
Η έννοια της ''σωτηρίας'' έχει καταστεί άγνωστη στις κοινωνίες μας πλέον.

Ἄγνοια τῆς φύσης λόγω τῆς ἄγνοιας τοῦ ἑαυτοῦ μας.
Δυστυχῶς δὲν δείχνουμε νὰ ἔχουμε ἀκόμη συνειδητοποιήσει πόσο ἐπιτακτικὴ εἶναι ἡ ἀνάγκη γιὰ μία τέτοια μεταστροφή, καὶ σὲ πεῖσμα ὅλων τῶν σημείων ἐξακολουθοῦμε νὰ βαδίζουμε ἀπερίσκεπτα στὸ μονοπάτι τῆς καταστροφῆς, πρόσωπα τυφλὰ σ’ ἕναν ἐφιάλτη πού, σὰν σὲ ἀρχαία τραγωδία, ἐκτυλίσσεται πρὸς τὸ μοιραῖο τέλος. Σχεδιάζουμε νὰ ἐπεκτείνουμε τὴ στείρα καὶ ἀφύσικη αὐτοκρατορία μας, τὴν αὐτοκρατορία τῆς εἰδικῆς μεθοδολογίας, προχωρώντας ἀκόμη πιὸ βαθιὰ στὴν αὐτοματοποιημένη, ἠλεκτρονικὴ ἔρημο. Μηχανευόμαστε μεγαλύτερα καὶ καλύτερα τραπεζικὰ συστήματα, ἐπεμβαίνουμε στὶς φυσικὲς ἀναπαραγωγικὲς διαδικασίες τῶν φυτῶν, τῶν ζώων καὶ τῶν ἀνθρώπινων ὄντων, ἐξαντλοῦμε τὴ γῆ καὶ τὰ γεννήματά της μὲ δραστικότατα χημικὰ καὶ μία πληθώρα δηλητήρια τὰ ὁποῖα μιὰ ὑγιὴς κοινωνία δὲν θὰ ἐπέτρεπε νὰ κυκλοφοροῦν ἔξω ἀπὸ ἐργαστήρια ὑψίστης ἀσφαλείας, ἀπογυμνώνουμε τὸν κόσμο ἀπὸ τὰ ἀπομεινάρια τῶν δασῶν του μὲ ταχύτητα ἀπίστευτη καὶ ἀκατανόητη καὶ συμπεριφερόμαστε ἐν γένει μὲ τρόπο πού, ἀκόμη κι ἂν συνειδητὰ τὸν εἴχαμε προγραμματίσει, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐπισπεύσει περισσότερο τὸν ἀφανισμὸ τὸν δικό μας ἀλλὰ καὶ τοῦ κόσμου ποὺ μᾶς περιβάλλει. Μοιάζουμε αἰχμαλωτισμένοι στὰ δόκανα μιᾶς τερατώδους συλλογικῆς ψύχωσης, σὰν νὰ ἔχει κυριευτεῖ ὁ πολιτισμένος κόσμος ἀπὸ μιὰ ἀκατανίκητη ἐπιθυμία θανάτου.
Γιά μιά ἀνήσυχη ἡσυχία
Ἄν θά μποροῦσε κανείς νά διεισδύσει πραγματικά στόν πυρῆνα τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας τοῦ ἀνθρώπου, πού γεννᾷται ἀπό τόν πόθο γιά ἑνότητα, θά ἀνακάλυπτε ἀκριβῶς ὅτι ὁ πόθος αὐτός προδίδει τήν ψυχική δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιά ἡσυχία. Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ διασπασμένος καί διχασμένος ἐσωτερικά ἄνθρωπος, ἐκεῖνος τοὐλάχιστον πού βιώνει τήν ἀνάγκη γιά ἑνότητα σάν μιά βασική ἐπιδίωξη τῆς ζωῆς, στό βάθος τῆς ἐσώτερης ψυχικῆς ὑποστάσεώς του λαχταρᾷ τήν ἡσυχία. Ἐξάλλου, ἐάν ἕνας διαταραγμένος ἀπό ἐσωτερικές συγκρούσεις καί διασπάσεις ἄνθρωπος κατέληγε στήν ψυχική του συγκρότηση καί ἑνοποίηση, τό πρῶτο ἀγαθό πού θά γευόταν θάταν ἀσφαλῶς ἡ πνευματική ἡσυχία, σάν ἔκφραση τῆς ἁρμονίας τῶν ψυχικῶν του καταστάσεων καί περιεχομένων. Γι’ αὐτό τό λόγο τό ἀσκητικό βίωμα, ἡ νηπτική πατερική ἔρημος, θά πρότεινε, σ’ αὐτόν πού διψᾷ τήν ἑνότητα καί τόν πόθο τοῦ ἀπολύτου, νά βιώσει στό ψυχικό χῶρο τῆς μοναξιᾶς τήν ἀσκητική ἡσυχία καί τήν «ἀναχώρηση» ἀπό τά πράγματα τοῦ κόσμου. Κι’ ἐδῶ βέβαια θά ἀντιμετώπιζε κανείς μιά «παράλογη» ἴσως πραγματικότητα, μιά ἰδιάζουσα κατάσταση ἡσυχίας καί ψυχικῆς μοναξιᾶς.
Στήν κοινή ἀντίληψη τοῦ κόσμου, ἀλλά καί μέσα στό πνεῦμα πολλῶν πού ἀποφασίζουν νά ἐνταχθοῦν στήν ἀσκητική πολιτεία, ἡ ἡσυχία τῆς μοναχικῆς ζωῆς κατανοεῖται σάν ἐγκατάλειψη μιᾶς πραγματικότητος καί σάν παραίτηση ἀπό τήν κοινωνική λειτουργία τῆς ζωῆς. Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ἡ μοναχική πολιτεία ἐπιλέγεται πολλές φόρες σάν τρόπος ζωῆς κάτω ἀπό τήν πίεση τῆς ψυχικῆς ἀνάγκης γιά φυγή, γιά «ἐγκατάλειψη», γιά ἀναζήτηση μιᾶς σωματικῆς καί πνευματικῆς ἠρεμίας μέσα στήν ἀπουσία τῶν κοσμικῶν φροντίδων καί θορύβων. Στήν περίπτωση αὐτή, κουρασμένος κανείς ἀπό τή ζωή, ἀπογοητευμένος ἀπό τίς αὐταπάτες πού προσφέρει, ἀηδιασμένος ἀπό τίς ἐπίπλαστες διανθρώπινες σχέσεις ζητεῖ νά προστατευθεῖ καί νά ἡσυχάσει, νά ἀναπαυθεῖ στήν ἀγκαλιά τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀλλά ἐδῶ ἀκριβῶς εὑρίσκεται ἡ συγκλονιστική παρεξήγηση, τήν ὁποία ἐξαρθρώνει ὁ Ἰσαάκ ὁ Σῦρος μέ τίς δυνατές του περιγραφές καί τίς διακριτικές του ἀπεικονίσεις.

