
Εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα: The Crucifixion of Orthodoxy in the 21st Century: Spiritual Wars, the Ecumenist Offensive, and Global Politics
«Θα ήθελα κι εγώ με την σειρά μου αρχικώς να συγχαρώ το Κέντρο Γεωστρατηγικών Μελετών στο Βελιγράδι για την διοργάνωση του παρόντος διεθνούς συνεδρίου και επίσης να τους ευχαριστήσω θερμά για την τιμητική πρόσκληση που μου απηύθυναν.
Στην σύντομη εισήγηση που θα ακολουθήσει θα αναφερθούμε στον τρόπο αποδοχής των λεγόμενων πρώην σχισματικών Ουκρανών από πλευράς του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δίχως αναχειροτονία, αλλά και στην επιχειρηματολογία που προέβαλαν προκειμένου να δικαιολογηθεί η συγκεκριμένη αντιεκκλησιαστική πρακτική.
Εξαρχής είναι απαραίτητο να σημειωθεί ότι η εκκλησιαστική θεραπεία των σχισμάτων έχει χαρακτήρα όχι απλώς συμφιλιωτικό αλλά θεραπευτικό. Επί τη βάση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και της Κανονικής Παράδοσης. Καθώς συγκαλύπτοντας και όχι εξαλείφοντας τις αντιθέσεις, παραμένει πάντοτε ενεργός ο κίνδυνος της αλλοίωσης και της εκ νέου διαίρεσης του εκκλησιαστικού σώματος.
Κανένας εκκλησιαστικός θεσμός και κανένα Πατριαρχείο δεν βρίσκεται υπεράνω της εκκλησιαστικής Παράδοσης, ώστε να έχει το προνόμιο να μεταχειρίζεται κατά το δοκούν και αποσπασματικά στοιχεία της Παραδόσεως, προκειμένου να ικανοποιεί συμπλεγματικές ορέξεις και φιλοδοξίες παγκόσμας εξουσίας επί της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας, διαιρώντας μάλιστα το εκκλησιαστικό σώμα χωρίς καμμία συστολή.
Η ουσία του προβλήματος, του ουκρανικού σχίσματος, δεν αποτελεί ο τόμος της αυτοκεφαλίας, είναι βεβαίως προβληματικός και ο τρόπος απόδοσης αλλά και οι απoδέκτες αυτού, αλλά ο τόμος έρχεται ως δευτερεύον πρόβλημα. Το κύριο και πρώτιστο πρόβλημα του ουκρανικού ζητήματος είναι η έλλειψη ιερωσύνης στους δεχθέντες τον τόμο, καθώς αυτοί ουδέποτε χειροτονήθηκαν εντός της Εκκλησίας, ενώ στο πλαίσιο της αυτοκεφαλίας δημιουργήθηκε, και έως και σήμερα υποστηρίζεται, μία διαδοχή φερομένων ως «ιερέων» που όσο περνάει ο καιρός τόσο δυσχεραίνεται έτι περαιτέρω η δυνατότητα θεραπείας.