Ἕνα συγκλονιστικὸ κείμενο τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ποὺ μᾶς προσφέρει ὑπέροχα στοιχεῖα ἀπὸ τὴ βαθιὰ πνευματικὴ καὶ ἐλπιδοφόρα σημασία τῶν δύο αὐτῶν ἀρχαίων ἀκολουθιῶν, δηλαδὴ τελετουργιῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Ἑσπερινοῦ (ποὺ γίνεται τὸ βράδυ καὶ ἑσπέρα = βράδυ) καὶ τοῦ Ὄρθρου, ποὺ γίνεται τὸ πρωί, πρὶν τὴ θεία λειτουργία (ὄρθρος = πολὺ πρωί).
Οἱ ἑρμηνεῖες σὲ ἀγκύλες εἶναι δικές μας.
Ἀντίθετα μὲ τὴν κοσμικὴ ἐμπειρία τοῦ χρόνου, ἡ λειτουργικὴ μέρα ἀρχίζει μὲ τὸν ἑσπερινό, καὶ τοῦτο σημαίνει: ἀρχίζει τὸ βράδυ. Αὐτὸ φυσικὰ εἶναι ἀνάμνηση τοῦ βιβλικοῦ: Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα, καὶ ἐγένετο πρωί, ἡμέρα μία (Γένεσις, 1,5). Ὡστόσο, εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ ἀνάμνηση. Γιατί ἀληθινὰ τὸ τέλος κάθε χρονικῆς «μονάδας» εἶναι ποὺ φανερώνει τὸ ἀχνάρι καὶ τὸ νόημα τοῦ χρόνου, ποὺ χαρίζει στὸ χρόνο τὴν πραγματικότητά του.
Ὁ χρόνος πάντα εἶναι αὔξηση, ὅμως μονάχα στὸ τέλος μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὴν κατεύθυνση αὐτῆς τῆς αὔξησης καὶ νὰ παρατηρήσομε τοὺς καρπούς της. Στὸ τέλος κάθε μέρας, στὸ βράδιασμα κάθε μέρας, ὁ Θεὸς βλέπει τὴ δημιουργία Του ὡς καλὴν• στὸ τέλος τῆς δημιουργίας εἶναι, ποὺ ὁ Θεὸς τὴ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἔτσι, ἡ Ἐκκλησια ἀρχίζει στὸ τέλος τῆς μέρας τὴ λειτουργία τοῦ καθαγιασμοῦ τοῦ καιροῦ [=χρόνου].
Καθὼς ἐρχόμαστε στὴν ἐκκλησία, ὁ κόσμος καὶ ἐμεῖς ποὺ βρισκόμαστε στὸν κόσμο ἔχομε περάσει πολλὲς ὧρες καὶ αὐτὲς οἱ ὧρες γέμισαν, ὅπως συνήθως, μὲ δουλειὰ καὶ ξεκούρασμα, μὲ πόνο καὶ χαρά, μὲ φθόνο καὶ ἀγάπη. Ἄνθρωποι πέθαναν καὶ ἄνθρωποι γεννήθηκαν. Γιὰ μερικοὺς στάθηκε ἡ πλέον εὐτυχισμένη μέρα τῆς ζωῆς τους, μιὰ μέρα ποὺ θὰ τὴ θυμοῦνται παντοτινά. Καὶ γιὰ μερικοὺς ἄλλους ἔφερε τὸ τέλος σὲ ὅλες τὶς ἐλπίδες τους, ρήμαξε τὴν ἴδια τὴν ψυχή τους. Καὶ ὁλάκερη ἡ μέρα βρίσκεται τώρα ἐδῶ – μοναδική, ἀμετάστροφη, ἀνεπανόρθωτη. Ἡ μέρα διάβηκε, ὅμως τὰ ἀποτελέσματά της, οἱ καρποί της, θὰ χαρίσουν τὸ σχῆμα της στὴν ἑπόμενη μέρα, γιατί ὅ,τι κάναμε μιὰ φορὰ ἀπομένει παντοτινά.
