Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Αλέξανδρος Σμέμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Αλέξανδρος Σμέμαν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη, Μ. Τετάρτη Schmemann Alexander Protopresbyter (1921-1983)

                                         

Αὐτὲς οἱ τρεῖς ἡμέρες, τὶς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζει Μεγάλες καὶ Ἅγιες, ἔχουν, μέσα στὸν λειτουργικὸ κύκλο τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, ἕναν καθοριστικὸ σκοπό. Τοποθετοῦν ὅλες τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες στὴν προοπτική τοῦ Τέλους· μᾶς ὑπενθυμίζουν τὸ ἐσχατολογικὸ νόημα τοῦ Πάσχα.

Συχνὰ, ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα χαρακτηρίζεται σὰν περίοδος γεμάτη μὲ «ὡραιότατες παραδόσεις» καὶ «ἔθιμα», σὰν ξεχωριστὸ τμῆμα τοῦ ἑορτολογίου μας. Τὰ ζοῦμε ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὴν παιδική μας ἡλικία, σὰν ἕνα ἐλπιδοφόρο γεγονὸς ποὺ γιορτάζουμε κάθε χρόνο, θαυμάζουμε τὴν ὀμορφιὰ τῶν ἀκολουθιῶν, τὶς ἐπιβλητικὲς πομπὲς καὶ προσβλέπουμε μὲ κάποια ἀνυπομονησία στὸ Πασχαλινὸ τραπέζι… Καὶ ὕστερα, ὅταν ὅλα αὐτὰ τελειώσουν, ξαναρχίζουμε τὴν κανονική μας ζωή.

Ἀλλὰ, ἄραγε, καταλαβαίνουμε πὼς, ὅταν ὁ κόσμος ἀρνήθηκε τὸν Σωτήρα του, ὅταν ὁ Ἰησοῦς «ἤρξατο ἀδημονεῖν» καὶ ἔλεγε: «περίλυπος ἐστὶν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου» καὶ ὅταν πέθανε στὸ Σταυρό, τότε ἡ «κανονικὴ ζωή» σταμάτησε; Δὲν εἶναι πιὰ δυνατὸν νὰ ὑπάρξει «κανονικὴ ζωή», γιατί ἀκριβῶς, αὐτοὶ ποὺ φώναζαν «Σταὺρωσον Αὐτόν!», αὐτοὶ ποὺ Τὸν ἔφτυναν καὶ Τὸν κάρφωναν στὸ Σταυρὸ, ἦταν… «κανονικοὶ ἄνθρωποι». Τὸν μισοῦσαν καὶ Τὸν σκότωσαν, ἀκριβῶς γιατί τοὺς τάραξε, τοὺς χάλασε τὴν «κανονική» ζωή τους. Καὶ ἦταν, πραγματικὰ, ἕνας τέλεια «κανονικός» κόσμος, αὐτὸς ποὺ προτίμησε τὸ σκοτάδι καὶ τὸ θάνατο ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τὴ ζωή… Μὲ τὸ θάνατο, ὅμως, τοῦ Χριστοῦ, ὁ «κανονικός» κόσμος καὶ ἡ «κανονικὴ» ζωὴ καταδικάστηκαν ἀμετάκλητα. Ἢ μᾶλλον, θὰ λέγαμε, ὅτι ἀποκαλύφθηκε ἡ ἀληθινή, ἡ ἀνώμαλη φύση τους, ἡ ἀνικανότητά τους νὰ δεχθοῦν τὸ Φῶς· ἀποκαλύφθηκε ἡ τρομερὴ δύναμη τοῦ κακοῦ μέσα τους. «Νῦν κρίσις ἐστὶν τοῦ κόσμου τούτου· νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω» (Ἰω. 12, 31).

Ἡ Μεγάλη Σαρακοστή: Ἕνας τρόπος ζωῆς

ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ NEWS - ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Schmemann Alexander Protopresbyter (1921-1983) 

Μὲ τὴν παρακολούθηση τῶν Ἀκολουθιῶν, μὲ τὴ νηστεία, ἀκόμα καὶ μὲ τὴν προσευχὴ σὲ τακτὰ διαστήματα, δὲν ἐξαντλεῖται ἡ ὅλη προσπάθεια στὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἢ μᾶλλον γιὰ νὰ εἶναι ὅλα αὐτὰ ἀποτελεσματικὰ καὶ νὰ ἔχουν νόημα, πρέπει νὰ ὑποστηρίζονται καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἴδια τή ζωή. Χρειάζεται δηλαδὴ ἕνας «τρόπος ζωῆς», ποὺ νὰ μὴν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ μὴν ὁδηγεῖ σὲ μιὰ «διασπασμένη» ὕπαρξη. Στὸ παρελθόν, στὶς ὀρθόδοξες χῶρες ἡ ἴδια ἡ κοινωνία πρόσφερε μιὰ τέτοια ὑποστήριξη μὲ τὸν συνδυασμὸ ποὺ εἶχε στὰ ἔθιμα, στὶς ἐξωτερικὲς ἀλλαγές, μὲ τὴ νομοθεσία, μὲ τοὺς δημόσιους καὶ ἰδιωτικοὺς κανονισμούς, μὲ ὅλα δηλαδὴ ὅσα περιλαμβάνονται στὴ λέξη πολιτισμός. Κατὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ, ὁλόκληρη ἡ κοινωνία ὑποδεχόταν ἕναν συγκεκριμένο ρυθμὸ ζωῆς, ὁρισμένους κανόνες ποὺ ὑπενθύμιζαν στὰ ἄτομα-μέλη τῆς κοινωνίας τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς. Στὴ Ρωσία, λόγου χάρη, δὲν μποροῦσε κανεὶς εὔκολα νὰ ξεχάσει τὴν Σαρακοστὴ, γιατί οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν χτυποῦσαν διαφορετικὰ αὐτὴ τὴν περίοδο• τὰ θέατρα ἔκλειναν καί, σὲ παλιότερους καιρούς, τὰ δικαστήρια ἀνέβαλλαν τὴν λειτουργία τους. Φυσικὰ, ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρεθίσματα ἀπὸ μόνα τους, εἶναι φανερό, ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἀναγκάσουν τὸν ἄνθρωπο νὰ ὁδηγηθεῖ στὴ μετάνοια ἢ σὲ μιὰ πιὸ ζωντανὴ θρησκευτικὴ ζωή. Ἀλλὰ ὅμως δημιουργοῦσαν μιὰ ὁρισμένη ἀτμόσφαιρα – ἕνα εἶδος σαρακοστιανοῦ κλίματος – ὅπου ἡ ἀτομικὴ προσπάθεια γινόταν εὐκολότερη. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἴμαστε ἀδύναμοι, χρειαζόμαστε τὶς ἐξωτερικὲς ὑπενθυμίσεις, τὰ σύμβολα, τὰ σημάδια. Φυσικὰ, πάντα ὑπάρχει ὁ κίνδυνος αὐτὰ τὰ ἐξωτερικὰ σύμβολα ν’ ἀποκτήσουν αὐτοτέλεια, νὰ γίνουν αὐτοσκοπός, καὶ ἔτσι ἀντὶ νὰ εἶναι ἁπλά μιὰ ὑπενθύμιση, νὰ γίνουν γιὰ τὴν κοινὴ ἀντίληψη τὸ μόνο περιεχόμενο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Αὐτὸν τὸν κίνδυνο τὸν ἔχουμε ἐπισημάνει παραπάνω, ὅταν μιλήσαμε γιὰ τὶς ἐξωτερικὲς συνήθειες καὶ τὰ πανηγύρια ποὺ ἀντικαθιστοῦν τὴν γνήσια προσωπικὴ προσπάθεια. Ἂν ὅμως καταλάβουμε σωστὰ αὐτὲς τὶς συνήθειες, τότε θὰ γίνουν ὁ «κρίκος» ποὺ συνδέει τὴν πνευματικὴ προσπάθεια μὲ τὴν ζωή.

Τό ταξίδι τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς

Μεγάλη Τεσσαρακοστή: Οι κανόνες της νηστείας - ΕΚΚΛΗΣΙΑ ONLINE

Schmemann Alexander, Protopresbyter (1921-1983)


Ὅταν κάποιος ξεκινάει γιὰ ἕνα ταξίδι, θὰ πρέπει νὰ ξέρει, ποῦ πηγαίνει. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω ἀπ’ ὅλα, ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι ἕνα πνευματικὸ ταξίδι ποὺ προορισμός του εἶναι τὸ Πάσχα, «ἡ Ἑορτὴ Ἑορτῶν». Εἶναι ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν «πλήρωση τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ Ἀποκάλυψη». Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ, θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε μὲ τὴν προσπάθεια νὰ καταλάβουμε αὐτὴ τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴ Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα, γιατί αὐτὴ ἀποκαλύπτει κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ καὶ πολὺ σημαντικὸ γιὰ τὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή μας.

Ἄραγε εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐξηγήσουμε, ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μιὰ γιορτή, πολὺ πέρα ἀπὸ μιὰ ἐτήσια ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος ποὺ πέρασε; Ὁ καθένας πού, ἔστω καὶ μιὰ μόνο φορά, ἔζησε αὐτὴ τὴ νύχτα «τὴν σωτήριο, τὴν φωταυγὴ καὶ λαμπροφόρο», ποὺ γεύτηκε ἐκείνη τὴ μοναδικὴ χαρά, τὸ ξέρει αὐτό.

Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ χαρά; Γιατί ψέλνουμε στὴν ἀναστάσιμη λειτουργία: «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια»; Μὲ ποιά ἔννοια «ἑορτάζομεν» – καθὼς ἰσχυριζόμαστε ὅτι τὸ κάνουμε – «θανάτου τὴν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν…»;

Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐρωτήσεις, ἡ ἀπάντηση εἶναι: ἡ νέα ζωὴ, ἡ ὁποία πρὶν ἀπὸ δυὸ χιλιάδες περίπου χρόνια «ἀνέτειλεν ἐκ τοῦ τάφου», προσφέρθηκε σὲ μᾶς, σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ πιστεύουν στὸν Χριστό.



                     


Ή Εκκλησία πιστεύει σε μια θετική καί πνευματική κληρονομικότητα. Πόση πίστη, πόση καλωσύνη, πόσες γενιές ανθρώπων πού αγωνίστηκαν να ζήσουν την αγιότητα, δεν χρειάστηκαν πρίν το δένδρο της ιστορίας μπορέσει να βγάλει ένα τέτοιο υπέροχο καί εύωδιαστό λουλούδι -την Παρθένο Παναγία! 

Δυστυχώς όμως, ή κληρονομιά του κακου είναι πολύ πιο ορατή καί γνωστή σήμερα. Υπάρχει τόσο κακό γύρω μας, ώστε αυτή ή πίστη στον άνθρωπο, στην ελευθερία του, στη δυνατότητα του να παραδίδει στίς μελλοντικές γενιές μια φωτεινή κληρονομιά καλωσύνης έχει σχεδόν εξατμιστεί κι έχει αντικατασταθεί από τον κυνισμό καί την υποψία... Αυτός ό εχθρικός κυνισμός καί ή αποθαρρυντική υποψία είναι ακριβώς ό,τι μας κάνει ν' απομακρυνόμαστε από την Εκκλησία, τη στιγμή πού αυτή γιορτάζει.με τέτοια χαρά καί πίστη, [ένα κορίτσι]στο όποιο συγκεντρώνεται όλη ή καλωσύνη,ή πνευματική ομορφιά, ή αρμονία καί ή τελειότητα, πού είναι στοιχεία της γνήσιας ανθρώπινης φύσεως.

Ὁ δρόμος πρὸς τὴ Βηθανία καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα

 Στὸν κόσμο τοῦτο, τὸ καθετὶ -ἀκόμα καὶ ἡ «πνευματικότητα»- μπορεῖ νὰ γίνει δαιμονική... Ποιὰ εἶναι ἡ σημασία τοῦ λειτουργικοῦ «σήμερον»;

Ἡ ἕκτη καὶ τελευταία ἑβδομάδα τῆς Μεγ. Σαρακοστῆς ὀνομάζεται «Ἑβδομάδα τῶν Βαΐων». Γιὰ ἕξι μέρες πρὶν τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μᾶς ὠθεῖ ν’ ἀκολουθήσουμε τὸν Χριστὸ, καθὼς πρῶτος ἀναγγέλει τὸ θάνατο τοῦ φίλου Του καὶ κατόπιν ἀρχίζει τὸ ταξίδι Του στὴ Βηθανία καὶ στὴν Ἱερουσαλήμ. Τὸ θέμα καὶ ὁ τόνος αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας δίνονται τὴν Κυριακὴ τὸ ἀπόγευμα, στὸν Ἑσπερινό:

Τὴν ἔκτην τῶν σεπτῶν Νηστειῶν Ἐβδομάδα, προθύμως ἀπαρχόμενοι, Κυρίῳ προεόρτιον ὕμνον τῶν Βαΐων ἄσωμεν πιστοί, ἐρχομένῳ ἐν δόξῃ δυνάμει Θεότητος, ἐπὶ τὴν Ἱερουσαλήμ, νεκρῶσαι τὸν θάνατον…

Στὸ κέντρο τῆς προσοχῆς εἶναι ὁ Λάζαρος – ἡ ἀρρώστεια του, ὁ θάνατός του, ὁ θρῆνος τῶν συγγενῶν του καὶ ἡ ἀντίδραση τοῦ Χριστοῦ σ’ ὅλα αὐτά.

Ἔτσι τὴ Δευτέρα ἀκοῦμε:

Σήμερον Χριστῷ, πέραν Ἰορδάνου διατρίβοντι, δηλοῦται ἡ νόσος τοῦ Λαζάρου…

Τὴν Τρίτη:

Χθὲς καὶ σήμερον ἡ νόσος ἡ τοῦ Λαζάρου…

Τὴν Τετάρτη:

Σήμερον Λάζαρος, θανῶν θάπτεται, καὶ θρῆνον ᾄδουσιν, αἱ τούτου σύγγονοι, ὡς δὲ προγνώστης καὶ Θεός, τὸ πάθος προηγόρευσας…

Τὴν Πέμπτη:

Δισημερεύει σήμερον, θανῶν ὁ Λάζαρος…

Τέλος, τὴν Παρασκευή:

Ἔρχεται ὁ Κύριος εἰς Βηθανίαν… … καὶ γάρ ἥκει ἐξαναστῆσαι ἐκ τάφου Λάζαρον…

Ἡ τελευταία ἑβδομάδα, δηλαδὴ, περνάει μὲ πνευματικὴ περισυλλογὴ πάνω στὴν ἐρχόμενη συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸ θάνατο ‑ πρῶτα στὸ πρόσωπο τοῦ φίλου Του Λαζάρου, ἔπειτα στὸ θάνατο τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Πλησιάζει ἡ «ὧρα τοῦ Χριστοῦ», γιὰ τὴν ὁποία τόσο συχνὰ μιλοῦσε καὶ πρὸς αὐτὴν προσανατολιζόταν ὅλη ἡ ἐπίγεια διακονία Του. Θὰ πρέπει νὰ ρωτήσουμε: ποιὰ εἶναι ἡ θέση καὶ ποιὸ τὸ νόημα αὐτῶν τῶν πνευματικῶν σκέψεων, πάνω στὴ Μεγάλη Σαρακοστή; Πῶς συνδέονται μὲ τὴν ὅλη μας προσπάθεια τῆς περιόδου αὐτῆς; Αὐτὲς οἱ ἐρωτήσεις προϋποθέτουν μία ἄλλη ἐρώτηση, μὲ τὴν ὁποία θὰ πρέπει τώρα ν’ ἀσχοληθοῦμε μὲ κάποια συντομία. Σὲ κάθε ἀνάμνηση γεγονότων ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία πολὺ συχνὰ ‑ἂν ὄχι πάντοτε‑ μεταφέρει τὸ παρελθὸν στὸ παρόν. Ἔτσι, τὴ μέρα τῶν Χριστουγέννων, ψέλνουμε: «Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου…», τὴν Κυριακή τῶν Βαΐων, λέμε: «Σήμερον εἰσέρχεται εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα…», τὴ Μεγάλη Παρασκευή: «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου…». Ἡ ἐρώτηση, λοιπὸν, εἶναι: ποιὸ εἶναι τὸ νόημα αὐτῆς τῆς χρονικῆς μεταφορᾶς; Ποιὰ εἶναι ἡ σημασία αὐτοῦ τοῦ λειτουργικοῦ «σήμερον»;

Μή αποστρέψης τό πρόσωπό σου

Μή αποστρέψης τό πρόσωπό σου
από τού παιδός σου, ότι θλίβομαι//
ταχύ επάκουσόν μου// πρόσχες
τή ψυχή μου, καί λύτρωσαι αυτήν.

   

Ακούστε τή θαυμάσια μελωδία τού στίχου τούτου, αυτή τήν κραυγή πού ξαφνικά γεμίζει τήν εκκλησία "...ότι θλίβομαι!" - καί θά καταλάβετε τό σημείο από τό οποίο ξεκινάει η Μεγάλη Σαρακοστή: τό μυστηριώδες μίγμα τής ελπίδας μέ τήν απογοήτευση, τού φωτός μέ τό σκοτάδι. Η όλη προετοιμασία έφτασε πιά στό τέλος.
Στέκομαι μπροστά στό Θεό, μπροστά στή δόξα καί στήν ομορφιά τής Βασιλείας Του. Συνειδητοποιώ ότι ανήκω σ' αυτή, ότι δέν έχω άλλη κατοικία, ούτε άλλη χαρά, ούτε άλλο σκοπό. Συναισθάνομαι ακόμα ότι είμαι εξόριστος από αυτή μέσα στό σκοτάδι καί στή λύπη τής αμαρτίας γι' αυτό "θλίβομαι"!
Τελικά παραδέχομαι ότι μόνο ο Θεός μπορεί νά μέ βοηθήσει σ' αυτή τή θλίψη, ότι μόνον σ' Αυτόν μπορώ νά πώ "πρόσχες τή ψυχή μου". Μετάνοια πάνω απ' όλα, είναι τό απελπισμένο κάλεσμα γιά τή θεία βοήθεια.

Τι είναι η Σαρακοστή

Ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ἡ προετοιμασία μας γιά τὴν ἐπιστροφὴ, τὴν δική μας «διάβαση», τὸ «Πάσχα» μας στὴ νέα ἐν Χριστῷ ζωή


                    

π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν

Ὅταν κάποιος ξεκινάει γιὰ ἕνα ταξίδι θὰ πρέπει νὰ ξέρει ποῦ πηγαίνει. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι ἕνα πνευματικὸ ταξίδι ποὺ προορισμός του εἶναι τὸ Πάσχα, ἡ Ἑορτὴ Ἑορτῶν». Εἶναι ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν «πλήρωση τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ Ἀποκάλυψη». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε μὲ τὴν προσπάθεια νὰ καταλάβουμε αὐτὴ τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴ Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα, γιατὶ αὐτὴ ἀποκαλύπτει κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ καὶ πολὺ σημαντικὸ γιὰ τὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή μας.

Ἄραγε εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία γιορτή, πολὺ πέρα ἀπὸ μία ἐτήσια ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος ποὺ πέρασε; Ὁ καθένας πού, ἔστω καὶ μία μόνο φορά, ἔζησε αὐτὴ τὴ νύχτα τὴ σωτήριο, τὴ φωταυγὴ καὶ λαμπροφόρο, ποὺ γεύτηκε ἐκείνη τὴ μοναδικὴ χαρά, τὸ ξέρει αὐτό.

Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ χαρά; Γιατί ψέλνουμε στὴν ἀναστάσιμη λειτουργία: νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια; Μὲ ποιά ἔννοια ἑορτάζομεν -καθὼς ἰσχυριζόμαστε ὅτι τὸ κάνουμε- θανάτου τὴν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν...;

Μεταξὺ οὐτοπίας καὶ διαφυγῆς

Τί είναι Ταπείνωση;

                                

Αλλά τι είναι ταπείνωση; Η απάντηση σʹ αυτή την ερώτηση μπορεί να φανεί παράδοξη γιατί είναι ριζωμένη σε μια περίεργη διαβεβαίωση: Ο Ίδιος ο Θεός είναι ταπεινός! Για ‘κείνον που γνωρίζει το Θεό, που Τον ατενίζει μέσα στη δημιουργία Του και στις σωτήριες ενέργειες Του, είναι φανερό ότι η ταπείνωση είναι πραγματικά μια Θεία ποιότητα, είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο και η λάμψη της δόξας από την οποία, όπως ψέλνουμε στη Θεία Λειτουργία, είναι «πλήρης ο ουρανός και η γη». Μέσα στην ανθρώπινη διανοητικότητά μας έχουμε την τάση να μη μπορούμε να συμβιβάσουμε τη «δόξα» με την «ταπείνωση» — αφού μάλιστα η ταπείνωση θεωρείται ψεγάδι ή ελάττωμα. Ακριβώς όμως η άγνοιά μας και η αδεξιότητά μας είναι εκείνα που μας κάνουν ή θα έπρεπε να μας κάνουν να νιώθουμε ταπεινοί.

Είναι σχεδόν αδύνατο να μεταφέρεις στο σύγχρονο άνθρωπο που τρέφεται με τη δημοσιότητα, την αυτοπροβολή και την ατέλειωτη αυτοεξύμνηση, το γεγονός ότι εκείνο που είναι αυθεντικά τέλειο, όμορφο και καλό είναι την ίδια στιγμή γνήσια ταπεινό. 

Ἡ ζωή ὡς προσμονή. Ἕνα συγκλονιστικὸ κείμενο ποὺ πρέπει νὰ διαβάσουμε ὅλοι.

Μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο συνεχοῦς ἀπώλειας δυνάμεων, μὲ σειρὲς χημειοθεραπειῶν ποὺ τοῦ προκαλοῦσαν ναυτία καὶ τὸν ἐξασθένιζαν ὅλο καὶ περισσότερο, ὁ π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν ἔγραψε ἕνα κείμενο γιὰ τὸ ραδιόφωνο στὰ μέσα Νοεμβρίου 1983 γιὰ νὰ μεταδοθεῖ τὴν ἡμέρα τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου, στὶς 2 Φεβρουαρίου. Κοιμήθηκε εἰρηνικὰ στὶς 13 Δεκεμβρίου 1983.

«Τί ἐντυπωσιακὴ καὶ ὄμορφη εἰκόνα, ὁ ἡλικιωμένος ἄντρας νὰ κρατᾶ στὰ χέρια του τὸ παιδί, καὶ πόσο παράξενα εἶναι τὰ λόγια του: «ὅτι εἶδον ὁ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν Σου…» Ἀναλογιζόμενοι αὐτὰ τὰ λόγια ἀρχίζουμε νὰ ἐκτιμοῦμε τὸ βάθος αὐτοῦ τοῦ περιστατικοῦ καὶ τὴ σχέση του μέ μᾶς, μὲ μένα, μὲ τὴν πίστη μας.

Ὑπάρχει τίποτα πιὸ χαρμόσυνο ἀπὸ ἕνα ἀντάμωμα, μία «ὑπαπαντὴ» μὲ κάποιον ποὺ ἀγαπᾶς; Εἰλικρινὰ τὸ νὰ ζεῖς σημαίνει νὰ προσμένεις, νὰ προσβλέπεις στὴ συνάντηση. Ἡ ὑπερβατικὴ καὶ ὄμορφη προσμονὴ τοῦ Συμεὼν αὐτὸ δὲ συμβολίζει; Ἄραγε δὲ συμβολίζει τὴν προσδοκία ἡ μακρόχρονη ζωή του, αὐτὸς ὁ προβεβηκὼς σὲ ἡλικία ἄντρας, ὁ ὁποῖος περνᾶ ὅλη του τὴ ζωὴ περιμένοντας τὸ φῶς ποὺ φωτίζει ὅλους καὶ τὴ χαρὰ ποὺ τὰ πάντα πληροῖ; Καὶ πόσο ἀπρόσμενα, πόσο ὑπερβολικὰ καλὰ ἔρχονται τὸ ἀπὸ καιρὸ ἀναμενόμενο φῶς καὶ ἡ χαρὰ στὸν ὑπέργηρο Συμεὼν μέσω ἑνὸς παιδιοῦ!

Ἡ σχέση τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ τοῦ Ὄρθρου μὲ τὴ Δημιουργία τοῦ Κόσμου

 

Ἕνα συγκλονιστικὸ κείμενο τοῦ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ποὺ μᾶς προσφέρει ὑπέροχα στοιχεῖα ἀπὸ τὴ βαθιὰ πνευματικὴ καὶ ἐλπιδοφόρα σημασία τῶν δύο αὐτῶν ἀρχαίων ἀκολουθιῶν, δηλαδὴ τελετουργιῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Ἑσπερινοῦ (ποὺ γίνεται τὸ βράδυ καὶ ἑσπέρα = βράδυ) καὶ τοῦ Ὄρθρου, ποὺ γίνεται τὸ πρωί, πρὶν τὴ θεία λειτουργία (ὄρθρος = πολὺ πρωί).

Οἱ ἑρμηνεῖες σὲ ἀγκύλες εἶναι δικές μας.

Ἀντίθετα μὲ τὴν κοσμικὴ ἐμπειρία τοῦ χρόνου, ἡ λειτουργικὴ μέρα ἀρχίζει μὲ τὸν ἑσπερινό, καὶ τοῦτο σημαίνει: ἀρχίζει τὸ βράδυ. Αὐτὸ φυσικὰ εἶναι ἀνάμνηση τοῦ βιβλικοῦ: Καὶ ἐγένετο ἑσπέρα, καὶ ἐγένετο πρωί, ἡμέρα μία (Γένεσις, 1,5). Ὡστόσο, εἶναι κάτι περισσότερο ἀπὸ ἀνάμνηση. Γιατί ἀληθινὰ τὸ τέλος κάθε χρονικῆς «μονάδας» εἶναι ποὺ φανερώνει τὸ ἀχνάρι καὶ τὸ νόημα τοῦ χρόνου, ποὺ χαρίζει στὸ χρόνο τὴν πραγματικότητά του.

Ὁ χρόνος πάντα εἶναι αὔξηση, ὅμως μονάχα στὸ τέλος μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὴν κατεύθυνση αὐτῆς τῆς αὔξησης καὶ νὰ παρατηρήσομε τοὺς καρπούς της. Στὸ τέλος κάθε μέρας, στὸ βράδιασμα κάθε μέρας, ὁ Θεὸς βλέπει τὴ δημιουργία Του ὡς καλὴν• στὸ τέλος τῆς δημιουργίας εἶναι, ποὺ ὁ Θεὸς τὴ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἔτσι, ἡ Ἐκκλησια ἀρχίζει στὸ τέλος τῆς μέρας τὴ λειτουργία τοῦ καθαγιασμοῦ τοῦ καιροῦ [=χρόνου].

Καθὼς ἐρχόμαστε στὴν ἐκκλησία, ὁ κόσμος καὶ ἐμεῖς ποὺ βρισκόμαστε στὸν κόσμο ἔχομε περάσει πολλὲς ὧρες καὶ αὐτὲς οἱ ὧρες γέμισαν, ὅπως συνήθως, μὲ δουλειὰ καὶ ξεκούρασμα, μὲ πόνο καὶ χαρά, μὲ φθόνο καὶ ἀγάπη. Ἄνθρωποι πέθαναν καὶ ἄνθρωποι γεννήθηκαν. Γιὰ μερικοὺς στάθηκε ἡ πλέον εὐτυχισμένη μέρα τῆς ζωῆς τους, μιὰ μέρα ποὺ θὰ τὴ θυμοῦνται παντοτινά. Καὶ γιὰ μερικοὺς ἄλλους ἔφερε τὸ τέλος σὲ ὅλες τὶς ἐλπίδες τους, ρήμαξε τὴν ἴδια τὴν ψυχή τους. Καὶ ὁλάκερη ἡ μέρα βρίσκεται τώρα ἐδῶ – μοναδική, ἀμετάστροφη, ἀνεπανόρθωτη. Ἡ μέρα διάβηκε, ὅμως τὰ ἀποτελέσματά της, οἱ καρποί της, θὰ χαρίσουν τὸ σχῆμα της στὴν ἑπόμενη μέρα, γιατί ὅ,τι κάναμε μιὰ φορὰ ἀπομένει παντοτινά.

Ἡ ὑπερηφάνεια αἰτία τῆς ἀπουσίας χαρᾶς

 


Π. Αλέξανδρος Schmemann

Πέμπτη, 28 Ἀπριλίου, 1977

     Σὲ σχέση μὲ τὴν κρίση ποὺ ὑπάρχει στὴν προσέλευση φοιτητῶν, σκεφτόμουν: γιατί οἱ ἄνθρωποι τόσο συχνὰ ἁπλῶς καταστρέφουν τὴ ζωή τους, βλάπτουν τὸν ἑαυτό τους, σὰν νὰ διακατέχονται ἀπὸ κάποια amor fati. 
 
     Θὰ ὑπέθετε κανεὶς πὼς ἕνας ἁπλὸς ἐγωισμὸς καὶ τὸ ἔνστικτό τῆς αὐτοσυντήρησης θὰ τοὺς προφύλασσαν, ἀλλὰ ὄχι, οὔτε αὐτὸ τὸ ἔνστικτο δὲν τοὺς σταματᾶ. Μπορεῖς νὰ διακρίνεις καθαρὰ ἕνα εἶδος τρέλας, ἕνα πραγματικὸ πάθος γιὰ καταστροφή. Αὐτὸ τὸ πάθος εἶναι τὸ «Ἐγώ», δηλ. ἡ ὑπερηφάνεια. 

     Ἡ ὑπερηφάνεια μεταμόρφωσε τὸν «ἄγγελο φωτός» σὲ Διάβολο, καὶ τώρα μόνον ἡ ὑπερηφάνεια ἔχει τὴ δύναμη νὰ καταστρέφει τοὺς ἀνθρώπους. Συνεπῶς, τὸ καθετὶ ποὺ συνδέεται, κατὰ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο, μὲ τὴν ὑπερηφάνεια, ἀκόμη καὶ σὲ μικροσκοπικὲς δόσεις, συνδέεται μὲ τὸν Διάβολο καὶ μὲ τὸ διαβολικό. 

Κυριακή τῶν Βαΐων: ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ὑπόσχεσης ποὺ δώσαμε στὸν Χριστό.

Ὁ δρόμος πρὸς τὴ Βηθανία καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα

                 


Ἡ ἕκτη καὶ τελευταία ἑβδομάδα τῆς Μεγ. Σαρακοστῆς ὀνομάζεται «Ἑβδομάδα τῶν Βαΐων». Γιὰ ἕξι μέρες πρὶν τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μᾶς ὠθεῖ ν’ ἀκολουθήσουμε τὸν Χριστὸ, καθὼς πρῶτος ἀναγγέλει τὸ θάνατο τοῦ φίλου Του καὶ κατόπιν ἀρχίζει τὸ ταξίδι Του στὴ Βηθανία καὶ στὴν Ἱερουσαλήμ. Τὸ θέμα καὶ ὁ τόνος αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας δίνονται τὴν Κυριακὴ τὸ ἀπόγευμα, στὸν Ἑσπερινό:

Τὴν ἔκτην τῶν σεπτῶν Νηστειῶν Ἐβδομάδα, προθύμως ἀπαρχόμενοι, Κυρίῳ προεόρτιον ὕμνον τῶν Βαΐων ἄσωμεν πιστοί, ἐρχομένῳ ἐν δόξῃ δυνάμει Θεότητος, ἐπὶ τὴν Ἱερουσαλήμ, νεκρῶσαι τὸν θάνατον…

Στὸ κέντρο τῆς προσοχῆς εἶναι ὁ Λάζαρος – ἡ ἀρρώστεια του, ὁ θάνατός του, ὁ θρῆνος τῶν συγγενῶν του καὶ ἡ ἀντίδραση τοῦ Χριστοῦ σ’ ὅλα αὐτά.

Ἔτσι τὴ Δευτέρα ἀκοῦμε:

Σήμερον Χριστῷ, πέραν Ἰορδάνου διατρίβοντι, δηλοῦται ἡ νόσος τοῦ Λαζάρου…

Τὴν Τρίτη:

Χθὲς καὶ σήμερον ἡ νόσος ἡ τοῦ Λαζάρου…

Τὴν Τετάρτη:

Σήμερον Λάζαρος, θανῶν θάπτεται, καὶ θρῆνον ᾄδουσιν, αἱ τούτου σύγγονοι, ὡς δὲ προγνώστης καὶ Θεός, τὸ πάθος προηγόρευσας…

Τὴν Πέμπτη:

Δισημερεύει σήμερον, θανῶν ὁ Λάζαρος…

Τέλος, τὴν Παρασκευή:

Ἔρχεται ὁ Κύριος εἰς Βηθανίαν… … καὶ γάρ ἥκει ἐξαναστῆσαι ἐκ τάφου Λάζαρον…

Ἡ τελευταία ἑβδομάδα, δηλαδὴ, περνάει μὲ πνευματικὴ περισυλλογὴ πάνω στὴν ἐρχόμενη συνάντηση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸ θάνατο ‑ πρῶτα στὸ πρόσωπο τοῦ φίλου Του Λαζάρου, ἔπειτα στὸ θάνατο τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Πλησιάζει ἡ «ὧρα τοῦ Χριστοῦ», γιὰ τὴν ὁποία τόσο συχνὰ μιλοῦσε καὶ πρὸς αὐτὴν προσανατολιζόταν ὅλη ἡ ἐπίγεια διακονία Του. Θὰ πρέπει νὰ ρωτήσουμε: ποιὰ εἶναι ἡ θέση καὶ ποιὸ τὸ νόημα αὐτῶν τῶν πνευματικῶν σκέψεων, πάνω στὴ Μεγάλη Σαρακοστή; Πῶς συνδέονται μὲ τὴν ὅλη μας προσπάθεια τῆς περιόδου αὐτῆς; Αὐτὲς οἱ ἐρωτήσεις προϋποθέτουν μία ἄλλη ἐρώτηση, μὲ τὴν ὁποία θὰ πρέπει τώρα ν’ ἀσχοληθοῦμε μὲ κάποια συντομία. Σὲ κάθε ἀνάμνηση γεγονότων ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία πολὺ συχνὰ ‑ἂν ὄχι πάντοτε‑ μεταφέρει τὸ παρελθὸν στὸ παρόν. Ἔτσι, τὴ μέρα τῶν Χριστουγέννων, ψέλνουμε: «Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου…», τὴν Κυριακή τῶν Βαΐων, λέμε: «Σήμερον εἰσέρχεται εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα…», τὴ Μεγάλη Παρασκευή: «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου…». Ἡ ἐρώτηση, λοιπὸν, εἶναι: ποιὸ εἶναι τὸ νόημα αὐτῆς τῆς χρονικῆς μεταφορᾶς; Ποιὰ εἶναι ἡ σημασία αὐτοῦ τοῦ λειτουργικοῦ «σήμερον»;

Οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαζόμενους πιθανὸν τὸ θεωροῦν αὐτὸ σὰν μία ρητορικὴ μεταφορά, σὰν ποιητικὸ «σχῆμα λόγου». Ἡ δική μας, ἡ σύγχρονη προσέγγιση τῆς λατρείας γίνεται μὲ δυὸ τρόπους: ἢ μὲ τὴ λογικὴ ἢ μὲ τὸ συναίσθημα. Ἡ λογικὴ προσέγγιση περιορίζει τὴ λειτουργικὴ τελετουργία σὲ ἰδέες. Βρίσκεται δὲ στὶς ρίζες τῆς «Δυτικίζουσας» Θεολογίας, ἡ ὁποία ἀναπτύχτηκε στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ, ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὴν πατερικὴ ἐποχὴ, καὶ γιὰ τὴν ὁποία ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι, στὴν καλύτερη περίπτωση, ἕνα ἀκατέργαστο ὑλικὸ γιὰ καθαροὺς διανοητικοὺς ὁρισμοὺς καὶ θεωρήματα. Ὅ,τι δὲ στὴ λατρεία δὲν μπορεῖ νὰ περιοριστεῖ σὲ μία διανοητικὴ ἀλήθεια, ἐπιγράφεται «ποίηση» – δηλαδὴ κάτι ποὺ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ πάρει στὰ σοβαρά. Καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι ὁλοφάνερο, ὅτι τὰ γεγονότα ποὺ μνημονεύονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἀνήκουν στὸ παρελθόν, τὸ λειτουργικὸ «σήμερον» δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει κάποιο σοβαρὸ νόημα. Ὅσο δὲ ἀφορᾶ τὴ «συναισθηματική» προσέγγιση, αὐτὴ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα μίας ἀτομικιστικῆς καὶ ἐγωκεντρικῆς εὐσέβειας, ποὺ εἶναι, κατὰ πολλοὺς τρόπους, τὸ συμπλήρωμα τῆς διανοητικῆς θεολογίας. Γι’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν εὐσέβεια, ἡ λατρεία, πάνω ἀπὸ καθετὶ ἄλλο, εἶναι ἕνα χρήσιμο πλαίσιο γιὰ προσωπικὴ προσευχή, εἶναι φόντο γιὰ ἔμπνευση, ποὺ σκοπὸς του εἶναι νὰ «θερμάνει» τὴν καρδιά μας καὶ νὰ τὴ στρέψει πρὸς τὸ Θεό. Τὸ περιεχόμενο καὶ τὸ νόημα στὶς ἀκολουθίες, στὰ λειτουργικὰ κείμενα, στὶς ἱεροτελεστίες ἔχουν, στὴν περίπτωση αὐτή, δευτερεύουσα σημασία· ὅλα τοῦτα εἶναι χρήσιμα καὶ ἱκανοποιητικὰ, μόνον ἐφ’ ὅσον μὲ βοηθοῦν νὰ προσεύχομαι! Καὶ ἔτσι τὸ λειτουργικὸ «σήμερον» σβήνει, ὅπως ἐξάλλου καὶ ὅλα τὰ ἄλλα λειτουργικὰ κείμενα, μέσα σ’ ἕνα εἶδος ξεχωριστῆς κατανυκτικῆς καὶ ἐμπνευσμένης «προσευχῆς».

Ὁ Χριστὸς δεχόμενος τὸ βάπτισμα ταυτίζεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅλους τούς ἁμαρτωλοὺς ἀνεξαιρέτως. Ταυτίζεται μὲ κάθε ἁμαρτωλὸ ποὺ χρειάζεται συγχώρηση, σωτηρία καὶ ἀναγέννηση…

                            Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Ταυτίζεται μὲ ὅλους καὶ μὲ τὸν καθένα μας. Μὲ τὸ Βάπτισμά Του δείχνει πὼς δὲν ἦρθε γιὰ νὰ κρίνει ἢ νὰ καταδικάσει, οὔτε γιὰ νὰ φέρει ἀντικειμενικοὺς νόμους καὶ κανόνες, ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς τελειότητας καὶ Θεότητάς Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μαζί μας ἔτσι, ὥστε γινόμενος ἕνας ἀπὸ μᾶς νὰ μᾶς καταστήσει μετόχους τῆς τέλειας καὶ ἀναμάρτητης ζωῆς Του. Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἔλεγε γι’ Αὐτόν, “ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου!” (Ἰωάν. 1,29) .

Δεύτερη μέρα τῶν Χριστουγέννων: Ἡ Σύναξη πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

π. Αλέξανδρος Σμέμαν

Μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ δίχως ὑπερβολὴ, ὅτι ἡ εὐλάβεια τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Παναγία, ἀπὸ μικρὸς σπόρος ποὺ ἦταν, ἀναπτύχθηκε σὲ μεγάλο δένδρο, ξεκινώντας ἀπὸ τὴ φάτνη τῆς Βηθλεέμ. Σ’ αὐτὴ τὴν ἀπόλυτα μοναδικὴ νύχτα γιὰ τοὺς Χριστιανούς, τότε ποὺ γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἡ εἰκόνα τῆς Μητέρας καὶ τοῦ Παιδιοῦ ἔγινε – καὶ παραμένει γιὰ πάντα – ἡ σπουδαιότερη, ἡ βαθύτερη καὶ ἡ πλέον χαρμόσυνη εἰκόνα τῆς πίστεώς μας… Ὅλες οἱ ἐορ­τές, οἱ προσευχὲς καὶ ἡ ἀγάπη, ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἀ­πευθύνει στὴ Θεοτόκο, ριζώνουν στὸν ἑορτασμὸ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.

Στὴν ἀρχαία ἐποχή, ὅταν δὲν εἶχε ἐξελιχθεῖ ἀκόμη τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἡμερολόγιο, ἡ μόνη ἑορτὴ ποὺ ἦταν ἀφιερωμένη στὴν Παναγία ἦταν ἡ δεύτερη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, ἡ 26η Δεκεμβρίου, γνωστὴ μὲ τὸν ἀρχαῖο τίτλο ὡς “Σύναξη πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπερ­αγίας Θεοτόκου”. Ἀκριβῶς ἐδῶ, στὴν ἑορτὴ τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴ Γέννηση τοῦ Χρίστου, στὶς εὐχὲς καὶ στοὺς ὕμνους τῶν Χριστουγέννων, βρίσκουμε τὸ βαθύτερο ἐπίπεδο τῆς Χριστιανικῆς σκέψεως ὅσον ἀφορᾶ τὴ Θεοτόκο, τὴ σχέση μας μαζί της, τὴν κα­τανόηση τοῦ παραδείγματός της, τὸ πρόσωπό της καὶ τὴ θέση της στὴ θρησκευτική μας ζωή.

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

                   Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.


+ π. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν
Ἕνα ρίγος χαρᾶς διαπερνᾶ τὴ λέξη “ἀνὰληψη”, πού δείχνει μιὰ πρόκληση πρὸς τοὺς ἀποκαλούμενους “νόμους τῆς φύσεως”, πρὸς τὴ διαρκῆ κάθοδο καὶ πτώση· εἶναι μιὰ λέξη πού ἀκυρώνει τοὺς νόμους τῆς βαρύτητας καὶ πτώσης. Ἐδῶ ἀντίθετα τὰ πάντα εἶναι ἐλαφράδα, πέταγμα, μιὰ ἀτέλειωτη ἄνοδος. Ἡ Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου γιορτάζεται σαράντα μέρες μετὰ τὸ Πάσχα, τὴν Πέμπτη τῆς ἕκτης ἑβδομάδας μετὰ τὴ γιορτὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ.
Τὴν Τετάρτη, τὴν παραμονή, ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τὴν ἀποκαλούμενη “Ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα”, σὰν νὰ χαιρετᾶ δηλ. τὸ Πάσχα. Ἡ ἀκολουθία εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ὅπως αὐτὴ τῆς νύχτας τοῦ Πάσχα, μὲ τὴν ἀπαγγελία ἀκριβῶς τῶν ἴδιων στίχων: “Ἀναστήτω ὁ Θεὸς καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ Αὐτοῦ…”, “Αὕτη ἡ ἡμέρα ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ”. Ὅταν ψάλλει αὐτοὺς τοὺς στίχους ὁ ἱερεύς, κρατᾶ τὴν πασχάλια λαμπάδα καὶ θυμιατίζει ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησία, ἐνῶ σὲ ἀπάντηση ψάλλεται τὸ “Χριστὸς ἀνέστη”. Ἀποχωριζόμαστε τὸ Πάσχα, τὸ “ἀποδίδουμε” στὸ ἑπόμενο ἔτος.

Ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ἡ προετοιμασία μας γιά τὴν ἐπιστροφὴ, τὴν δική μας «διάβαση», τὸ «Πάσχα» μας στὴ νέα ἐν Χριστῷ ζωή

 

Πατήρ Ἀλέξανδρος Σμέμαν – Μεγάλη Σαρακοστή, πορεία πρὸς τὸ Πάσχα, ἀπὸ τὸ βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή», ἐκδόσεις Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1999

Ὅταν κάποιος ξεκινάει γιὰ ἕνα ταξίδι θὰ πρέπει νὰ ξέρει ποῦ πηγαίνει. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι ἕνα πνευματικὸ ταξίδι ποὺ προορισμός του εἶναι τὸ Πάσχα, ἡ Ἑορτὴ Ἑορτῶν». Εἶναι ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν «πλήρωση τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ Ἀποκάλυψη». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ… ἀρχίσουμε μὲ τὴν προσπάθεια νὰ καταλάβουμε αὐτὴ τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴ Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα, γιατὶ αὐτὴ ἀποκαλύπτει κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ καὶ πολὺ σημαντικὸ γιὰ τὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή μας.

Ἄραγε εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία γιορτή, πολὺ πέρα ἀπὸ μία ἐτήσια ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος ποὺ πέρασε; Ὁ καθένας πού, ἔστω καὶ μία μόνο φορά, ἔζησε αὐτὴ τὴ νύχτα «τὴ σωτήριο, τὴ φωταυγὴ καὶ λαμπροφόρο», ποὺ γεύτηκε ἐκείνη τὴ μοναδικὴ χαρά, τὸ ξέρει αὐτό.
Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ χαρά; Γιατί ψέλνουμε στὴν ἀναστάσιμη λειτουργία: νῦν πάντα επλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια»; Μὲ ποιὰ ἔννοια ἑορτάζομεν» – καθὼς ἰσχυριζόμαστε ὅτι τὸ κάνουμε – θανάτου τὴν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν…;