Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοφία Μπεκρή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σοφία Μπεκρή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σοφία Μπεκρῆ: Ἐμεῖς, ἄραγε, θὰ ἀνταποκριθοῦμε στὸ κάλεσμά Του;


Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος 
 

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐπιλέγει ἡ Ἐκκλησία μας τὰ ἀναγνώσματα αὐτὴν τὴν περίοδο, τοποθετεῖ τὴν δράση τοῦ Κυρίου «παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας» (Ματθ., δ’ 18), ὄχι ἀσφαλῶς τυχαῖα.

Ὁ Κύριος, ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὴν σύλληψη τοῦ Ἰωάννου, γιὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐχθρικὴ Ἰουδαία, «ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν…καὶ ἐλθὼν κατώκησεν εἰς Καπερναούμ, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, εἰς τὴν Γαλιλαίαν τῶν ἐθνῶν» (ὅ.π. 12-15). Ἔτσι, χάρη στὴν εὐεργετική Του δράση καὶ στὸ κοσμοσωτήριο ἔργο Του, «ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα» (Ματθ., δ’ 16), σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία τοῦ Ἡσαΐου.

Ξεκίνησε, μάλιστα, τὴν διδασκαλία Του μὲ τὰ λόγια τοῦ Προδρόμου Του: «μετανοεῖτε ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (ὅ.π. 17) καὶ ἀπευθύνθηκε στοὺς δικούς του μαθητές. Πράγματι, οἱ δύο πρῶτοι κληθέντες ὑπὸ τοῦ Κυρίου, ποὺ ἀναφέρουν οἱ συνοπτικοὶ Εὐαγγελιστές, Σίμων Πέτρος καὶ Ἀνδρέας, ὑπῆρξαν πρῶτα μαθητὲς τοῦ Προδρόμου καί, κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, ἀκολούθησαν τὸν Κύριο καθ’ ὑπόδειξη τοῦ διδασκάλου των: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ … ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν» (Ἰωάν., α’ 27).

Ἔτσι, οἱ πρωτόκλητοι, ἀφοῦ εἶχαν ἤδη μαθητεύσει κοντὰ στὸν Πρόδρομό Του καὶ εἶχαν κάνει τὴν πρώτη γνωριμία μὲ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, συναπαντῶνται καὶ πάλι τώρα μαζί Του καὶ ὁ Κύριος τοὺς καλεῖ ὁριστικὰ κοντά Του: «Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» (Ματθ., δ’ 20).

Οι προϋποθέσεις της συναντήσεως

 


Είναι πολλά και ποικίλα τα μηνύματα της μεγάλης και κοσμοσωτηρίου εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου μας και δεν είναι, ασφαλώς, εύκολο να αναλυθούν όλα σε ένα σύντομο άρθρο. Γι’ αυτό, με αφορμή την συνάντηση και μάλιστα προϋπάντηση του σαρκωθέντος Κυρίου από τον Συμεώνα και την Άννα, θα αναφερθούμε στις προϋποθέσεις της δικής μας συναντήσεως με τον Κύριο.

Δίκαιος και ευλαβής αποκαλείται ο Συμεών στην διήγηση του Ευαγγελιστού για την Υπαπαντή (Λουκ. β’ 22-40). Ήταν μάλιστα τόση η δικαιοσύνη και η ευσέβειά του, -η διακιοσύνη εδώ με την έννοια της συνέπειας στην τήρηση των παραδόσεων-, ώστε το Άγιο Πνεύμα «ην επ’ αυτόν» και του είχε αποκαλύψει ότι θα γίνη ησυνάντηση αυτή, «πριν η ιδείν θάνατον». Βεβαίως, ηπίστη του Συμεών είχε δοκιμαστή πρώτα, όταν, κατά την παράδοση, ως ένας από τους εβδομήκοντα ερμηνευτές και μεταφραστές της Παλαιάς Διαθήκης, είχε δυσπιστήσει ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού θα γεννηθή εκ Παρθένου, για το οποίο έλαβε την εξ ουρανού διαβεβαίωση ότι δεν θα πεθάνη, πριν να δη με τα μάτια του την εκπλήρωση αυτής της προφητείας. Έτσι, με βεβαία πλέον την πίστη «προσδεχόταν (=προσδοκούσε) την παράκλησιν (=παρηγορία) του Ισραήλ».

Ο υμνογράφος, βεβαίως, στο Απολυτίκιο δεν κάνει λόγο μόνον για «παράκληση του Ισραήλ», αλλά μιλάει για έναν «ελευθερωτή των ψυχών ημών», που δεν θα σώση μόνον το Ισραήλ από τους εχθρούς του αλλά θα ελευθερώση και τις ψυχές των ανθρώπων -όλων των ανθρώπων- από την αμαρτία και θα τους αναστήση από τον θάνατο, χαρίζοντάς των την ανάσταση: «Ευφραίνου και συ, πρεσβύτα δίκαιε, δεξάμενος εν αγκάλαις τον ελευθερωτήν των ψυχών ημών, χαριζόμενον ημίν και την Ανάστασιν.»

Ένας τέτοιος καθολικός Σωτήρας υπήρξε ο Χριστός μας, όπως ομολογεί στην συνέχεια ο Συμεών, όταν δέχεται στις αγκάλες του ως βρέφος τον Θεό: «…ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου (είδα με τα μάτια μου την σωτηρία), φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ». Ο Συμεών, έχοντας ασφαλώς την φώτιση του Αγίου Πνεύματος, δεν προτάσσει την δόξα του λαού του Ισραήλ, από τον οποίον προήλθε ο Σωτήρας Χριστός, αλλά τονίζει την αποκάλυψη του σωτηρίου φωτός σε όλα τα έθνη, που έως τότε βρίσκονταν στο σκότος και στην σκιά του θανάτου και της αμαρτίας, καθ’ ότι ο Χριστός μας υπήρξε η «προσδοκία των εθνών» (Γεν., 49, 10).

Το έργο των διακόνων

Η Εκκλησία του Χριστού, είναι, ως γνωστόν, θεμελιωμένη πάνω στα αίματα των μαρτύρων. Πρωτόαθλος και πρωτοχορευτής στον ατελείωτο αυτόν χορό υπήρξε ο Πρωτομάρτυρας και Αρχιδιάκονος Στέφανος. 

Ο εορτασμός της μνήμης του στις 27 Δεκεμβρίου -αρχικά εορταζόταν την επομένη της Γεννήσεως του Χριστού, στις 26 Δεκεμβρίου, οπότε ορίστηκε να εορτάζεται η Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως Μητέρας του Κυρίου-, είναι συμβολικός.

Πράγματι, ο Στέφανος είναι ο τελειώτερος μάρτυρας και διάκονος του Θεού Λόγου, ο οποίος έγινε άνθρωπος, «ἵνα τὸν ἄνθρωπον Θεὸν ποιήσῃ» (Μ. Αθανάσιος).

Γι’ αυτό και στο Κοντάκιο της εορτής του τονίζεται ότι, ενώ ο «Δεσπότης» Κύριος «διὰ σαρκὸς ἐπεδήμει», ο πιστός και αφοσιωμένος «δοῦλος» Του Στέφανος «ἀπὸ σαρκὸς ἐξεδήμει».

Για να κατανοήσωμε, ασφαλώς, την προσφορά του Στεφάνου, χρειάζεται να θυμηθούμε τον ρόλο των διακόνων στις αποστολικές κοινότητες των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Σε αυτές, λοιπόν, οι διάκονοι, είχαν αναλάβει το κοινωνικό έργο, -«διακονία τῶν τραπεζῶν»-, που επιτελούταν παράλληλα με τις άλλες δύο διακονίες, την πνευματική -«προσευχή»- και την μορφωτική -«διακονία τοῦ λόγου» (Πράξ., στ’ 3-4).

Η σημασία που έδιναν οι Απόστολοι στην άσκηση του κοινωνικού έργου γίνεται φανερή από την εκλογή των Επτά Διακόνων, οι οποίοι ήταν άνθρωποι «πλήρεις Πνεύματος Ἁγίου καὶ σοφίας», που τους κατέστησε η Εκκλησία «ἐπὶ τὴν χρείαν ταύτην», για να εξυπηρετούν δηλαδή τους πιστούς στις υλικές των ανάγκες, τις οποίες, ασφαλώς, δεν μπορούσε να παραβλέψῃ η Εκκλησία των πιστών.

Εαν η εκκλησιαστική κοινότητα- διότι ως κοινότητα νοούταν η Εκκλησία- δεν θεωρούσε ευάρεστη την διακονία αυτήν, τότε γιατί οι Απόστολοι, με προεξάρχοντα τον Πέτρο, να συγκαλούσαν τους πιστούς, ώστε να επιλέξουν με δημοκρατική εκλογή τους αξιωτέρους προς τον σκοπό αυτόν;

Βεβαίως, και μέσα στην πρώτη Εκκλησία, υπήρχαν διαφορετικές και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις σχετικά με την υφή και το έργο της Εκκλησίας γενικώς.

Από την μια, οι ιουδαΐζοντες χριστιανοί έβλεπαν την Εκκλησία ως συνέχεια του εβραϊκού ναού και θεωρούσαν τους λειτουργούς της ως συνεχιστές της λευϊτικής ιερωσύνης, γι’ αυτό και έδιναν έμφαση στο τελετουργικό μέρος και στις τυπικές διατάξεις και είχαν μια εχθρότητα απέναντι στον λαό, που τον θεωρούσαν υποδεέστερο και εξυπηρετητή των συμφερόντων των, χωρίς να ενδιαφέρονται οι ίδιοι για τις δικές του ανάγκες.

Τὰ "παράδοξα" τῆς Κοιμήσεως

88888

Τὰ "παράδοξα"τῆς Κοιμήσεως

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος - θεολόγος

    Τιμοῦμε καὶ μεγαλύνομε, ὅπως κάθε χρόνο, καὶ ἐφέτος, στὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως, τὴν Παναγία Μητέρα μας, «τὴν ὑψηλοτέραν τῶν οὐρανῶν καὶ καθαρωτέραν λαμπηδόνων ἡλιακῶν». Ἐκφράζομε τὴν εὐγνωμοσύνη μας στὴν «Δέσποιναν τοῦ κόσμου, τὴν λυτρωσαμένην ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας» τοῦ αἰωνίου θανάτου καὶ «δωρησαμένην ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον». Συγχρόνως, δέ, εἴμαστε πεπεισμένοι ὅτι «ἡ δύναμις τῶν ἀβοηθήτων καὶ ἡ ἐλπίς τῶν ἀπελπισμένων», τώρα ποὺ «κατέλιπε τὸν κόσμον», ὄχι μόνον δὲν θὰ μᾶς ἀφήσῃ μόνους στὶς συμφορὲς τοῦ βίου μας, ἀλλὰ θὰ δέεται, ἀπὸ τὴν οὐράνια κατοικία της, μὲ ἀκόμη μεγαλύτερη παρρησία «ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν».

     Ἡ βεβαιότητα, μάλιστα, αὐτὴ μᾶς δίνει μεγάλο κουράγιο καὶ δύναμη. Πράγματι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαριθμήσῃ κανεὶς «τὰ μεγαλεῖα τῶν ὑπὲρ νοῦν θαυμάτων» τῆς Παναγίας, «τῶν τετελεσμένων διηνεκῶς», ὅπως αὐτὰ παρουσιάζονται μέσα ἀπὸ τὴν ὑπέροχη ὑμνογραφία τῆς ἡμέρας καὶ τὰ ὁποῖα δὲν συνδέονται, ἀσφαλῶς, ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν δική της κοίμηση ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μὲ τὴν δική μας σωτηρία.

    «Ὦ τοῦ παραδόξου θαύματος! Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται καὶ κλίμαξ πρὸς οὐρανὸν ὁ τάφος γίνεται». Ὁ  γήϊνος τάφος, ποὺ φέρει τὸ ζωηφόρο σῶμα τῆς Παναγίας, μετατρέπεται σὲ οὐράνια κλίμακα, «ἡ τάφον οἰκήσασα (Παναγία) ἔδειξεν Παράδεισον», καὶ ἡ Γεσθημανῆ γίνεται τόπος χαρᾶς: «Εὐφραίνου Γεθσημανῆ, τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος». Ὅλες οἱ ἐπίγειες καὶ ἐπουράνιες δυνάμεις, μὲ προεξάρχοντα τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, καλοῦνται νὰ ὑμνήσουν τὴν Κεχαριτωμένη. «Ἐπὶ σοί, χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ φύσις, ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος, ἠγιασμένε ναὲ καὶ Παράδεισε λογικέ.»

Ἡ ἐπανάληψη, μάλιστα, τῆς φράσεως «Κεχαριτωμένη χαῖρε, μετὰ σοῦ ὁ Κύριος», στὴν κατάληξη τῶν Στιχηρῶν τοῦ Ἑσπερινοῦ, θυμίζει τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, «δι’ ἧς ἡμεῖς ἐθεώθημεν».

Δικαίως, λοιπόν, ἡ Κοίμηση ὀνομάστηκε «Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ», ἀφοῦ ὅλη ἡ φύση συμμετέχει στὴν χαρὰ καὶ στὴν ἀγαλλίαση γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία «πεποικιλμένῃ (=στολισμένη) τῇ θείᾳ δόξῃ πάντας συνηγάγετο πρὸς εὐφροσύνην τοὺς πιστούς.» (Εἱρμὸς α’ ὠδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Μελωδοῦ).

Λησμονεῖ, ἔτσι, κανείς, πρὸς στιγμήν, ὅτι πρόκειται γιὰ κοίμηση. «Σήμερον (ἡ Παναγία) τὴν παναγίαν παρατίθεται ψυχὴν καὶ σὺν αὐτῇ πληροῦται τὰ σύμπαντα χαρᾶς» (Στιχηρὸ ἰδιόμελο τῆς Λιτῆς). Ὅσο περισσότερο, μάλιστα, ἐμβαθύνει στὴν μελέτη τῆς ὑμνογραφίας τῆς ἡμέρας, ἄλλο τόσο διαπιστώνει ὅτι τὸ συναίσθημα τῆς χαρᾶς εἶναι κυρίαρχο. Ἐξ ἄλλου, σὲ ὅλες τὶς κοιμήσεις τῶν Ἁγίων μας δὲν θρηνοῦμε, ἀλλὰ πανηγυρίζομε, πόσο μᾶλλον στὴν Κοίμηση τῆς Παναγίας μας, τῆς πικραμένης χαρᾶς τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως τὴν ἀποκαλεῖ θαυμάσια ὁ Φώτης Κόντογλου.

Πολλά, λοιπόν, τὰ παράδοξα τῆς ἑορτῆς: Ἀπὸ τὴν μία, ἡ Κοίμηση γίνεται Εὐαγγελισμός, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁ θάνατός της προξενεῖ τὴν ζωή. Πράγματι, ἡ Θεοτόκος δὲν πέθανε, ἀλλὰ «μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς –τοῦ Χριστοῦ- μετέστη πρὸς τὴν ζωήν». Ἄλλωστε, στὸ πρόσωπό της «νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι», ἐφ’ ὅσον ὑπῆρξε «μετὰ τόκον Παρθένος καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα» (Εἱρμὸς θ’ ᾠδῆς τοῦ Κανόνος τῆς ἑορτῆς).

Εἶναι, μάλιστα, χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ «διπλοῦν θαῦμα», ὅτι παρέμεινε Παρθένος, μετὰ ἀπὸ τὸν τόκο της, -τὴν γέννηση τοῦ Κυρίου-, καὶ ὅτι «μετέστη πρὸς τὴν ζωήν» μετὰ θάνατον, παρουσιάζεται καὶ σὲ ἄλλα τροπάρια, ὅπως στὸ Κάθισμα τοῦ Ὄρθρου: «ἐν τ γεννήσει σου (ὅταν γέννησες τὸν Χριστό) σύλληψις ἄσπορος, ἐν τῇ κοιμήσει σου νέκρωσις ἄφθορος». Γνωστότερη, βεβαίως, εἶναι ἡ ἀναφορὰ τοῦ διπλοῦ αὐτοῦ θαύματος στὸ Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς: «ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε…».

Ὁ ὑμνογράφος - ὄχι μόνον ἕνας- δὲν ἐνδιαφέρεται, ὡς φαίνεται, νὰ σταθῇ στὴν πρόσκαιρη θλίψη τῆς κοιμήσεως ἀλλὰ σκοπεύει νὰ μᾶς μεταφέρῃ στὴν μόνιμη χαρὰ τῆς αἰωνίου ζωῆς ποὺ «προμνηστεύεται» (=προεξαγγέλλει) ὁ «θάνατος» τῆς Παναγίας. Τελικά, ἔχουν καὶ τὰ παράδοξα τὴν ἐξήγησή των!

Ἕνας ἄλλος θαυμάσιος παραλληλισμὸς γίνεται ἀνάμεσα στὰ γεγονότα τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἀντίστοιχα τῆς Θεοτόκου. Ἐὰν ὁ Κύριος «ταφὴν ὑπέστη ἑκουσίως ὡς θνητός», τότε ἡ Παναγία «πῶς ταφὴν ἀρνήσεται;» ἀναρωτιέται πάλι ὁ ὑμνογράφος. Γι’ αὐτό, «οὐ θαῦμα θνήσκειν κοσμοσώτειραν κόρην, τοῦ κοσμοπλάστου σαρκικῶς τεθνηκότος» (Συναξάρι).

Ὅπως, ὅμως, Ἐκείνου τὸ σῶμα δὲν παρέμεινε στὸν τάφο ἀλλὰ ἀνέστη, ἔτσι καὶ Ἐκείνην «τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν». Πῶς θὰ μποροῦσε, ἄλλωστε, ὁ τάφος νὰ κρατήσῃ μέσα του τὸ σῶμα Ἐκείνης ποὺ ἔφερε μέσα της τὴν «ζωή»; Κατ’ ἀναλογία, λοιπόν, Ἐκεῖνος ἀνέστη καὶ ἡ «μήτηρ τῆς ζωῆς μετέστη πρὸς τὴν ζωήν». Ἐξ ἄλλου, ὅπως λέει καὶ ὁ ἐξαίρετος ὑμνητὴς τῆς Παναγίας, Νικόλαος Καβάσιλας, ἡ Παναγία «ἔδει (=ἔπρεπε) διὰ πασῶν ἐλθεῖν τῶν ὁδῶν δι’ ὧν ὁ Σωτήρ» ἦλθε (Λόγος εἰς τὴν Κοίμησιν 12, Π. Νέλλα, Ἡ Θεομήτωρ, σελ. 214).

Ὅπως, ὅταν ζοῦσε ἡ Παναγία, ἦταν ἀπολύτως ἐναρμονισμένη μὲ τὸ θέλημά Του, ζοῦσε καὶ πολιτευόταν πλήρως ἐν Χριστῷ, «οὕτω πρώτη σύμμορφος ἐγένετο τῷ ὁμοίῳ μετὰ τοῦ Σωτῆρος θανάτου καὶ διὰ τοῦτο καὶ τῆς ἀναστάσεως πρὸ πάντων μετέσχεν.»  (ὅ. π. σελ. 217). Συμφώνως, ἄλλωστε, μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἀντίληψη, ἡ Παναγία μας δὲν ἀνελήφθη ἀπ’ εὐθείας στοὺς οὐρανούς, ὅπως δογματίζουν ἀτεκμηρίωτα οἱ Παπικοί, ἀλλὰ πρῶτα ἐκοιμήθη καὶ στὴν συνέχεια, ἑνωμένη καὶ πάλι ἡ ψυχή της μὲ τὸ σῶμα της, ἀνέστη καί, στὴν συνέχεια, μετέστη στοὺς οὐρανούς, ὅπου ζεῖ πλέον αἰώνια μαζὶ μὲ τὸν Υἱό Της.

Κατὰ τὴν Κοίμησή της, μάλιστα, ὅπως ἀναφέρει τὸ σχετικὸ Ἐξαποστειλάριο καὶ ἐμφανίζεται στὴν εἰκονογραφία, «ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς» παραδίδει τὸ πνεῦμα της στὸν Δημιουργὸ τῆς ζωῆς. «Σήμερον τὴν ὁλόφωτον ψυχὴν αὐτῆς εἰς τὰς ἀχράντους παλάμας τοῦ ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντος παρατίθησιν.» καὶ «ὁ Λόγος τοῦ Πατρός», ποὺ ἔλαβε σάρκα καὶ ὀστᾶ ἀπὸ τὰ πανάγια αἵματά της, δὲν ἀφήνει τὸ ἄχραντό της σῶμα νὰ ὑποστῆ τὴν ἀλλοίωση καὶ τὴν φθορὰ τοῦ θανάτου, γι’ αὐτὸ τὴν μεταθέτει «ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν», μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια, «ἐνδόξως καὶ ὑπὲρ λόγον». Τῆς κάνει, μάλιστα, τὴν τιμὴ νὰ τὴν καθίσῃ ἐκ δεξιῶν Του, «ὡς Βασίλισσα τοῦ παντός, περιβεβλημένη ἀθανασίας αἴγλην» (Μεγαλυνάριο). 

Τελικά, τὸ μεγάλο παράδοξο δὲν εἶναι πῶς ἡ Παναγία μας κατάφερε νὰ νικήσῃ
«τῆς φύσεως τοὺς ὅρους» ἀλλὰ πῶς ὁ ὑμνογράφος κατορθώνει, μὲ τὶς πεπερασμένες του δυνάμεις, νὰ ἐξυμνήσῃ τὸ μεγαλεῖο τῆς «ὑψηλοτέρας τῶν οὐρανῶν, ἐνδοξοτέρας τῶν Χερουβίμ καὶ πάσης κτίσεως τιμιωτέρας.»

«Ποῖα πνευματικὰ ἄσματα νῦν προσάξωμέν σοι, Παναγία; τῇ γὰρ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει ἅπαντα τὸν κόσμον ἠγίασας.», ἀναφωνοῦμε καὶ ἐμεῖς, μαζὶ μὲ τὸν ὑμνογράφο, καὶ παρακαλοῦμε, μὲ τὴν σειρά μας, τὴν «ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον καὶ προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα», Ἐκείνην ποὺ ὁ θάνατός της ἔγινε τὸ «διαβατήριο ζωῆς τῆς ἀϊδίου καὶ κρείττονος» νὰ μεσιτεύῃ πάντοτε στὸν Υἱό της καὶ Θεό μας νὰ μᾶς χαρίσῃ καὶ ἐμᾶς τὸ διαβατήριο τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἀμήν! Γένοιτο!

σημ.: Τὰ ὑμνογραφικὰ χωρία ἔχουν ὡς πηγὴ ἀναφορᾶς τὸ Μηναῖον Αὐγούστου, Ἔκδοσις Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 2009.

Πηγή

Ἡ Ἁγία Παρασκευὴ μέσα ἀπὸ τὸ Ἀπολυτίκιό της

 Ἡ Ἁγία Παρασκευὴ μέσα ἀπὸ τὸ Ἀπολυτίκιό της

 Î£Ï‡ÎµÏ„ική εικόνα

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος

Γνωστὸς ὁ βίος τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ θαυμαστὴ ἡ πολιτεία της. Ἐνήθλησε στερρῶς καὶ κέρδισε ἐπαξίως τὸν στέφανο τῆς θείας δόξης, αὐτὸν ποὺ ἀποδίδει ὁ Κύριος σ’ ὅλους ὅσους ἀγωνίστηκαν «τὸν ἀγῶνα τὸν καλόν» καὶ ὁλοκλήρωσαν μὲ ἐπιτυχία τὴν πορεία των (Τιμ. Β’, δ’ 5-8).

Ἔτσι, λοιπόν, ὁ ὑμνογράφος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν γνωρίζομε, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῆς Ἁγίας, συνέθεσε τὸ Ἀπολυτίκιό της, πλούσιο σὲ ἔκφραση καὶ βαθὺ σὲ θεολογικὸ περιεχόμενο. Ἀξίζει, θεωροῦμε, νὰ τὸ προσεγγίσωμε καὶ νὰ προσπαθήσωμε νὰ τὸ κατανοήσωμε, δεδομένου ὅτι πρόκειται, κατὰ κοινὴ ὁμολογία, γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ δυσκολώτερα Ἀπολυτίκια. Ὅσο περισσότερο, ὅμως, ἐμβαθύνει κανεὶς στὴν ὑπέροχη γλῶσσα του καὶ διεισδύει στὰ πυκνά του νοήματα, τόσο μεγαλύτερη ὠφέλεια ἀποκομίζει καὶ ὁ ἴδιος καὶ ἔτσι ὁδηγεῖται καλύτερα στὴν μίμηση τῆς Ἁγίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ, ἐξ ἄλλου, καὶ τὸν στόχο κάθε Χριστιανοῦ: «μνήμη Ἁγίου, μίμησις Ἁγίου».

Νικόδημος Ἁγιορείτης, ὁ φωτεινός μας διδάσκαλος

                                        

        Νικόδημος Ἁγιορείτης, ὁ φωτεινός μας διδάσκαλος

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος

Μέσα στὰ πολλὰ καὶ φωτεινὰ ἀστέρια ποὺ κοσμοῦν τὸ νοητὸ στερέωμα, ἰδιαιτέρως κατὰ τὸν μήνα Ἰούλιο, ξεχωρίζει ἕνας θεοφεγγὴς ἀστέρας, ὁ Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης. «Ὡς φωστῆρα τοῦ Ἄθω» καὶ «Ἐκκλησίας ἁπάσης θεόπτουν διδάσκαλον» καλούμαστε ἐμεῖς οἱ πιστοὶ νὰ τὸν τιμήσωμε, διότι «ἔμπλεως σοφίας θεϊκῆς» σκορπίζει σὲ ὅλους μας ὡς οὐράνιο δῶρο τὶς «δαψιλεῖς ( = πλουσιοπάροχες) του διδαχές». 

Βλαστὸς τῆς ναξιώτικης γῆς ὁ Νικόλαος - ὅπως ἦταν τὸ κοσμικό του ὄνομα- ὑπῆρξε καρπὸς εὐσεβῶν καὶ ἐνάρετων γονέων, ποὺ τὸν ἀνέθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» (Ἐφεσ., στ’ 4). Ὁ πρωτότοκος υἱὸς τῆς οἰκογένειας Καλλιβούρτση, γεννημένος τὸ 1749, μεγαλώνει σὲ μιὰ κρίσιμη ἐποχή: Στὰ μέσα τοῦ 18ου αἰ. ἀφ’ ἑνὸς μὲν κορυφώνονται οἱ ἐξισλαμισμοί, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ προπαγάνδα τῶν παπικῶν καὶ δυτικῶν «ἱεραποστόλων», οἱ ὁποῖοι, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἀμάθεια καὶ τὴν οἰκονομικὴ ἐξαθλίωση τῶν δύστυχων ῥαγιάδων, τοὺς προσηλυτίζουν εὐκολότερα στὶς αἱρετικές των δοξασίες. 

Μέσα στὶς δύσκολες αὐτὲς συνθῆκες ἀνδρώνεται ὁ Νικόλαος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ μικρὸς ἔδειξε ὅτι θὰ γινόταν μέγας. Δὲν ἦταν μόνον ὅτι ἀκολουθοῦσε πιστὰ τὰ διδάγματα τῶν σεβαστῶν του γονέων, Ἀντωνίου καὶ Ἀναστασίας, καὶ τοῦ σεπτοῦ πνευματικοῦ του, π. Δαμασκηνοῦ, ἀλλὰ παράλληλα διέθετε αὐτὸς ὁ νεαρὸς καὶ φυσικὰ προσόντα, καὶ μάλιστα μιὰ καταπληκτικὴ μνήμη, ποὺ τὸν βοηθοῦσε νὰ συγκρατῇἀλλὰ καὶ νὰ ἐπεξεργάζεται κριτικὰ καὶ νὰ ἐπαυξάνῃ τὶς γνώσεις του. Ἐξ ἄλλου, στὸ «σχολεῖο τοῦ Θεοῦ», ὅπου φοιτοῦσε ὁ Νικόλαος, δὲν διδασκόταν ἁπλῶς τὰ θεῖα γράμματα. Ὥριμος ὅπως ἦταν ὁ ἴδιος, τοῦ ἄρεσε νὰ συμβουλεύῃ τὰ ἄλλα παιδιά, καθὼς ἔπαιζαν τὸ παιγχνίδι τῆς «ἐξαγορεύσεως»: ἔλεγαν ὁ ἕνας στὸν ἄλλον τὶς «ἀταξίες» των καὶ στὸ τέλος ἐνθαρρύνονταν ἀπὸ τὸν Νικόλαο νὰ ἀλληλοσυγχωρεθοῦν! Ἄλλωστε καὶ οἱ εἰδικοὶ παραδέχονται ὅτι τὸ παιγχνίδι καθρεπτίζει συχνὰ τὴν μελλοντικὴ πορεία τοῦ παιδιοῦ.

Στὰ βήματα τῶν Πατέρων

Στὰ βήματα τῶν Πατέρων

Ιδού λοιπόν πεδίον δόξης λαμπρόν: Διακόψτε το μνημόσυνο των αιρετικών/οικουμενιστών και αγωνιστείτε για την σύγκληση συνόδου για την καταδίκη τους. Πώς νομίζετε ότι κατάφεραν οι Πατέρες την υπεράσπιση της Πίστεως; Με άρθρα σε εφημερίδες και ιστολόγια;

  


Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος -θεολόγος

Τοὺς Πατέρες τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας τὴν Ε’ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου. Ὑμνεῖ καὶ δοξολογεῖ «τὰς μυστικὰς σάλπιγγας τοῦ Πνεύματος, τὰ πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου, τὰ μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου» (Δοξαστικό). Οἱ θεοφόροι αὐτοὶ Πατέρες διεκήρυξαν τὴν μία ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου «ἐν δύο φύσεσιν», ἀντικρούοντας ἔτσι τὶς αἱρετικὲς δοξασίες τῶν μονοφυσιτῶν, κυρίως δὲ τοῦ Εὐτυχοῦς καὶ τοῦ Διοσκούρου, ποὺ ὑποστήριζαν ὅτι ἡ θεία φύση ἀπορροφᾶ τὴν ἀνθρωπίνη.

Ἐδογμάτισαν, λοιπόν, οἱ θεόφθογγοι κήρυκες ὅτι οἱ δύο φύσεις τοῦ Κυρίου ἑνώνονται στὸ πρόσωπό Του χωρὶς χωρισμὸ ἤ διαίρεση τῆς μιᾶς ἀπὸ τὴν ἄλλη («ἀχωρίστως, ἀδιαιρέτως»), χωρὶς σύγχυση, ἀνάμειξη, τῶν δύο φύσεων («ἀσυγχύτως»), καί, τέλος, χωρὶς ἡ θεία ἢ ἡ ἀνθρωπίνη φύση νὰ ὑποστῆ καμμία τροπὴ ἢ μεταβολή («ἀτρέπτως»). Μὲ ἕναν λόγο, διετράνωσαν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος.

Πρότυπο ἀγαθοῦ ποιμένος ὁ Χρυσόστομος

Πρότυπο ἀγαθοῦ ποιμένος ὁ Χρυσόστομος

               

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος - θεολόγος

       «Χαίροις ὁ νοῦς ὁ χρυσόμορφος, χελιδὼν ἡ χρυσόστομος, ῥεῖθρον χρυσοειδέστατον, προχέον τὰ νάματα», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας, διὰ στόματος τοῦ ἐξόχου ποιητοῦ-ὑμνογράφου, σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ Στιχηρὰ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τὴν 13η Νοεμβρίου. Ὡς γνωστόν, τὴν ἡμέρα αὐτὴν μετατίθεται ὁ ἑορτασμὸς τῆς μνήμης του, διότι τὴν 14η Σεπτεμβρίου, ὁπότε  ἐκοιμήθη ὁ Ἅγιος, ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. 

       Οἱ τὰ πάντα καλῶς διαταξάμενοι Πατέρες πολὺ σοφὰ μετέθεσαν τὴν ἑορτὴ τοῦ  Ἁγίου ἀκριβῶς πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Μικρῆς Σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων, καθ’ ὅτι δὲν ὑπάρχει καταλληλότερο πρόσωπο ἀπὸ τὸν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἀληθινὸ ὑπόδειγμα ὀρθοδόξου πίστεως, ζωῆς καὶ πολιτείας, ὥστε νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάση καὶ τὸ πρότυπο γιὰ τὴν δική μας καθοδήγηση κατὰ τὴν πνευματικὴ αὐτὴν περίοδο.

      Πράγματι, ὀ Ἰωάννης συνεδύαζε στὸ πρόσωπό του πολλὲς καὶ ποικίλες ἀρετές. Διέθετε ὀρθόδοξο φρόνημα καὶ μάλιστα σταθερὸ καὶ ἀναλλοίωτο, σὲ πεῖσμα τῶν ὕπουλων αἱρέσεων ποὺ λυμαίνονταν τὴν Ἐκκλησία στὴν ἐποχή του, εἶχε ἐξαιρετικὸ χάρισμα στὸν λόγο, ποὺ ὀφειλόταν στὴν φιλομαθῆ του φύση ἀλλὰ καὶ στὴν πολύπλευρη παιδεία του πάνω ἀπ’ ὅλα, ὅμως, ὑπῆρξε φιλάδελφος καὶ ἐλεήμων,  «τῶν ὀρφανῶν ὁ Πατήρ, ἀδικουμένων ὀξυτάτη βοήθεια, πενήτων ἡ χορηγία, ἡ τῶν πεινόντων τροφή». 

Ἐκφραστὴς τοῦ τριλείτουργου ὁ Πατροκοσμᾶς

025888

Ἐκφραστὴς τοῦ τριλείτουργου ὁ Πατροκοσμᾶς

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος - θεολόγος

Ὡς γνωστόν, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν διαθέτει μόνον τὴν διάσταση τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ τὴν μορφωτικὴ καὶ τὴν κοινωνικὴ διάσταση, ὅπως φαίνεται καθαρὰ ἀπὸ τὸ ἔργο τῶν πρώτων κοινοτήτων, ὅπου οἱ Ἀπόστολοι ἀσκοῦσαν τὸ πνευματικὸ καὶ μορφωτικὸ λειτούργημα, ἐνῶ οἱ διάκονοι ἐξελέγησαν, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν κυρίως τὸ κοινωνικὸ ἔργο τῆς κοινότητος (Πράξ. Β’ 42-47, ΣΤ’ 1-6). Γνήσιος συνεχιστὴς τοῦ ὀρθοδόξου πνεύματος καὶ ἐκφραστὴς τοῦ τριλείτουργου ὁ Πατροκοσμᾶς δὲν διακόνησε μόνον τὶς πνευματικὲς καὶ μορφωτικὲς ἀνάγκες τῶν ἀδελφῶν του μὲ τὴν διδασκαλία του, ἀλλὰ ἐργάστηκε παράλληλα καὶ γιὰ τὴν ἠθικὴ καὶ κοινωνική των ἀναγέννηση.

Θεμέλιο τῆς διδασκαλίας του ἡ πίστη στὸν Θεὸ καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφούς: «Καὶ μεῖς, λοιπόν, ἄν θέλωμε νὰ λέμε τὸν Θεό μας Πατέρα, πρέπει πρῶτα νὰ ἔχωμε δύο ἀγάπες, ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ ἄλλη ἀγάπη στὸν πλησίον…». 

Γιὰ νὰ ἐκτιμήσῃ κανεὶς τὸ μέγεθος τῆς προσφορᾶς του, χρειάζεται προηγουμένως νὰ κατανοήσῃ τὶς συνθῆκες τῆς ἐποχῆς του (μέσα 18ου αἰ.): Τὸ ἔθνος εἶχε ἐξαγριωθῆ ἀπὸ τὴν ἀμάθεια καὶ ὑπέφερε ἀπὸ τὴν ἀβάσταχτη φορολογία, ποὺ ὁδηγοῦσε σὲ ἠθελημένους ἐξισλαμισμούς. Πολλοί, γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν κατάσταση αὐτήν, ἔφευγαν ἀπὸ τὶς πεδινὲς περιοχὲς καὶ πήγαιναν στὰ ὀρεινά. Ὅμως καὶ ἐκεῖ ἡ κατάσταση δὲν ἦταν καλύτερη. Ἡ ληστεία βασίλευε, σχολειὰ καὶ ἐκκλησίες δὲν ὑπῆρχαν, ὁ πληθυσμὸς ἀραίωνε. Πολλοὶ πέθαιναν, χωρὶς νὰ ἔχουν κἄν βαπτισθῆ καὶ χωρὶς νὰ κηδευτοῦν! Ἰδίως στὰ μέρη τῆς ὑπαίθρου τῆς Ἠπείρου, Βορείας καὶ Νοτίου, τῆς Μακεδονίας, τῆς Θεσσαλίας, τῆς Αἰτωλίας, ἀπ’ ὅπου καὶ καταγόταν ὁ Ἅγιος, οἱ ἐξισλαμισμοὶ κορυφώθηκαν κατὰ τὸν 17ο καὶ 18ο αἰῶνα. Ἐὰν δὲν βρισκόταν ὁ Πατροκοσμᾶς, τὴν κρίσιμη αὐτὴν στιγμή, νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς κατοίκους τῶν περιοχῶν αὐτῶν μὲ τὸ φλογερό του κήρυγμα καὶ τὴν γενική του στήριξη, ἡ κατάσταση θὰ γινόταν ἀκόμη χειρότερη. 

Ἂς προοδεύσωμε μαζί Του

Μη αγωνιζόμενοι κατά της αιρέσεως, πώς μπορεί να υπάρξει πρόοδος στην Πίστη;



Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος

Μιὰ ἀπὸ τὶς πολλὲς ἑορτὲς τοῦ Σταυροῦ, ποὺ τιμάει ἡ Ἐκκλησία μας, εἶναι ἡ Πρόοδος τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κατὰ τὴν 1η Αὐγούστου. Στὸ Βυζάντιο ὑπῆρχε τὸ ἔθιμο ἤδη ἀπὸ τὸ ἑσπέρας τῆς προηγουμένης ἡμέρας, τῆς 31ης Ἰουλίου, νὰ ἐξέρχεται ὁ Σταυρὸς ἀπὸ τὴν μεγάλη Ἐκκλησία, τὴν τοῦ Θεοῦ Σοφία, ἢ ἀπὸ τὸ παλάτι, ὅπου φυλασσόταν, καὶ γιὰ δύο ὁλόκληρες ἑβδομάδες, μέχρι καὶ τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, νὰ προοδεύῃ στὴν Βασιλεύουσα, μὲ ἐπικεφαλῆς τῆς πομπῆς τὸν αὐτοκράτορα καὶ μὲ τὴν συνοδεία πλήθους πιστῶν, πρὸς τιμὴ τῆς Παναγίας καὶ πρὸς ἁγιασμὸ καὶ ἐνίσχυση τῶν ἰδίων γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση παντὸς κακοῦ καὶ τὴν ἀποτροπὴ παντοίας νόσου.

Στὶς ἡμέρες μας ἡ μνήμη αὐτὴ τῆς Προόδου τοῦ Σταυροῦ τιμᾶται πανηγυρικά, σὲ πολλὲς μάλιστα ἐκκλησίες μὲ ἀγρυπνία, καθ’ ὅτι ἀποτελεῖ καὶ τὴν ἀφετηρία τῆς εἰσόδου μας στὴν Σαρακοστὴ τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως. Σύμφωνα, μάλιστα, μὲ τὸ Ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς, οἱ πιστοὶ καλοῦνται νὰ δεχθοῦν «καθαρᾷ διανοίᾳ τὸ σωτήριον ὅπλον τοῦ Σταυροῦ», ὁ Ὁποῖος «μέλλει προέρχεσθαι δωρούμενος θείαν χάριν καὶ ἰώμενος τὰ νοσήματα ψυχῶν ὀμοῦ καὶ σωμάτων».

Ἡ Ἁγία Παρασκευὴ μέσα ἀπὸ τὸ Ἀπολυτίκιό της

Ἡ Ἁγία Παρασκευὴ μέσα ἀπὸ τὸ Ἀπολυτίκιό της


          

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος

Γνωστὸς ὁ βίος τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς καὶ θαυμαστὴ ἡ πολιτεία της. Ἐνήθλησε στερρῶς καὶ κέρδισε ἐπαξίως τὸν στέφανο τῆς θείας δόξης, αὐτὸν ποὺ ἀποδίδει ὁ Κύριος σ’ ὅλους ὅσους ἀγωνίστηκαν «τὸν ἀγῶνα τὸν καλόν» καὶ ὁλοκλήρωσαν μὲ ἐπιτυχία τὴν πορεία των (Τιμ. Β’, δ’ 5-8).

Ἔτσι, λοιπόν, ὁ ὑμνογράφος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν γνωρίζομε, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῆς Ἁγίας, συνέθεσε τὸ Ἀπολυτίκιό της, πλούσιο σὲ ἔκφραση καὶ βαθὺ σὲ θεολογικὸ περιεχόμενο. Ἀξίζει, θεωροῦμε, νὰ τὸ προσεγγίσωμε καὶ νὰ προσπαθήσωμε νὰ τὸ κατανοήσωμε, δεδομένου ὅτι πρόκειται, κατὰ κοινὴ ὁμολογία, γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ δυσκολώτερα Ἀπολυτίκια. Ὅσο περισσότερο, ὅμως, ἐμβαθύνει κανεὶς στὴν ὑπέροχη γλῶσσα του καὶ διεισδύει στὰ πυκνά του νοήματα, τόσο μεγαλύτερη ὠφέλεια ἀποκομίζει καὶ ὁ ἴδιος καὶ ἔτσι ὁδηγεῖται καλύτερα στὴν μίμηση τῆς Ἁγίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ, ἐξ ἄλλου, καὶ τὸν στόχο κάθε Χριστιανοῦ: «μνήμη Ἁγίου, μίμησις Ἁγίου».

Αγία Μαρίνα, «ἡ φαεινὴ λαμπάδα»

 Αγία Μαρίνα η μεγαλομάρτυς

Aγία Μαρίνα, «ἡ φαεινὴ λαμπάδα»

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος - θεολόγος

   «Τὴν λαμπάδα τὴν φαεινήν», «τὴν νύμφην Κυρίου καὶ ἄσπιλον ἀμνάδα», «Μαρίναν τὴν ἁγίαν» καλούμαστε ὅλοι μὲ ὕμνους νὰ τιμήσωμε, διότι αὐτή, «πυρποληθεῖσα τῷ θείῳ ἔρωτι», ὡς δορκάδα διψῶσα «ἔδραμε» πρὸς τὸν Νυμφίο της Χριστό καὶ ἀφοῦ «ἐνήθλησε λαμπρῶς» κέρδισε ἀξίως τὸ χρυσὸ βραβεῖο τῆς νίκης, τὸν ἄφθαρτο στέφανο, αὐτὸν ποὺ ὁ χαρίζει Κύριος «πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσιν τὴν δόξαν Του» (Τιμ., Β’, δ’ 8).

     Ἡ τιμωμένη Ἁγία Μαρίνα ὑπῆρξε γόνος τῆς ἁγιοτόκου Μικρασίας, ἡ ὁποία ἐκ παλαιοτάτων χρόνων προσέφερε πλουσίους τοὺς μαρτυρικούς της καρπούς. Πατρίδα της ἦταν ἡ «Μικρὴ Ἀντιόχεια», ἡ Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας, ὅπου ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας πρωτοκήρυξαν τὸ Εὐαγγέλιο, κατὰ τὴν πρώτη των περιοδεία (Πράξ., ιγ’ 14-50). Παρ’ ὅλον ὅτι ὁ σπόρος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ ἔπεσε σὲ γῆ ἀγαθὴ καὶ βλάστησε, ἐν τούτοις τὰ εἴδωλα, τὴν ἐποχὴ ποὺ γεννιέται ἡ Ἁγία (270), ἀκόμη κυριαρχοῦσαν.

Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης, ὁ φωτεινός μας διδάσκαλος

Νικόδημος Ἁγιορείτης, ὁ φωτεινός μας διδάσκαλος




Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος

Μέσα στὸ πολύαστρο νοητὸ στερέωμα, καὶ μάλιστα κατὰ τὸν μήνα Ἰούλιο ποὺ τὰ ἀστέρια τὰ νοητὰ εἶναι καὶ πολλὰ καὶ ἰδιαιτέρως φωτεινά, ξεχωρίζει ἕνας θεοφεγγὴς μέγας ἀστήρ, ὁ Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης.

«Ὡς φῶς ἐν τῶ κόσμῳ» ἔλαμψε ὁ Ὅσιος σὲ μιὰ σκοτεινὴ γιὰ τὸ Γένος περίοδο. Τόσο οἱ βίαιοι ἐξισλαμισμοὶ τῶν Ὀθωμανῶν, ὅσο καὶ ἡ ὕπουλη προπαγάνδα τῶν Δυτικῶν, Λατίνων καὶ Προτεσταντῶν, κορυφώθηκαν κατὰ τὸν 18ο αἰῶνα, μὲ στόχο ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀφαίμαξη τῶν ὑποδούλων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἀλλοίωση τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος τοῦ λαοῦ. Ἐπίσης, ἡ ἀμάθεια καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἀνέχεια τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τοῦ πληθυσμοῦ ἀποτελοῦσαν πρόσφορο ἔδαφος γιὰ τὴν ἐπέκταση τῶν ἐξισλαμισμῶν καὶ τῆς ἰταμῆς δυτικῆς προπαγάνδας. 

Γέννημα θρέμμα τῆς ναξιώτικης γῆς ὁ Νικόλαος Καλλιβούρτσης, -ἔτσι ἦταν τὸ κοσμικό του ὄνομα-, καὶ καρπὸς εὐσεβῶν γονέων, τοῦ Ἀντωνίου καὶ τῆς Ἀναστασίας, ἀπὸ μικρὸς ἔδειξε ὅτι θὰ γινόταν μέγας. Δὲν ἦταν μόνον προσηνής, εὐγενικὸς καὶ ὑπάκουος στοὺς καλούς του γονεῖς, ἀλλὰ καὶ ἐξαιρετικὰ φιλομαθής, προικισμένος μάλιστα μὲ μιὰ καταπληκτικὴ μνήμη, ποὺ τὸν βοήθησε πολὺ στὴν μετέπειτα ἀνέλιξή του.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν παιδεία ποὺ ἐλάμβανε ἀπὸ τὸ κοινὸ σχολεῖο, ὁ Νικόλαος μαθήτευε παράλληλα καὶ στὸ «σχολεῖο τοῦ Θεοῦ», κοντὰ στὸν ἐφημέριο τῆς ἐνορίας τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, τὸν π. Δαμασκηνό. Ὁ σεβαστὸς πατέρας καθοδηγοῦσε τὸν Νικόλαο στὰ πρῶτα του βήματα στὴν Ἐκκλησία καὶ ὁ εὐγενὴς νεανίας διακονοῦσε πρόθυμα στὸ ψαλτήρι καὶ στὰ ἄλλα λειτουργήματα. Τὰ πρότυπα τοῦ σεμνοῦ πνευματικοῦ του πατρός, ἀπὸ τὴν μία, καὶ τῶν συνετῶν του γονέων, ἀπὸ τὴν ἄλλη, στάθηκαν καθοριστικὰ στὴν συνέχεια τῆς πορείας του. 

Οἱ Παρακλήσεις στὴν Παναγία καὶ ἡ παράκληση τῆς Παναγίας

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος

Οἱ Παρακλητικοὶ Κανόνες στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ λαοφιλεῖς Ἀκολουθίες τῆς ὀρθοδόξου λειτουργικῆς ζωῆς. Ὄχι μόνον τὸν Αὔγουστο, ποὺ εἶναι ὁ μήνας τῆς Παναγίας, ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸν ὑπόλοιπο χρόνο σὲ Ἐκείνην καταφεύγομε καὶ πάνω της ἐναποθέτομε «τὴν πᾶσαν ἐλπίδα» μας. Ἐκείνη, ἡ γλυκιά μας Παναγιά, εἶναι ἡ μεσιτεύουσα ὑπὲρ ἡμῶν στὸν Υἱό της καὶ Θεό μας.

Ἀξίζει, πάντως, νὰ ἐπισημάνωμε ὅτι στὰ ὑπέροχα αὐτὰ ποιήματα, ποὺ ψάλλομε πρὸς τιμήν της καὶ γιὰ ἐνίσχυσή μας, τὰ τροπάρια ὅλων τῶν Ὠδῶν ἀκολουθοῦν κάποια συγκεκριμένη σειρά. Ἔτσι τὸ α’ τροπάριο ὅλων τῶν Ὠδῶν τοῦ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος περιέχει παράκληση στὴν Παναγία γιὰ γενικὴ βοήθεια, τὸ β’ παράκληση γιὰ σωτηρία ἀπὸ πάθη καὶ πειρασμούς, τὸ γ’ γιὰ λύτρωση ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ δεινὰ καὶ τὸ δ’ γιὰ σωτηρία ἀπὸ ἀσθένειες.

Γιὰ παράδειγμα τὸ α’ τροπάριο τῆς α’ Ὠδῆς τοῦ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος ξεκινάει ὡς ἑξῆς: «Πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς πρὸ σὲ καταφεύγω σωτηρίαν ἐπιζητῶν…», τὸ β’ τροπάριο συνεχίζει «παθῶν με ταράττουσι προσβολαί…», στὸ γ’ τροπάριο ὁ ποιητὴς κάνει θερμὴ παράκληση στὴν Παναγία νὰ τὸν λυτρώσῃ ἀπὸ τὰ δεινά («δυσωπῶ, Παρθένε, λυτρωθῆναι με τῶν δεινῶν») καὶ στὸ δ’ τροπάριο ζητάει βοήθεια γιὰ τὶς ψυχικὲς καὶ σωματικὲς ἀσθένειες («νοσοῦντα τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν ἐπισκοπῆς θείας καὶ προνοίας τῆς παρά σοῦ ἀξίωσον»). Ἡ ἴδια περίπου σειρὰ παρατηρεῖται καὶ στὰ ἀντίστοιχα τροπάρια τῶν ὑπολοίπων Ὠδῶν.

«Ἡ πάντων χαρά»

 

Γράφει η Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος

Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ διανύσαμε ἤδη τὴν κύρια περίοδο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου καὶ ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων ἀποτελοῦν τὸν «λαιμό», ποὺ συνδέει τὸν «κορμό» τοῦ Τριῳδίου μὲ τὴν «κεφαλή», τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, τὴν Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ στὴν κορύφωση, στὸν Σταυρὸ καὶ τελικὰ στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας.

Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο στὴν λειτουργική γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας μας ἡ διπλὴ αὐτὴ ἑορτή, τοῦ Λαζάρου καὶ τῶν Βαΐων, ὀνομάζεται «προοίμιο τοῦ Σταυροῦ», διότι μᾶς εἰσάγει στὸν ἑορτασμὸ τῶν σωτηρίων παθῶν καὶ τῆς λυτρωτικῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

«Πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι»

 

«Πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι»

 Σχετική εικόνα


Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος

«Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι.» Ὁ λόγος αὐτὸς δὲν εἶναι ἑνὸς ἁπλοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ τοῦ Θεανθρώπου. Μόνον Ἐκεῖνος, «ὁ ἐτάζων νεφροὺς καὶ καρδίας» εἶναι σὲ θέση νὰ γνωρίζῃ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Καὶ ἐπειδὴ διαπιστώνει ὅτι ὅλοι μας, λίγο - πολὺ χωλαίνουμε στὰ πνευματικὰ θέματα, μᾶς «προκαλεῖ» τοὐλάχιστον νὰ τὸ παραδεχτοῦμε.

Αὐτὸ κάνει καὶ μὲ τὸν πατέρα τοῦ δαιμονισμένου νέου τοῦ Εὐαγγελίου (Μάρκ. θ’ 17-31). Ὡς σοφὸς παιδαγωγὸς καὶ ἄριστος καρδιογνώστης Τὸν καλεῖ διακριτικὰ νὰ παραδεχθῆ ὅτι γιὰ τὸ προσωπικὸ καὶ οἰκογενειακό του μαρτύριο εὐθύνεται καὶ ἡ ἀνεπαρκής του πίστη.

«Χαλάσωμεν τὴν στέγην τοῦ νοός»

 

«Χαλάσωμεν τὴν στέγην τοῦ νοός»

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος

«Ὀρθοδοξίας φωστῆρα», «Ἐκκλησίας στήριγμα», ἀποκαλεῖ ὁ ὑμνογράφος τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ, τὸν Ἅγιο ποὺ τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας τὴν Β’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ὄχι γιὰ τὰ ὀνομαστήριά του, αὐτὴν τὴν φορά, ἀλλὰ γιὰ τὴν προσφορά του στὴν στήριξη τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ἔναντι τῶν κακοδοξιῶν τῆς Δύσεως.

Πράγματι, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κατάφερε νὰ συνενώσῃ στὴν σκέψη καὶ στὸ ἔργο του ὅλη τὴν προηγούμενη πατερικὴ παράδοση, τῶν 14 αἰώνων τῆς Ὀρθοδοξίας μας, καὶ νὰ καταστῆ «πράξεως ὄργανον» καὶ «θεωρίας ἀκρότης». Ἄλλωστε, κατὰ τὴν ἔκφραση ἑνὸς ἄλλου Γρηγορίου (Θεολόγου), «Πρᾶξις ἐπίβασις θεωρίας», δηλαδὴ ἡ πρακτικὴ ἄσκηση ἀποτελεῖ τὴν βάση γιὰ τὴν θεωρία, τὴν ἐμπειρία καὶ τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ.

Λιμὴν ἡμῖν, γενοῦ, Δέσποινα

th-9

Λιμὴν ἡμῖν, γενοῦ, Δέσποινα

Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος

«Λιμὴν ἡμῖν γενοῦ θαλαττεύσουσι, καὶ ὁρμητήριον, ἐν τῷ πελάγει τῶν θλίψεων καὶ τῶν σκανδάλων πάντων τοῦ πολεμήτορος». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἀπευθύνεται ὁ ὑμνογράφος τοῦ Κανόνος τῶν Χαιρετισμῶν στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο (3ο τροπάριο ΣΤ’ ὠδῆς) καὶ τὴν προσκαλεῖ καὶ τὴν παρακαλεῖ νὰ γίνῃ τὸ λιμάνι μας καὶ τὸ ὁρμητήριό μας, τὸ ἀσφαλές μας καταφύγιο στὶς θλίψεις καὶ στὶς συμφορὲς τοῦ βίου μας.

Μία οἰκεία εἰκόνα ἀπὸ τὴν φύση καὶ τὴν ζωὴ τῶν ναυτιλλομένων μᾶς προβάλλει ὀ ποιητής, τὴν εἰκόνα τοῦ λιμένος. Τί ἄλλο ὀνειρεύονται οἱ ἄνθρωποι ποὺ ταξιδεύουν στὴν θάλασσα ἀπὸ ἕνα ἀσφαλὲς καὶ ἀπάνεμο λιμάνι, γιὰ νὰ ἀράξουν μετὰ ἀπὸ ἕνα μακρυνό, κοπιαστικὸ καὶ κάποτε έπικίνδυνο ταξίδι; Ἔτσι καὶ ἡ ζωή μας, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, παρομοιάζεται μὲ ἕνα μεγάλο ταξίδι, συχνὰ μὲ πολλὲς φουρτοῦνες, ποὺ κλυδωνίζουν τὸ καράβι τῶν ἐπιβαινόντων. Εἶναι τόσο ψηλὰ τὰ κύματα καὶ τόσο ἀγριεμένη ἡ θάλασσα ποὺ ὅλοι ἐμεῖς οἱ «θαλαττεύοντες», οἱ δαρμένοι ἀπὸ τὴν θαλασσοταραχή, ἀναζητοῦμε μὲ ἀγωνία ἕνα λιμάνι. Στὸν ὁρίζοντα δὲν ἀντικρύζουμε κάποιο κοντινὸ ὅρμο καὶ δὲν βλέπουμε καμμία ἐλπίδα σωτηρίας οὔτε ἀνθρωπίνης βοηθείας. Τότε εἶναι ποὺ στρέφουμε τὰ μάτια μας στὴν γλυκιά μας μητέρα, τὴν Παναγία, σ’ αὐτὴν ποὺ πάντοτε στρεφόμαστε μὲ τὴν ἐπίκληση «Παναγία μου», ὅταν πλέον ἔχει ἐκλείψει κάθε ἄλλη ἐλπίδα καὶ διέξοδος στὶς τρικυμίες τοῦ βίου μας.

Στὴν συνείδηση τῶν πιστῶν ἡ Παναγία μας ἀναγνωρίζεται ὡς λιμάνι, ὡς καταφυγὴ καὶ ἐλπίδα μας, διότι ἐκείνη γνώρισε, ὅσο καμμία ἄλλη γυναῖκα, ὅσο κανένας ἄλλος ἄνθρωπος, τὸν πόνο καὶ τὴν θλίψη. Καὶ μόνον ὅποιος γνωρίζει τὸν πόνο, ὅποιος ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὶς συμφορὲς τοῦ βίου, αὐτὸς καὶ μόνον εἶναι σὲ θέση νὰ παρηγορήσει τὸν ἄλλον. Ἡ Παναγία μας, ἀσφαλῶς, ἀπὸ μικρὴ γνώρισε τὴν ὀρφάνεια καιὶ στὴν συνέχεια τὴν φτώχεια στὸ πλευρὸ τοῦ προστάτου της Ἰωσὴφ. Κανεὶς δὲν τοὺς πρόσφερε στέγη, γιὰ νὰ κατακλιθοῦν, ἐκείνη τὴν ἅγια βραδυὰ καὶ ὅταν ἔφερε στὸν κόσμο τὸν Μονογενῆ Της, δὲν εἶχε νὰ τοῦ προσφέρῃ τὰ ἀπαραίτητα, πέρα ἀπὸ τὴν ἀγάπη της καὶ τὴν ζεστασιὰ τῶν ζώων καὶ τῶν φτωχῶν ποιμένων. Στὴν συνέχεια ὅλη ἡ ἁγία οἰκογένεια ἔζησε τὴν ἐμπειρία τῆς προσφυγιᾶς. Μόνον ὅποιος ἔχει γευτῆ αὐτὴν τὴν πικρὴ ἐμπειρία εἶναι σὲ θέση νὰ νοιώσῃ τὸν πόνο καὶ τὴν θλίψη τοῦ ξεριζωμένου.

Ὅμως ἡ γλυκιά μας Παναγιὰ ὑπέφερε πάντοτε σιωπηλὰ καὶ χωρὶς μεγάλη διαμαρτυρία τὸν πόνο της. Ὑπέφερε στὴν συνέχεια καὶ τὶς θλίψεις καὶ τὶς στενοχωρίες ἀπὸ τὶς διώξεις, τὶς ὕβρεις καὶ τὶς συκοφαντίες τοῦ ἀγαπημένου Της τέκνου. Καὶ τὸ χειρότερο! Ρομφαῖα διῆλθε τὴν καρδιά της, ὅταν τὸν εἶδε ἀνεβασμένο στὸν Σταυρὸ «διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν». Ποιός ἀλήθεια, ὕστερα ἀπὸ τόσο μεγάλο πόνο καὶ ἀναστεναγμό, ποὺ βίωσε ἡ Παναγία, μπορεῖ νὰ πῆ ὅτι θλίβεται καὶ στενάζει περισσότερο;

Βεβαίως, ὑπάρχουν ἄνθρωποι γύρω μας ποὺ φτάνουν στὰ ὅριά τους, γευόμενοι τὴν ὀδύνη ἀπὸ τὶς ἀναποδιὲς τῆς ζωῆς καὶ συχνὰ τὸν κατατρεγμό τῶν συνανθρώπων των, τὴν ψευτιὰ καὶ τὴν ἀδικία. Ἔ, λοιπόν, αὐτοὶ οἱ πονεμένοι ἔχουν ποῦ νὰ στραφοῦν στὸ φαινομενικό των ἀδιέξοδο. Ἔχουν ποῦ νὰ ὀρθώσουν τὸ βλέμμα των, γιὰ νὰ βροῦν παρηγορία. Ἔχουν ἕνα τελευταῖο ἀλλὰ ἀσφαλὲς λιμάνι. Ἔχουν Ἐκείνην ἡ ὁποία διὰ τοῦ Υἱοῦ Της ἔγινε ὁ λιμὴν καὶ ἡ προστασία πάντων τῶν θλιβομένων καὶ κλυδωνιζομένων ἀπὸ τὶς φορτοῦνες τοῦ καραβιοῦ τῆς ζωῆς. Ἔχουν ἕναν ἀπάνεμο ὅρμο νὰ ἀράξουν καὶ νὰ ἀναπαυτοῦν, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, μέχρι τὴν ἑπομένη τρικυμία.

Διότι τρικυμιώδης θὰ εἶναι ὁ βίος μας «πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν» «διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων ἡμῶν». Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ μὴν νοιώθουμε μόνοι σ’ αὐτὸ τὸ δύσκολο ταξίδι, νὰ νοιώθουμε τὸ χέρι τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ κατευθύνει τὰ διαβήματά μας μακρυὰ ἀπὸ τὶς κακοτοπιές, μᾶς λυτρώνει ἀπὸ τὰ δεινὰ καὶ μᾶς χαρίζει τὴν σωτηρία μας.

Γιὰ νὰ νοιώσουμε ὅμως αὐτὴν τὴν θεία βοήθεια, χρειάζεται νὰ ἀσκηθοῦμε καὶ ἐμεῖς στὸν πόνο καὶ στὴν θλίψη. Νὰ μὴν τὰ ἀντιμετωπίζωμε ὡς κατάρα ἀλλὰ ὡς εὐλογία, ὡς δοκιμασία, διὰ νὰ ἐξέλθωμε νικητὲς «διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου». Καὶ τὴν νίκη αὐτὴν στὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ γιὰ τὸν καθένα, δὲν μποροῦμε νὰ τὴν κερδίσωμε μόνοι μας.

 Ἄς τὸ παραδεχθοῦμε ἐπιτέλους, ὅτι μὲ τὶς δικές μας δυνάμεις μόνον, λόγῳ τῆς ἀσθενικῆς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φύσεώς μας, δὲν καταφέρνουμε νὰ ἀντιμετωπίζωμε τὶς πολὺ ἰσχυρότερες δυνάμεις τοῦ πολεμήτορος. Χρειάζεται ἡ θεία ενδυνάμωση καὶ ἣ φώτιση ἀπὸ τοὺς μεγάλους πονεμένους, τοὺς Ἁγίους μας, καὶ στὴν συνέχεια ἡ συνεργασία μὲ τοὺς ἄλλους πονεμένους, πλὴν συνειδητοποιημένους ἀδελφούς μας, ἐκείνους δηλαδὴ πού, ἀφοῦ γεύτηκαν οἱ ἴδιοι τὴν ἐμπειρία τοῦ πόνου, ἔχουν μὲ τὴν σειρά τους τὴν δύναμη καὶ τὴν θέληση νὰ συμπαρασταθοῦν καὶ στοὺς λιγότερο ἔμπειρους, τοὺς ἐντελῶς ἄπειρους ἤ καὶ ἀδύναμους ἀδελφούς των. Ὅπως ἡ χαρά, ὅταν μοιράζεται, πολλαπλασιάζεται, ἔτσι καὶ ὁ πόνος ποὺ μοιράζεται μικραίνει καὶ γίνεται πιὸ γλυκός.

Τώρα πιά, στὶς σύγχρονες διακυμάνσεις τοῦ βίου, ποὺ οἱ πολλοὶ καὶ πολλὰ ὑποσχόμενοι προστάτες μας μᾶς ἐγκαταλείπουν πλέον ἀβοήθητους, ποὺ οἱ φουρτοῦνες ὅλο καὶ πληθαίνουν, ποὺ ἡ ψευτιὰ καὶ ἡ ὑποκρισία περισσεύουν, ποὺ οἱ πόλεμοι καὶ οἱ ἀσθένειες σκορπίζουν τὸν τρόμο τοῦ θανάτου γύρω μας καὶ μέσα μας, «εἰς τίνα καταφύγωμεν», ποὺ νὰ προσβλέψουμε ἀλλοῦ ἀπὸ τὴν «πάντων βοήθεια», τὴν ἐλπίδα πάντων τῶν θλιβομένων, τὴν παρηγορία πάντων τῶν ἀναστεναζόντων, τὸ λιμάνι πάντων τῶν κλυδωνιζομένων;

Σ’ αυτὴν ἀναφωνοῦμε καθημερινὰ κατὰ τὸ Μεγάλο Ἀπόδειπνο τὴν κατανυκτικὴ αὐτὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς: «Παναγία Θεοτόκε, τὸν χρόνον τῆς ζωῆς μου, μὴ ἐγκαταλείπῃς με· ἀνθρωπίνῃ προστασίᾳ μὴ καταπιστεύσῃς με, ἀλλὰ αὐτὴ ἀντιλαβοῦ, καὶ ἐλέησόν με.». Τὴν καλοῦμε δηλαδὴ νὰ μὴν μᾶς ἀφήσῃ σὲ ἀνθρώπινα χέρια προστασίας, ἀλλὰ νὰ μᾶς ἀναλάβῃ ἡ ἴδια (αὐτὴ ἀντιλαβοῦ) στὴν δική της προστασία, στὸν δικό της ἀσφαλῆ λιμένα.

Τὸ μόνο ποὺ ἔχουμε νὰ κάνωμε εἶναι νὰ τὴν ἐμπιστευτοῦμε, ἐὰν βεβαίως θέλωμε νὰ κερδίσωμε τὴν θεϊκὴ γαλήνη, «τὴν εἰρήνην τὴν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν» καὶ τὴν πολυπόθητη σωτηρία μας, μὲ τὴν χάρη τοῦ Υἱοῦ Της καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μας. Γένοιτο!

Πηγή