ἐξωεκκλησιαστικῶν παραγόντων, τά ἐπιχειρήματα περί λόγων οἰκονομίας διά μίαν κοινὴν ἑνότητα, εἶναι λίγα ἀπό τά κοινά σημεῖα τῶν δύο ἐποχῶν.

 

   Πρός τά τέλη τοῦ 1272 εἶχε ἔρθει ἀντιπροσωπεία ἐκ τῆς Ρώμης, κατόπιν αἰτήσεως τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγου, ἡ ὁποία ἀπαιτοῦσε ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ἕνωσις Ρώμης καί νέας Ρώμης, πρέπει νά γίνη διά τῆς ἀποδοχῆς τῶν τριῶν «κεφαλαίων», δηλ. τήν ἀποδοχή τοῦ πάπα ὡς πρώτου ἀρχιερέως, τήν ἀποδοχή τῆς ἐκκλήτου καί τό μνημόσυνον τοῦ ὀνόματός του. Ὅλα τά ἄλλα δόγματα, ἤθη καί ἔθιμα τῆς κάθε ἐκκλησίας, θά ἔμεναν ἀνέπαφα. Ἡ κάθε μία, θά κρατοῦσε τήν δική της παράδοσι.

«Την αγάπην σου την πρώτην αφήκας»!


Ὁ Ἐπίσκοπος τῆς Ἐφέσου ἔρριξε τὸ βάρος τῆς Ἐκκλησίας του, ποῦ λέτε; Εἰς τὸ σημεῖον ποὺ σημειώνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὅτι «οὐ δύνει βαστᾶσαι κακούς καὶ ἐβάστασας διὰ τὸ ὄνομά μου καὶ οὐκ ἐκοπίακας». Δηλαδή, δὲν μπόρεσες νὰ ἀντέξεις τοὺς κακούς, καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς αἱρετικούς, καὶ ἐκράτησες τὸ ὄνομά μου καὶ δὲν ἀπόκαμες. Δηλαδή, τὸ βάρος τοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου ἔπεσε ἐπάνω εἰς τὸ θέμα τῶν αἱρετικῶν, δηλαδὴ στὸν ἀγώνα τὸν ἀντιαιρετικὸν καὶ παρημελήθη ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριον Ἰησοῦν.
Ἔχετε προσέξει, ἀγαπητοί, ὅτι πάρα πολλὲς φορὲς συμβαίνει στὴν Ἐκκλησία μας αὐτό; Λίγο νὰ ρίξετε μιὰ ματιὰ γύρω σας θὰ τὸ δεῖτε αὐτὸ τὸ σημεῖο· ὅτι δηλαδή, ρίχνουμε τὴν προσπάθειά μας ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, πολὺν ἀγώνα, ἀλλὰ ἔχουμε παραμελήσει κάποια ἄλλα πράγματα. Γι' αὐτὸ πολλὲς φορὲς θὰ δεῖτε πιστοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται πάρα πολὺ ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν, ἡ δική τους ὅμως ἡ ζωὴ εἶναι ἀμελημένη.

Παράξενο, δεν λέει αν αυτός κρύβεται, αλλά αν αυτός διώκεται.

Πώς θά καταλαβαίνουμε, άγιε Γέροντα, άν ό λόγος πού ακούμε είναι αυθεντικός καί Ορθόδοξος;


Πώς θά καταλαβαίνουμε, άγιε Γέροντα, άν ό λόγος πού ακούμε είναι αυθεντικός καί Ορθόδοξος;
"Θά καταλαβαίνετε τόν αυθεντικό ορθόδοξο λόγο, όταν αυτός διώκεται.
Άν ακούτε λόγο πού σάς χαϊδεύει τά αυτιά καί κοιμίζει τή συνείδηση σας νά φεύγετε..."
π.Αθανάσιος Μυτιληναίος

Η συνετή προάσπιση της Αλήθειας

                                 ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

«Εννοείται δε ότι δεν υπάρχει χειρότερο μαρτύριο για έναν Ορθόδοξο, από το να γνωρίζει ότι βρίσκεται στον χώρο της αιρέσεως, και από έλλειψη θάρρους και ταπεινώσεως να παραμένει εντός της “συναγωγής των Ιουδαίων. Να παραμένει αλυσοδεμένος, φοβούμενος μήπως και χαρακτηρισθεί ως «αποσυνάγωγος»

Και όμως οι περισσότεροι Χριστιανοί (και ο γράφων) προτιμούν το μαρτύριο αυτό παρά την συμπόρευση με την Αλήθεια.


(Ιωάννου Θ' 1-38)

Γράφει ο Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. &Κονίτσης
e-mail: ioil.konitsa@gmail.com


Η Ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του τυφλού, πλην των άλλων μας βοηθά να εμβαθύνουμε στο μεγάλο θέμα της αλήθειας και της στάσεως των ανθρώπων έναντι αυτής.
Ο πρώην τυφλός, θεραπευμένος από τον ίδιο τον Κύριο, βρίσκεται στο επίκεντρο των κατηγοριών. Όσο περισσότερο οι Ιουδαίοι προσπαθούν να τον περιπλέξουν και να του αποσπάσουν έστω και μία λέξη, για να κατηγορήσουν τον Ιησού, τόσο και περισσότερο αυτός διακηρύττει και θαρραλέα ομολογεί την αλήθεια.
Δεν διστάζει μάλιστα να τους ελέγξει και να τους ειρωνευθεί ακόμα, με αποτέλεσμα να τον κάνουν αποσυνάγωγο.
Τότε όμως, όταν οι άνθρωποι τον απέπεμψαν, τον συνάντησε ο ίδιος
ο Θεάνθρωπος, δίνοντάς του όχι απλώς την ευλογία, αλλά και την μεγάλη ευκαιρία της συνειδητής ομολογίας και διαπροσωπικής γνωριμίας, επικοινωνίας και φυσικά ισοβίου συνδέσμου.
«Ο δε έφη· πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ».
Ακούγοντας και μελετώντας κανείς την καταπληκτική αυτή Ευαγγελική περικοπή, εκτός του θαυμασμού για την εξέλιξη των γεγονότων, και την θριαμβευτική κατάληξη, δεν μπορεί παρά να διερωτηθεί γιατί ορισμένοι άνθρωποι στέκονται τόσο αντίθετοι μπροστά στην καθαρή αλήθεια. Τι είναι αυτό το οποίο τους εμποδίζει να αποδεχθούν την αλήθεια και να την υποστηρίζουν; Οι λόγοι είναι πολλοί, και αξίζει να εστιάσουμε την προσοχή μας τουλάχιστον σε ορισμένους εξ' αυτών.

Η αντίδραση αληθινών Επισκόπων απέναντι στα λάθη των αρχόντων.

Τελικά ἡ ἀντίδραση τοῦ ὁμολογητῆ Ἐπισκόπου ἀφύπνισε τὸν Βασιλιὰ Ἀλέξανδρο...


Ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς με τον Βασιλιά Πέτρο Β΄ Καραγεώργεβιτς της Γιουγκοσλαβίας και την σύζυγό του Πριγκίπισσα Αλεξάνδρα της Ελλάδας.Πάσχα στην Εκκλησία του Αγίου Σάββα στη Νέα Υόρκη.

Ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Βασιλιὰς τῆς Γιουγκοσλαβίας Ἀλέξανδρος ὁ Α´ ἔκανε τὸ τραπέζι στὸν Ἅγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς. Ἡ συνάντηση ἔγινε. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος δέχθηκε τὸν Βασιλιὰ στὸ φτωχικὸ Ἐπισκοπεῖο ποὺ βρισκόταν δίπλα στὴν λίμνη. Στὸ μεταξὺ οἱ βασιλικοὶ ὑπηρέτες ἔκαναν τὶς ἀπαραίτητες προετοιμασίες γιὰ τὸ γεῦμα μὲ ἀκρίβεια καὶ ἐπιμέλεια. Οἱ τραπεζοκόμοι ἔστρωναν καὶ στόλιζαν τὸ τραπέζι, ἐνῶ οἱ μάγειροι ἑτοίμαζαν τὰ πιὸ ἔκλεκτα φαγητά. Ὅταν ὅλα ἦταν πλέον ἕτοιμα, ὁ ἐνάρετος Ἐπίσκοπος ἔκανε τὴν καθιερωμένη προσευχὴ πρὶν ἀπὸ τὸ γεῦμα καὶ κάθισε στὸ τραπέζι μαζὶ μὲ τὸν Βασιλιά. Οἱ ὑπηρέτες ἄρχισαν νὰ σερβίρουν. Ἐνῶ ὅμως ἦταν περίοδος νηστείας καὶ ἡμέρα ποὺ ἐπιτρεπόταν μόνο κατάλυση ἰχθύος, ὁ Ἅγιος παρατήρησε ὅτι τὰ φαγητὰ ἦταν ἀρτύσιμα. Ὅταν λοιπὸν ἔφεραν τὸ κύριο πιάτο –ψητὸ χοιρινὸ τοῦ γάλακτος– ἔπιασε τὴν πιατέλα καὶ τὴν πέταξε ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο, λέγοντας:

Παρατηρήσεις ἑνὸς Λαϊκοῦ πάνω στὴ Μαρτυρία τῆς Πίστης

 


Clement Olivier

Μέρος 1-2

Για τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας εἶναι προφανῶς ἐκείνη τῶν μαρτύρων. Ὁ μάρτυρας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μαρτυρεῖ κατὰ τὴν πιὸ ἀκριβῆ ἔννοια μπρὸς στὸ δικαστήριο τῶν ἰσχυρῶν αὐτοῦ του κόσμου, ποὺ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ μόνος Κύριος, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ ὄχι ὁ Καίσαρ. Ὅμως δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτοὺς τοὺς μάρτυρες καμιὰ ἐξημμένη ἀναζήτηση τῆς αἱματηρῆς μαρτυρίας, ἡ βεβαιότητά τους δὲν εἶναι ποτὲ μία πρόκληση ἀλλὰ μία ἀπάντηση ποὺ ἡ βάση της εἶναι πάντοτε ἡ ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (κάνω τὴ σκέψη ἑνὸς σύγχρονου δικαστῆ μίας ἀνατολικῆς χώρας : «ἐπιμένουν νὰ μᾶς ἀγαπᾶνε»). Οἱ μάρτυρες ἀφομοιώνονται μὲ τὸ ἔνδοξο σῶμα τοῦ Ἀναστάντος καὶ γίνονται κατὰ κάποιο τρόπο Εὐχαριστία: Ἔτσι καὶ ὁ ἅγιος Πολύκαρπος μέσα στὴ πυρά, «ὄχι σὰ μία σάρκα ποὺ καίγεται ἀλλὰ σὰν ἕνα ψωμὶ ποὺ ψήνεται», λέει ἡ παλιὰ διήγηση. Καὶ εἶναι μία πολὺ βαρειὰ τιμὴ καὶ ἕνα ἔργο πολὺ δύσκολο νὰ μιλᾶ κανεὶς — ὅσο λίγο καὶ ἂν εἶναι — στ’ ὄνομα μίας Ἐκκλησίας ποὺ γνώρισε στὸν 20ον αἰώνα τόσους μάρτυρες καὶ ποὺ γνωρίζει ἀκόμα καὶ σήμερα τόσους ὁμολογητές. Πέρα ἀπὸ τὸ σιδηροῦν παραπέτασμα, ἡ πίστη αὐτὴ καθ’ αὐτὴ εἶναι μία πράξη. Ὑπάρχει ἡ λειτουργικὴ προσευχὴ καὶ τὸ λειτουργικὸ χαμόγελο, «ἡ ταπεινὴ παραδοχὴ τῶν βασάνων μέσα στὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν».

Εἶναι λοιπὸν ἀκόμα, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας, ἐκείνη τοῦ «ἀποστολικοῦ ἀνθρώπου». Ὁ ἀποστολικὸς ἄνθρωπος, ὓστερ’ ἀπὸ χρόνια παραμερισμοῦ, ταπείνωσης, σιωπηλῆς ἐργασίας, συνεχοῦς προσευχῆς, κατὰ κάποιο τρόπο φλογίζεται ἀπὸ τὸ ἄκτιστο φῶς ποὺ ἐκρέει ἀπὸ τὴ θεία Μετάληψη, καὶ πραγματοποιεῖ τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τὸ Χριστὸ στοὺς Ἀποστόλους (τὴ διάκριση τῶν πνευμάτων, τὸν ἐξορκισμό, τὴ θεραπεία), βρίσκοντας τὸ λόγο ποὺ ἀγγίζει τὴ καρδιά, μαρτυρώντας ταυτόχρονα μὲ τὸ λόγο καὶ μὲ τὴν ἰσχὺ μίας ἀνακαινισμένης ζωῆς. Ἰδού, φυσικά, τί πρέπει νὰ μᾶς κάνη μετριόφρονες. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅμως — καὶ ἐκεῖ εἶναι αὐτὸ ποὺ διαφοροποιεῖ τὴν ὀρθόδοξη θέση ἀπὸ ἐκείνη ἑνὸς Kierkegaard — ἂς μὴ ξεχνᾶμε τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας: τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρη εἶναι ἀποστολική, ὅτι εἶναι ὁλόκληρη αὐτόπτης μάρτυς τοῦ Ἀναστάντος. Κάθε χριστιανός, ἐφ’ ὅσον ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἕνας μάρτυρας ὑπεύθυνος τῆς ἀλήθειας, ἐφ’ ὅσον εἶναι «λειτουργικὸς ἄνθρωπος» — «εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν» ψάλλει ὁ λαὸς μετὰ τὴν Κοινωνία — εἶναι λοιπόν, κατὰ ἕνα ταπεινὸ μέρος, ἕνας αὐτόπτης μάρτυρας καὶ ἕνας ἀποστολικὸς ἄνθρωπος.