Μπορεί ένας άνθρωπος να περάσει ολόκληρη τη ζωή του μέσα στην Εκκλησία χωρίς να αφήσει ποτέ την Εκκλησία να περάσει μέσα του.
μ. Θεόκτιστος ο Κρης
«Ζητάμε πολλά από τον Χριστό. Ζητάμε υγεία, εργασία, προστασία, να πάνε καλά τα παιδιά μας, να θεραπευθεί ένας άρρωστος, να σωθεί ένας γάμος, να λυθεί μια οικονομική δυσκολία, να ανοίξει ένας δρόμος που έκλεισε, να φύγει ένας πειρασμός.
Τρέχουμε στην Παναγία, επικαλούμαστε τους Αγίους, κάνουμε Παρακλήσεις, ανάβουμε κεριά, γράφουμε ονόματα, κάνουμε τάματα, πηγαίνουμε σε προσκυνήματα, παρακαλούμε, κλαίμε, επιμένουμε. Και καλά κάνουμε. Παιδιά του Θεού είμαστε και στον Θεό θα προστρέξουμε. Αλλά μέσα σε αυτή την αδιάκοπη ροή των αιτημάτων μας αποφεύγουμε συνήθως μια πολύ απλή και πολύ δύσκολη ερώτηση. Εμείς τι είμαστε διατεθειμένοι να προσφέρουμε στον Χριστό; Τι προσφέρουμε στην Παναγία; Τι δίνουμε στους Αγίους, τους οποίους τόσο εύκολα επικαλούμαστε; Γιατί πολλές φορές η σχέση μας με τον Θεό καταντά μια παράξενη πνευματική συναλλαγή. Εμείς υποβάλλουμε το αίτημα και περιμένουμε από τον Θεό να το ικανοποιήσει. Αν γίνει αυτό που ζητήσαμε, λέμε «Δόξα τω Θεώ». Αν δεν γίνει, αρχίζουν τα παράπονα. «Γιατί δεν με άκουσε ο Θεός;». Εσύ άκουσες ποτέ τον Θεό; Αυτό δεν το ρωτάμε. Ο Χριστός σου είπε να συγχωρήσεις. Συγχώρησες; Σου είπε να μην κατακρίνεις. Έπαψες να κατακρίνεις; Σου είπε να αγαπήσεις τον εχθρό σου. Τον αγάπησες; Σου είπε να μετανοήσεις. Μετανόησες; Σου είπε να σηκώσεις τον σταυρό σου. Τον σήκωσες; Σου είπε να κόψεις το θέλημά σου. Το έκοψες; Και ύστερα στεκόμαστε μπροστά στην εικόνα Του και λέμε με παράπονο «Χριστέ μου, γιατί δεν με ακούς;». Μα, βρε παιδί μου, εσύ πότε Τον άκουσες; Θέλουμε έναν Χριστό που να ακούει αδιαλείπτως εμάς, ενώ εμείς επιφυλάσσουμε στον εαυτό μας το δικαίωμα να μην ακούμε σχεδόν ποτέ Εκείνον.
Θέλουμε έναν Χριστό που να θεραπεύει, αλλά να μη μας ελέγχει. Μια Παναγία που να προστατεύει, αλλά να μη μας διδάσκει με το «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» τι σημαίνει παράδοση στο θέλημα του Θεού. Θέλουμε Αγίους που να θαυματουργούν, αλλά δεν θέλουμε να μάθουμε πώς έγιναν Άγιοι. Πηγαίνουμε στον Άγιο Νεκτάριο και ζητάμε θεραπεία, αλλά όταν μας αδικήσουν ή μας συκοφαντήσουν δεν θυμόμαστε καθόλου πώς εκείνος δέχθηκε την αδικία. Ζητάμε από τον Άγιο Παΐσιο βοήθεια, αλλά το φιλότιμο, την αυταπάρνηση, την απλότητα, την αυτομεμψία και τη θυσία τα αφήνουμε για τον Άγιο Παΐσιο. Ζητάμε από τον Άγιο Πορφύριο φωτισμό, αλλά δεν είμαστε διατεθειμένοι να κόψουμε ούτε έναν κακό λογισμό για τον αδελφό μας. Θέλουμε την εικόνα του Αγίου στο σπίτι, αλλά δεν θέλουμε τον τρόπο του Αγίου μέσα στο σπίτι. Θέλουμε το καντήλι του, το λαδάκι του, το φυλαχτό, το προσκύνημα, το θαύμα. Τη ζωή του δεν τη θέλουμε. Τότε τι ζητάμε ακριβώς από τους Αγίους; Να συνεργήσουν με τα πάθη μας; Να μεσιτεύσουν ώστε να περάσει το δικό μας; Να πείσουν τον Θεό να προσαρμόσει το θέλημά Του στις δικές μας επιθυμίες; Οι Άγιοι δεν είναι μεσάζοντες του θελήματός μας. Είναι οι άνθρωποι που παρέδωσαν το θέλημά τους για να ζήσει μέσα τους το θέλημα του Θεού. Αυτό όμως είναι το μέρος της αγιότητος που δεν μας συγκινεί τόσο. Το θαύμα μάς συγκινεί. Η άσκηση που προηγήθηκε του θαύματος όχι. Το άφθαρτο λείψανο μάς συγκινεί. Η νέκρωση του παλαιού ανθρώπου που προηγήθηκε όχι. Η εικόνα του Αγίου μάς συγκινεί. Η μετάνοια που έκανε αυτόν τον άνθρωπο εικόνα Χριστού όχι.














