
Στο γραφείο ενός ηλικιωμένου αξιωματικού της KGB, ανακρινόταν ένας άντρας που πίστευε στον Θεό. Όλες οι προσπάθειες να τον πείσουν να συνεργαστεί είχαν αποδειχθεί ανεπιτυχείς.

Ὁμολογία τοῦ τυφλοῦ. +Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης.

Η δύναμις και η αδυναμία της Εκκλησίας († Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης) Η ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ δὲν ἔχει προβλήματα, εἰμὴ ἐκεῖνα μόνον, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν οἱ διάκονοι αὐτῆς, ὅταν ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τοῦ γνησίου πνεύματός της.

«Καλὸν τὸ ἅλας· ἐὰν δὲ καὶ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἀρτυθήσεται;…» – Ο ΚΥΡΙΟΣ.
Ἀναμφιβόλως διερχόμεθα μίαν ἀπὸ τὰς κρισιμωτέρας, ἴσως, περιόδους τῆς θρησκευτικῆς, ἐκκλησιαστικῆς καὶ ἐθνικῆς ζωῆς τῆς ἑλληνικῆς ἡμῶν Πατρίδος. Σπανίως ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἐκλήθη ν’ ἀντιμετωπίσῃ τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα προβλήματα, οἷα ἀνέκυψαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας.
Εἰς ἀνάγκας, οὐ τὰς τυχούσας, περιεπλάκημεν ὡς Ἔθνος καὶ Ἐκκλησία. Ἔσωθεν ταραχαί, ἔριδες, αἱρέσεις, μάχαι. Ἔξωθεν κίνδυνοι, ἀπειλαί, ταπεινώσεις. Πανταχόθεν ἀκαταστασία καὶ «συνοχὴ ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ», ἐκ τοῦ φόβου τῶν ἐπερχομένων δεινῶν. Ὁ εὐσεβὴς λαός μας τιτρώσκεται τὴν φιλοτιμίαν ἐκ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐθνικῶν ταπεινώσεων καὶ τῶν προσγινομένων ὕβρεων κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἡμεῖς, ὡς ταπεινοὶ Μοναχοί, συμπάσχομεν καὶ «ἐν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» ἀναφέρομεν τὰς ἱκετηρίας ἡμῶν πρὸς τὸν «δυνάμενον σώζειν» ἡμᾶς καὶ τὸν κόσμον. Γνωρίζομεν ὅτι ὑφίστανται προβλήματα, ἀλλά, κατ’ οὐσίαν, δὲν ὑπάρχουν προβλήματα, ἀλλὰ μορφαὶ κακοῦ, τὰς ὁποίας πολεμεῖ ἡ Ἐκκλησία, καὶ μορφαὶ ἀγαθοῦ, τὰς ὁποίας ἐπιδιώκει νὰ κατακτήσῃ.
Ὅ,τι ἀποτελεῖ τιμὴν καὶ καύχησιν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἀγών, ὃν διεξάγει μὲ πλήρη γνῶσιν τῆς φύσεώς της ὡς Στρατευομένης. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι πασῶν τῶν μορφῶν τοῦ κακοῦ αἴτιος μὲν εἶναι ὁ διάβολος, φορεῖς δὲ οἱ ἄνθρωποι. Οἱ μὲν διάβολος ὑποβάλλει ἀφανῶς τὸ κακόν, οἱ δὲ ἄνθρωποι καθίστανται, ἐν ἀγνοίᾳ των, ὑπηρέται αὐτοῦ.
Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν δύο εἴδη κακοῦ: ἐκεῖνο ὅπερ ἀπεργάζεται ὁ Σατανᾶς διὰ τῶν ὀργάνων του, καὶ ἐκεῖνο οὗτινος φορεῖς καθίστανται τὰ «φωτόμορφα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας», ὁ λαὸς καὶ ὁ ἱερὸς κλῆρος. Ἐὰν ὁ κλῆρος, ὡς ἡ ἐπίσημος ἔκφρασις τῆς Ἐκκλησίας, ἁμαρτάνῃ δημοσίως, αἱ συνέπειαι εἶναι πολὺ μεγαλύτεραι.
Ἄλλο εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἄλλο ὁ κλῆρος καὶ ἄλλο ὁ λαός. Δὲν πρέπει νὰ γίνεται συσχέτισις τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν κλῆρον. Ἐν τούτοις, ἡ ἰδιάζουσα θέσις τοῦ κλήρου καὶ ἡ πνευματικὴ ἐξουσία τὴν ὁποίαν κέκτηται, βαρύνουν ἀπείρως τοῦτον ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν πιστῶν.
π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, Η ομολογία του Χριστού εις την γενεάν μας (Κυριακή Γ΄ Νηστειών-Σταυροπροσκυνήσεως)

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ[:Μάρκ.8,34-9,1]
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
«Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΝΕΑΝ ΜΑΣ»
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 21-3-1982] [ Β68 ]
Υπάρχει, αγαπητοί μου, η αντίληψις ότι το Ευαγγέλιον αποτείνεται σε τάξεις ανθρώπων, ότι δηλαδή άλλο είναι για εκείνους οι οποίοι μένουν στας πόλεις και εργάζονται και ζουν μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον α ή β, άλλο είναι το Ευαγγέλιον εκείνο ή άλλες οι υποχρεώσεις εκείνων των ανθρώπων, οι οποίοι μένουν εις την ύπαιθρο ή κατοικούν σε ένα μοναστήρι.
Ο Κύριος, για να βγάλει ακριβώς αυτή την αντίληψη, θέλοντας να μιλήσει για την αυταπάρνηση, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο, οφείλει να οδηγεί τον άνθρωπο μέχρι θανάτου, τι κάνει; «Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ…». Ώστε δεν ομιλεί μόνο εις τους μαθητάς Του, οι οποίοι υποτίθεται ότι αποτελούν τον στενότερόν του κύκλον, που θα πρέπει εκείνοι να βιώσουν κατά έναν άλλον τρόπον το Ευαγγέλιον. Αλλά καλεί και τον όχλον, καλεί και τον λαόν, που δείχνει ότι το Ευαγγέλιον είναι το ίδιο ή οφείλει να είναι το ίδιο στην εφαρμογή του, τόσο για εκείνους οι οποίοι έχουν ειδικήν αποστολήν, όσο και δια τον πολύν λαόν, οπουδήποτε κι αν μένει. Είτε εις την πόλιν, είτε εις την επαρχίαν. Είτε εις τον πρώτον αιώνα είτε εις τον εικοστόν πρώτον αιώνα. Οπουδήποτε και σε οποιανδήποτε περιοχή, το Ευαγγέλιον οφείλει να βιωθεί εξίσου το ίδιο από όλους. Πόσο σπουδαίο είναι αυτό! Όταν στην εποχή μας ακούμε να υπάρχουν συγχρονιστικές τάσεις για το Ευαγγέλιον. Πόσο, αλήθεια, έρχεται να τονίσει την ανάγκη ότι το Ευαγγέλιον είναι πάντοτε το ίδιο.
Υπέροχο: Παρατηρήσεις ἑνὸς Λαϊκοῦ πάνω στὴ Μαρτυρία τῆς Πίστης

Μέρος 1-2
Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας εἶναι προφανῶς ἐκείνη τῶν μαρτύρων. Ὁ μάρτυρας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μαρτυρεῖ κατὰ τὴν πιὸ ἀκριβῆ ἔννοια μπρὸς στὸ δικαστήριο τῶν ἰσχυρῶν αὐτοῦ του κόσμου, ποὺ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ μόνος Κύριος, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ ὄχι ὁ Καίσαρ. Ὅμως δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτοὺς τοὺς μάρτυρες καμιὰ ἐξημμένη ἀναζήτηση τῆς αἱματηρῆς μαρτυρίας, ἡ βεβαιότητά τους δὲν εἶναι ποτὲ μία πρόκληση ἀλλὰ μία ἀπάντηση ποὺ ἡ βάση της εἶναι πάντοτε ἡ ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (κάνω τὴ σκέψη ἑνὸς σύγχρονου δικαστῆ μίας ἀνατολικῆς χώρας : «ἐπιμένουν νὰ μᾶς ἀγαπᾶνε»). Οἱ μάρτυρες ἀφομοιώνονται μὲ τὸ ἔνδοξο σῶμα τοῦ Ἀναστάντος καὶ γίνονται κατὰ κάποιο τρόπο Εὐχαριστία: Ἔτσι καὶ ὁ ἅγιος Πολύκαρπος μέσα στὴ πυρά, «ὄχι σὰ μία σάρκα ποὺ καίγεται ἀλλὰ σὰν ἕνα ψωμὶ ποὺ ψήνεται», λέει ἡ παλιὰ διήγηση. Καὶ εἶναι μία πολὺ βαρειὰ τιμὴ καὶ ἕνα ἔργο πολὺ δύσκολο νὰ μιλᾶ κανεὶς — ὅσο λίγο καὶ ἂν εἶναι — στ’ ὄνομα μίας Ἐκκλησίας ποὺ γνώρισε στὸν 20ον αἰώνα τόσους μάρτυρες καὶ ποὺ γνωρίζει ἀκόμα καὶ σήμερα τόσους ὁμολογητές. Πέρα ἀπὸ τὸ σιδηροῦν παραπέτασμα, ἡ πίστη αὐτὴ καθ’ αὐτὴ εἶναι μία πράξη. Ὑπάρχει ἡ λειτουργικὴ προσευχὴ καὶ τὸ λειτουργικὸ χαμόγελο, «ἡ ταπεινὴ παραδοχὴ τῶν βασάνων μέσα στὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν».
Εἶναι λοιπὸν ἀκόμα, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας, ἐκείνη τοῦ «ἀποστολικοῦ ἀνθρώπου». Ὁ ἀποστολικὸς ἄνθρωπος, ὓστερ’ ἀπὸ χρόνια παραμερισμοῦ, ταπείνωσης, σιωπηλῆς ἐργασίας, συνεχοῦς προσευχῆς, κατὰ κάποιο τρόπο φλογίζεται ἀπὸ τὸ ἄκτιστο φῶς ποὺ ἐκρέει ἀπὸ τὴ θεία Μετάληψη, καὶ πραγματοποιεῖ τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τὸ Χριστὸ στοὺς Ἀποστόλους (τὴ διάκριση τῶν πνευμάτων, τὸν ἐξορκισμό, τὴ θεραπεία), βρίσκοντας τὸ λόγο ποὺ ἀγγίζει τὴ καρδιά, μαρτυρώντας ταυτόχρονα μὲ τὸ λόγο καὶ μὲ τὴν ἰσχὺ μίας ἀνακαινισμένης ζωῆς. Ἰδού, φυσικά, τί πρέπει νὰ μᾶς κάνη μετριόφρονες. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅμως — καὶ ἐκεῖ εἶναι αὐτὸ ποὺ διαφοροποιεῖ τὴν ὀρθόδοξη θέση ἀπὸ ἐκείνη ἑνὸς Kierkegaard — ἂς μὴ ξεχνᾶμε τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας: τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρη εἶναι ἀποστολική, ὅτι εἶναι ὁλόκληρη αὐτόπτης μάρτυς τοῦ Ἀναστάντος. Κάθε χριστιανός, ἐφ’ ὅσον ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἕνας μάρτυρας ὑπεύθυνος τῆς ἀλήθειας, ἐφ’ ὅσον εἶναι «λειτουργικὸς ἄνθρωπος» — «εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν» ψάλλει ὁ λαὸς μετὰ τὴν Κοινωνία — εἶναι λοιπόν, κατὰ ἕνα ταπεινὸ μέρος, ἕνας αὐτόπτης μάρτυρας καὶ ἕνας ἀποστολικὸς ἄνθρωπος.
Διά τῆς ὁμολογίας του κέρδισε Παράδεισο.
Ούτε ανώνυμα ομολόγησε ούτε είπε σε αυτούς που τον καταδίκασαν θα αλλάξω συμπεριφορά

Προς εκείνους που κρίνουν την αλήθεια από το πλήθος

Το κουράγιο της ομολογίας

Ο Όσιος Μελέτιος Γαλησιώτης περί του ερωτήματος, ποιός είναι ευσεβής ιερέας…
Αυγουστίνος Καντιώτης: ΟΤΑΝ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ... ΕΒΓΑΖΑΝ ΤΑ ΡΑΣΑ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ
Αφιερώνεται στον μητρ. Λεμεσού 
Ομιλία μακαριστού και αειμνήστου π. Αυγουστίνου Καντιώτη για τους Τρεις Ιεράρχες
ΟΤΑΝ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΛΗΣΙΑ ΕΒΓΑΖΑΝ ΤΑ ΡΑΣΑ ΔΙΕΦΘΑΡΜΕΝΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ (Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία «ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΑΙ ΩΣ ΑΓΩΝΙΣΤΑΙ»)
"Οἱ χριστιανοὶ ἐκεῖνοι ἐνδιεφέροντο γιὰ τὴν Ἐκκλησία περισσότερο ἀπὸ τὸ σπίτι των"
Στὴν ἐποχὴ ποὺ εὑρίσκετο μέσα εἰς τὴν Κων/πολιν ὁ
Γρηγόριος Ναζιανζηνός, εὑρίσκετο ἕνα κάθαρμα (ἔτσι τὸ ὀνομάζει
κι ὁ ἴδιος), κάθαρμα, κυνικὸν κάθαρμα. Φιλόσοφος ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ μιμηθεῖ τὸν Διογένη τὸν
φιλόσοφον, ἀλλ’ ἀπεῖχε πολὺ τοῦ
Διογένους τοῦ φιλοσόφου. Ὀνομάζετο Μάξιμος. Καὶ ὁ Μάξιμος
αὐτός,
περιβαλλόμενος ἀπὸ κόλακας καὶ
διεφθαρμένους καὶ γυναίκας ἀκόμη, καλὰ καὶ σώνει ἤθελε νὰ γίνει Ἐπίσκοπος
Κων/πόλεως. Τί ἔκανε λοιπόν;
Ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς πολιτείας, ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ αὐτοκράτορος, ἄνευ θελήσεως τοῦ λαοῦ προπαντός, ἐπῆγε καὶ μάζεψε μὲ τὰ λεφτὰ ποὺ εἶχε, πῆγε κάτω στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ μάζεψε ἑφτὰ δεσποτάδες. Καὶ μιὰ ὡραία νύχτα, περάσανε τὰ Δαρδανέλια καὶ κρυφὰ-κρυφὰ τὴ νύχτα, τὰ καράβια τὰ αἰγυπτιακά, καὶ ἔρριψαν τὴν ἄγκυρα στὸν Βόσπορο. Κρυφά. Καὶ τὴν ἄλλην μέρα, εἶχαν σκοπὸ νὰ τὸν χειροτονήσουν σὲ μία Ἐκκλησία, Ἀρειανικὴν Ἐκκλησία παρακαλῶ.
Εάν ετέραν ομολογήσομεν πίστιν, νοσούμεν απιστίαν της πίστεως!
Τί απέγινε από αυτή την πατερική διαπίστωση;
Μοναχός Παΐσιος Καρεώτης
Η απολογία του αγίου Ιωσήφ, Πατριάρχου Κων/πόλεως, περί της ενώσεως των Εκκλησιών - Ιούνιος 1273
➥ Ἐκεῖνος πού διώκεται ἀπό αὐτούς πού φαίνεται ὅτι εἶναι ὁμόπιστοι, λόγω τῆς ὑγιοῦς πίστεως, θά ἔχη μεγαλύτερον στέφανον ἀπό αὐτόν πού μαρτυρεῖ ἀπό εἰδωλολάτρη.
➥ Ἐάν λοιπόν αὐτούς πού ὀρθοδοξοῦν, ἀλλά κοινωνοῦν μέ ἑτερόδοξους πρέπει νά τούς ἀποβάλλουμε, πόσο μᾶλλον πρέπει νά ἀποφεύγουμε τούς Ἰταλούς… Πῶς θά ἀγκαλιάσουμε τούς μισητούς στό Θεό καί θά ἔλθουμε σέ κοινωνία μαζί τους; Οὐδαμῶς.
➥ Καί πῶς ἑτέραν ὁμολογήσομεν πίστιν, εἰ μή προφανῶς νοσοῦμεν ἀπιστίαν τῆς πίστεως;
➥ Πρέπει ἀκόμα νά προσέξουμε αὐτούς πού προσποιῶνται ὅτι ὁμολογοῦν τήν ὑγιῆ πίστι, ἀλλά κοινωνοῦν με τούς ἑτερόφρονας, αὐτούς πρῶτα τούς κάνουμε ἐπίπληξι καί ἄν συνεχίζουν νά κοινωνοῦν ὄχι μόνον νά τούς ἔχουμε ἀκοινώνητους, ἀλλά οὔτε καί ἀδελφούς νά τούς ἀποκαλοῦμε.
➥ Η εἰρήνη εἶναι καλή καί οὐδείς τήν ἀμφισβητεῖ, ἀλλά τότε “κρατύνεσθαι τό τῆς εἰρήνης ὄνομα καί πρᾶγμα, ὅταν μή ταῖς τῶν ἁγίων γνώμαις ἀντιταττώμεθα, μηδέ τοῖς ἐκείνων ἀντιπράττωμεν ὅροις”.
Στὴν δική μας ἐποχή, ἡ ἀπολογία τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου Ἰωσήφ ἔχει πολλὰ νὰ μᾶς διδάξη καθὼς τά προβλήματα πού ἔκαναν ἀναγκαῖα τήν σύνταξίν της εἶναι παρόμοια πρὸς τά δικά μας. Οἱ ἐνδοεκκλησιαστικές ἀντιπαλότητες, ἡ ὀξύτητα τῶν ἀντιπαραθέσεων, ἡ ἀφόρητη πίεσι ἐξωεκκλησιαστικῶν παραγόντων, τά ἐπιχειρήματα περί λόγων οἰκονομίας διά μίαν κοινὴν ἑνότητα, εἶναι λίγα ἀπό τά κοινά σημεῖα τῶν δύο ἐποχῶν.
«Την αγάπην σου την πρώτην αφήκας»!
Παράξενο, δεν λέει αν αυτός κρύβεται, αλλά αν αυτός διώκεται.
Πώς θά καταλαβαίνουμε, άγιε Γέροντα, άν ό λόγος πού ακούμε είναι αυθεντικός καί Ορθόδοξος;
"Θά καταλαβαίνετε τόν αυθεντικό ορθόδοξο λόγο, όταν αυτός διώκεται.
Άν ακούτε λόγο πού σάς χαϊδεύει τά αυτιά καί κοιμίζει τή συνείδηση σας νά φεύγετε..."
Η συνετή προάσπιση της Αλήθειας
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
«Εννοείται δε ότι δεν υπάρχει
χειρότερο μαρτύριο για έναν Ορθόδοξο, από το να
γνωρίζει ότι βρίσκεται στον χώρο της αιρέσεως, και από έλλειψη θάρρους και ταπεινώσεως να
παραμένει εντός της “συναγωγής των Ιουδαίων”. Να παραμένει αλυσοδεμένος, φοβούμενος
μήπως και χαρακτηρισθεί ως «αποσυνάγωγος».
Και όμως οι περισσότεροι Χριστιανοί
(και ο γράφων) προτιμούν το μαρτύριο αυτό παρά την συμπόρευση με την Αλήθεια.
Η αντίδραση αληθινών Επισκόπων απέναντι στα λάθη των αρχόντων.
Παρατηρήσεις ἑνὸς Λαϊκοῦ πάνω στὴ Μαρτυρία τῆς Πίστης
Clement Olivier
Μέρος 1-2
Για τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας εἶναι προφανῶς ἐκείνη τῶν μαρτύρων. Ὁ μάρτυρας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μαρτυρεῖ κατὰ τὴν πιὸ ἀκριβῆ ἔννοια μπρὸς στὸ δικαστήριο τῶν ἰσχυρῶν αὐτοῦ του κόσμου, ποὺ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ μόνος Κύριος, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ ὄχι ὁ Καίσαρ. Ὅμως δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτοὺς τοὺς μάρτυρες καμιὰ ἐξημμένη ἀναζήτηση τῆς αἱματηρῆς μαρτυρίας, ἡ βεβαιότητά τους δὲν εἶναι ποτὲ μία πρόκληση ἀλλὰ μία ἀπάντηση ποὺ ἡ βάση της εἶναι πάντοτε ἡ ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (κάνω τὴ σκέψη ἑνὸς σύγχρονου δικαστῆ μίας ἀνατολικῆς χώρας : «ἐπιμένουν νὰ μᾶς ἀγαπᾶνε»). Οἱ μάρτυρες ἀφομοιώνονται μὲ τὸ ἔνδοξο σῶμα τοῦ Ἀναστάντος καὶ γίνονται κατὰ κάποιο τρόπο Εὐχαριστία: Ἔτσι καὶ ὁ ἅγιος Πολύκαρπος μέσα στὴ πυρά, «ὄχι σὰ μία σάρκα ποὺ καίγεται ἀλλὰ σὰν ἕνα ψωμὶ ποὺ ψήνεται», λέει ἡ παλιὰ διήγηση. Καὶ εἶναι μία πολὺ βαρειὰ τιμὴ καὶ ἕνα ἔργο πολὺ δύσκολο νὰ μιλᾶ κανεὶς — ὅσο λίγο καὶ ἂν εἶναι — στ’ ὄνομα μίας Ἐκκλησίας ποὺ γνώρισε στὸν 20ον αἰώνα τόσους μάρτυρες καὶ ποὺ γνωρίζει ἀκόμα καὶ σήμερα τόσους ὁμολογητές. Πέρα ἀπὸ τὸ σιδηροῦν παραπέτασμα, ἡ πίστη αὐτὴ καθ’ αὐτὴ εἶναι μία πράξη. Ὑπάρχει ἡ λειτουργικὴ προσευχὴ καὶ τὸ λειτουργικὸ χαμόγελο, «ἡ ταπεινὴ παραδοχὴ τῶν βασάνων μέσα στὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν».
Εἶναι λοιπὸν ἀκόμα, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας, ἐκείνη τοῦ «ἀποστολικοῦ ἀνθρώπου». Ὁ ἀποστολικὸς ἄνθρωπος, ὓστερ’ ἀπὸ χρόνια παραμερισμοῦ, ταπείνωσης, σιωπηλῆς ἐργασίας, συνεχοῦς προσευχῆς, κατὰ κάποιο τρόπο φλογίζεται ἀπὸ τὸ ἄκτιστο φῶς ποὺ ἐκρέει ἀπὸ τὴ θεία Μετάληψη, καὶ πραγματοποιεῖ τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τὸ Χριστὸ στοὺς Ἀποστόλους (τὴ διάκριση τῶν πνευμάτων, τὸν ἐξορκισμό, τὴ θεραπεία), βρίσκοντας τὸ λόγο ποὺ ἀγγίζει τὴ καρδιά, μαρτυρώντας ταυτόχρονα μὲ τὸ λόγο καὶ μὲ τὴν ἰσχὺ μίας ἀνακαινισμένης ζωῆς. Ἰδού, φυσικά, τί πρέπει νὰ μᾶς κάνη μετριόφρονες. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅμως — καὶ ἐκεῖ εἶναι αὐτὸ ποὺ διαφοροποιεῖ τὴν ὀρθόδοξη θέση ἀπὸ ἐκείνη ἑνὸς Kierkegaard — ἂς μὴ ξεχνᾶμε τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας: τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρη εἶναι ἀποστολική, ὅτι εἶναι ὁλόκληρη αὐτόπτης μάρτυς τοῦ Ἀναστάντος. Κάθε χριστιανός, ἐφ’ ὅσον ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἕνας μάρτυρας ὑπεύθυνος τῆς ἀλήθειας, ἐφ’ ὅσον εἶναι «λειτουργικὸς ἄνθρωπος» — «εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν» ψάλλει ὁ λαὸς μετὰ τὴν Κοινωνία — εἶναι λοιπόν, κατὰ ἕνα ταπεινὸ μέρος, ἕνας αὐτόπτης μάρτυρας καὶ ἕνας ἀποστολικὸς ἄνθρωπος.




%20(1).jpg)
