
Μέσα στὴν ἀχαλίνωτη τάση τους νὰ φέρουν σὲ πέρας ἕνωση τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὸν Παπισμό, οἱ θιασῶτες της μετέρχονται κάθε μέσο. Τελευταῖα ἐπιχείρησαν νὰ πείσουν τὸν Θεολογικὸ κόσμο πὼς δὲν ὑπῆρξε ποτὲ σχίσμα, ἀλλὰ ἁπλὴ φιλονικία μεταξὺ δύο ἐκκλησιαστικῶν προσώπων.
Μὲ τὸ Διεθνὲς Συμπόσιο, ποὺ διοργάνωσαν στὴν Αὐστρία στὶς 16 καὶ 17 Ἰανουαρίου 2025, ὑποστήριξαν ὅτι «τὸ 1054 δὲν πραγματοποιήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ θρυλούμενο Μέγα Σχίσμα μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως. Οἱ ἀναθεματισμοὶ ἀφοροῦσαν συγκεκριμένα πρόσωπα καὶ ὄχι τὶς Ἐκκλησίες… δὲν καταδίκασε ἡ μία Ἐκκλησία τὴν ἄλλη… οὔτε διεκόπη ἡ ἐκκλησιαστικὴ μυστηριακὴ κοινωνία μεταξὺ αὐτῶν… παρέμεινε ἡ ὑπάρχουσα κρίση καὶ μεγεθύνθηκε ἡ ἀποξένωση μεταξὺ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία ἀργότερα ὁδήγησε καὶ στὴ διακοπὴ τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας ἐντὸς τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας».
Τί ἀνακάλυψη! Τοὺς ἔχει ὅμως προλάβει, 50 χρόνια πρίν, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὸ ὁποῖο, ἐπὶ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ὑποστήριζε ἀκριβῶς τὰ ἴδια: «Τὸ σχίσμα τοῦ 1054 ἐπῆλθεν οὐχὶ ἐξ ἀποφάσεως Δύσεως καὶ Ἀνατολῆς, οὐδὲ ἐπεκυρώθη δι᾿ ἀποφάσεων Ρώμης καὶ Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλ᾿ ἐπέπεσεν, ὅταν αἱ δύο Ἐκκλησίαι καὶ οἱ Χριστιανοὶ αὐτῶν ἔπαυσαν νὰ ἀγαπῶνται» (Δελτίον «Ἐπίσκεψις», ἀριθ. 28/6-4-1971).
Τὴν ἴδια αὐτὴ ἀντίληψη ἐπαναφέρει τὸ «Διεθνὲς Συμπόσιο», μὲ τὴ μόνη διαφορὰ ὅτι τώρα αὐτὴ ἡ τάχα ἀνακάλυψη ἔχει πιὰ καταντήσει ἀποκρουστικὴ ἀπὸ τὴν πολυκαιρία, παρόλο ποὺ φρόντισαν νὰ τὴν ἐπενδύσουν μὲ ψευδοεπιστημονισμὸ καὶ μάλιστα μὲ διεθνὴ συμμετοχή.

