Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ. Αθανάσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ. Αθανάσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μέγας Αθανασίος, Τρόποι πρόνοιας του Θεού για να γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεόν

Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας


(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Αθανασίου Αλεξανδρείας του Μεγάλου
Λόγος β’
Περί ενανθρωπήσεως

 

Συνέχεια από εδώ: http://www.pemptousia.gr/?p=415668

12. Το χάρισμα του «κατ’ εικόνα» ήτο μόνον του αρκετόν, διά να γνωρίζη ο άνθρωπος τον Θεόν Λόγον και δι’ αυτού τον Πατέρα.

Επειδή όμως ο Θεός εγνώριζε την αδυναμίαν των ανθρώπων, επρονόησε και περί της αμελείας αυτών, ώστε, εάν αμελούσαν να γνωρίσουν μόνοι των τον Θεόν, να δύνανται διά των έργων της κτίσεως να μη αγνοούν τον δημιουργόν.

Επειδή όμως η αμέλεια των ανθρώπων επεκτείνεται ολίγον κατ’ ολίγον εις τα χειρότερα, και πάλιν ο Θεός επρονόησε δι’ αυτήν την αδυναμίαν των, και έστειλε τον νόμον και τους προφήτας, οι οποίοι ήσαν γνώριμοι εις αυτούς, ώστε και εάν διστάσουν να σηκώσουν το βλέμμα των εις τον ουρανόν, διά να αναγνωρίσουν τον ποιητήν, να έχουν την διδασκαλίαν εκ των πλησίον.

Διότι οι άνθρωποι δύνανται από τους συνανθρώπους των να μάθουν διά τα ανώτερα πράγματα.

Ήτο δυνατόν να σηκώσουν αυτοί το βλέμμα εις το μεγαλείον του ουρανού και, αφού κατανοήσουν την αρμονίαν της κτίσεως, να γνωρίσουν τον ηγεμόνα αυτής τον Λόγον του Πατρός, ο οποίος διά της προνοίας του πες όλων γνωρίζει εις όλους τον Πατέρα.

Και διά τούτο κινεί τα πάντα, διά να γνωρίζουν όλοι τον Θεόν δι’ αυτού. Ή εάν και τούτο τους ήτο κουραστικόν, ηδύναντο να συναναστρέφωνται τους αγίους και με την βοήθειαν αυτών να γνωρίσουν τον δημιουργόν των πάντων Θεόν, τον Πατέρα του Χριστού, και ακόμη ότι η θρησκεία των ειδώλων είνε αθεΐα και γεμάτη ασέβεια.

Ήτο επίσης δυνατόν εις αυτούς να είχον γνωρίσει τον νόμον και να παύσουν να κάνουν κάθε παρανομίαν, και να ζήσουν βίον ενάρετον. Διότι δεν ήτο μόνον διά τους Ιουδαίους ο νόμος, ούτε δι’ αυτούς μόνον εστέλλοντο οι προφήται (αλλ’ εστέλλοντο προς τους Ιουδαίους και εδιώκοντο από τους Ιουδαίους)· ήσαν όμως ιερόν διδασκαλείον, διά να γνωρίση όλη η οικουμένη τον Θεόν.

Γίνεται ορθοπραξία χωρίς ορθοδοξία;

Ορθοπραξία σημαίνει πρωτίστως υπεράσπιση της Πίστεως.

Μέγας Αθανάσιος: Ορθοδοξία και Ορθοπραξία


Η Εκκλησία στη μακραίωνη ιστορία της πολλές φορές κινδύνευσε από την απειλή των αιρέσεων. Η Εκκλησία, όχι βέβαια ως Σώμα Χριστού, αφού πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής, αλλά τα επιμέρους μέλη της, που κατά καιρούς γίνονται θύματα λύκων, που εμφανίζονται με ένδυμα προβάτων. Και σήμερα η απειλή αυτή είναι υπαρκτή, αφού και σήμερα δρουν εκατοντάδες αιρέσεις επικίνδυνες για τον άνθρωπο.

Η παρουσία των αιρέσεων αποτελεί ένα φαινόμενο το οποίο είναι παρόν από την πρώτη παρουσία της Εκκλησίας στην πορεία της για τον ευαγγελισμό του κόσμου. Από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια εμφανίστηκαν στους κόλπους της Εκκλησίας διάφορες αιρετικές αντιλήψεις, αποτέλεσμα της αδυναμίας μερίδας των ορισμένων χριστιανών να κατανοήσουν την νόημα του Ευαγγελίου, οι οποίες όμως αντιμετωπίσθηκαν και καταπολεμήθηκαν από τους Αποστόλους. Η αίρεση υπήρξε ένα φαινόμενο που ήδη από απόστολο Παύλο θεωρείται ως μία έκφραση του μυστηρίου της ανομίας. Από τον 4ο όμως αιώνα εμφανίσθηκαν μεγάλες κακοδοξίες που συντάραξαν την Εκκλησία.

Τον ορισμό του όρου αίρεσις μας τον δίνει ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος αναφέρει, Αιρέσεις μεν, τους παντελώς απερρηγμένους, και κατ’ αυτήν την πίστιν απηλλοτριωμένους. Επομένως αίρεση είναι η απόκλιση από του δόγματος, η διαφορετική πίστη από την πίστη της Εκκλησίας. Οι αιρέσεις αμφισβητούν την αυθεντικότητα της χριστιανικής πίστης και εισάγουν στην παράδοση και τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας λανθασμένες αντιλήψεις κακοδοξίες.

Η απόσχιση και αποκοπή από το ευχαριστιακό σώμα της Εκκλησίας, η άρνηση της παράδοσης της και η δημιουργία ομάδας άσχετης με αυτήν, με την καθοδήγηση ενός ή περισσοτέρων, δημιουργεί αίρεση. Την ίδια όμως στιγμή το σώμα της Εκκλησίας ενεργοποιείται για τη φανέρωση της κακοδοξίας και την αποκατάσταση της αληθείας, αποτέλεσμα αυτής της ενεργοποιήσεως του σώματος της Εκκλησίας είναι η περιφρούρηση της ορθής πίστεως, της Ορθοδοξίας.

Μέσα στὰ πάντα καὶ ἔξω ἀπὸ ὅλα

                           Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας


        Ἐπιλεγμένα κείμενα Ἁγίου Ἀθανασίου

ΑΠΑΞ εἰς αἰσθητὰ πεσούσης τῆς διανοίας τῶν ἀνθρώπων͵ ὑπέβαλεν ἑαυτὸν διὰ σώματος φανῆναι ὁ Λόγος͵ ἵνα μετενέγκῃ εἰς ἑαυτὸν ὡς ἄνθρωπον τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰς αἰσθήσεις αὐτῶν εἰς ἑαυτὸν ἀποκλίνῃ καὶ λοιπὸν ἐκείνους ὡς ἄνθρωπον αὐτὸν ὁρῶντας͵ δι΄ ὧν ἐργάζεται ἔργων πείσῃ μὴ εἶναι ἑαυτὸν ἄνθρωπον μόνον͵ ἀλλὰ καὶ Θεὸν καὶ Θεοῦ ἀληθινοῦ Λόγον καὶ Σοφίαν. Τοῦτο δὲ καὶ ὁ Παῦλος βουλόμενος σημᾶναί φησιν· Ἐν ἀγάπῃ ἐρριζωμένοι καὶ τεθεμελιωμένοι͵ ἵνα ἐξισχύσητε καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ ὕψος καὶ βάθος͵ γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ἵνα πληρωθῆτε εἰς πᾶν τὸ πλήρωμα τοῦ Θεοῦ. Πανταχοῦ γὰρ τοῦ Λόγου ἑαυτὸν ἁπλώσαντος͵ καὶ ἄνω καὶ κάτω καὶ εἰς τὸ βάθος καὶ εἰς τὸ πλάτος – ἄνω μὲν εἰς τὴν κτίσιν͵ κάτω δὲ εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν͵ εἰς βάθος δὲ εἰς τὸν ᾅδην͵ εἰς πλάτος δὲ εἰς τὸν κόσμον – τὰ πάντα τῆς περὶ Θεοῦ γνώσεως πεπλήρωται. … 

Γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου: ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου: ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ 18-1-1998 Γ 177Α

                          

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

Ο λόγος, αγαπητοί μου, σήμερα περί του μεγάλου πατρός αγίου Αθανασίου, που άγομεν την σεπτή του μνήμη. Ό,τι και να πει κανείς, τους ωραιοτέρους χαρακτηρισμούς αν αποδώσει, της αγίας προσωπικότητός του, πάντοτε θα υπολείπεται. Δεν είναι χωρίς κίνδυνο μειώσεως η περιγραφή του προσώπου γενικά ενός αγίου, πολύ δε περισσότερον εάν πρόκειται περί του όντως Μεγάλου, Αθανασίου. Η ανάγκη όμως να σκιαγραφηθεί η μεγάλη του προσωπικότης προς μίμησιν από τους πιστούς μέσα εις την Εκκλησία, μας κάνει τολμηρούς κάτι όντως να ψελλίσομεν.

Ο Μέγας και παγκόσμιος πατήρ, άγιος Αθανάσιος, εγεννήθη εις την Αλεξάνδρειαν της Αιγύπτου- την πόλη του Αλεξάνδρου- που ήταν τότε κέντρο σπουδαιότατον των γραμμάτων. Μάλιστα η Αλεξάνδρεια ημιλλάτο και αυτάς τας Αθήνας που ήταν τότε πόλις πασών των επιστημών και των τεχνών. Όποιος ήθελε να μετεκπαιδευθεί στα γράμματα ήρχετο εις τας Αθήνας. Όπως έφτασε εκεί ένας άλλος μεγάλος, ο Μέγας Βασίλειος ή ακόμη ένας Γρηγόριος Θεολόγος. Εντούτοις, ο Μέγας Αθανάσιος δεν έφτασε ποτέ εις τας Αθήνας. Η Αλεξάνδρεια τού ήτο επαρκής.

Εγεννήθη το 295. Μας αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος που ήδη είχαν συνδεθεί με φιλία ότι ο Μέγας Αθανάσιος «ἐτράφη ἐν τοῖς θείοις ἤθεσι καὶ παιδεύμασι». Τα συγγράμματά του ωστόσο δείχνουν σπουδαία και πλουσία μόρφωση, τόσο θεολογική, όσο και κλασική. Μάλιστα, σε ηλικία είκοσι ετών - είκοσι ετών! - έγραψε το περισπούδαστο εκείνο έργον -διεσώθη ολόκληρο ευτυχώς- «Περί ἐνανθρωπήσεως» του Λόγου και «Κατά εἰδώλων», ένα έργο είναι σε δύο τμήματα. Περίφημο, περισπούδαστο, εις ηλικίαν είκοσι ετών. Νεαρός ακόμη επεσκέφθη στην έρημο τον Μέγα Αντώνιον και ασκήτεψε κοντά του. Ο ίδιος γράφει στον βίο που συνέθεσε του Μεγάλου Αντωνίου κατ’ απαίτησιν των Χριστιανών της Ρώμης σε μία του εξορία ότι «ἀκολουθήσας αὐτῷ χρόνον οὐκ ὀλίγον, καὶ ἐπιχέων ὕδωρ κατὰ χεῖρας αὐτοῦ», ότι δηλαδή ο ίδιος ο άγιος Αθανάσιος δεν έμεινε λίγο καιρό κοντά του, έμεινε πολύ καιρό κοντά του, και ακόμη, λέγει, του έριχνε νερό για να πλένει τα χέρια του ο Μέγας Αντώνιος- ένα χαριτωμένο στιγμιότυπον. Και τον Μέγαν Αντώνιον ξανασυνάντησε ο άγιος Αθανάσιος εις την έρημον, ύστερα από σαράντα χρόνια, στις περιπέτειές του με τις εξορίες του.

«Έτι έν σοι λείπει».

 


Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά:

Λόγοι περί ακτημοσύνης και μοναχικής αποταγής

(Μ. Βασίλειος και Μ. Αθανάσιος)


Η Ευαγγελική Περικοπή της Θείας Λειτουργίας

Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον: ιη΄ 18-27.

Τω καιρώ εκείνω, επηρώτησεν τον Ιησούν τις αυτόν άρχων λέγων: διδάσκαλε αγαθέ, τί ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω; Είπε δέ αυτώ ο Ιησούς: τί με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός, ει μή είς, ο Θεός. Τας εντολάς οίδας΄ μή μοιχεύσης, μή φονεύσης, μή κλέψης, μή ψευδομαρτυρήσης, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου. Ο δέ είπε: ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου. Ακούσας δέ ταύτα ο Ιησούς είπεν αυτώ: έτι έν σοι λείπει, πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι. Ο δέ ακούσας ταύτα περίλυπος εγένετο· ήν γάρ πλούσιος σφόδρα. Ιδών δέ αυτόν ο Ιησούς περίλυπον γενόμενον, είπε: πώς δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού! Ευκοπώτερον γάρ εστι κάμηλον δια τρυμαλιάς ραφίδος εισελθείν, ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν. Είπον δέ οι ακούσαντες: και τίς δύναται σωθήναι; Ο δέ είπε: τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν.

Απόδοση:

    Κάποιος άρχοντας τον ρώτησε: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;» Ο Ιησούς του απάντησε: «Γιατί με αποκαλείς “αγαθό;” Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας: ο Θεός. Τις εντολές τις ξέρεις: μη μοιχεύσεις, μη σκοτώσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και τη μη¬τέρα σου». Κι εκείνος του είπε: «Όλα αυτά τα τηρώ από τα νιάτα μου». Όταν τ’ άκουσε ο Ιησούς του είπε: «Ένα ακόμη σου λείπει: πούλησε όλα όσα έχεις και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, κι έτσι θα έχεις θησαυρό κοντά στο Θεό και έλα να με ακολουθήσεις». Μόλις εκείνος τ’ άκουσε αυτά, πολύ στενοχωρήθηκε, γιατί ήταν πάμπλουτος.

  Όταν ο Ιησούς τον είδε πολύ στενοχωρημένο, είπε: «Πόσο δύσκολα αυτοί που έχουν τα χρήματα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού! Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα μέσα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού». Όσοι τον άκουσαν είπαν: “Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;» Κι εκείνος τους απάντησε: «Αυτά που για τους ανθρώπους είναι αδύνατα, για το Θεό είναι δυνατά».

(Επιμέλεια κειμένου: Ιωάννης Τρίτος)

Λόγοι περί ακτημοσύνης και μοναχικής αποταγής [Το ίδιο γεγονός αναφέρει και η περικοπή της ΙΒ΄ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ]

Α) Αγίου Βασιλείου Αρχιεπισκόπου Καισαρείας του Μεγάλου [4ος αιών – ΕΠΕ – τόμ. 8, σελ. 94 & 232, τόμ. 2, σελ. 66]
Β) Αγίου Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας του Μεγάλου [4ος αιών – ΕΠΕ – τόμ. 11, σελ. 278 (Βίος της Οσίας Συγκλητικής της οποίας είναι και η διδασκαλία) & σελ. 18 & 166 (Βίος του Μεγ. Αντωνίου)]


«Έτι εν σοι λείπει. Πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς,

 

και έξεις θησαυρόν εν ουρανοίς, και δεύρο ακολούθει μοι»

Τά τῆς πίστεως δέν εἶναι θέμα πλειοψηφίας.

                              

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος καθόλου δέν ἐπηρεάσθηκε ἀπό ὅλη τήν κακία πού ἔπεσε ἐπάνω του, ἀπό ὅλους τούς διωγμούς. Καί ὅταν ἀκόμη ἔμεινε σχεδόν μόνος, καί τότε πάλι δέν ἐπηρεάσθηκε. Τά τῆς πίστεως δέν εἶναι θέμα πλειοψηφίας. Νά τό προσέξουμε αὐτό. Τό θέμα δέν εἶναι τί θέλει ἡ πλειοψηφία, ἀλλά τί θέλει ὁ Θεός καί ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. 
Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ἦταν πρόθυμος νά κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί γι᾿ αὐτό δέν καβγάδιζε, ἄς ποῦμε, ἔτσι ὅπως θά ἔκανε ἕνας ἄλλος. Ἦταν πρόθυμος νά σηκώσει τόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ἦταν πρόθυμος νά ἀκολουθήσει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐξορία; Ἐξορία. Ἐπιστροφή; Ἐπιστροφή. Πάλι ἐξορία; Πάλι ἐξορία. Κυνηγημένος ἀπό ἐδῶ, κυνηγημένος ἀπό ἐκεῖ. Ὅμως δέν φοβήθηκε καθόλου. Ἔμεινε πιστός στήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, πιστός στήν Ὀρθοδοξία. Ἀγωνίσθηκε μέχρι τέλους καί νίκησε.

Είναι ν’ απορεί κανείς με τους ειδωλολάτρες… αλλά οι Οικουμενιστές τους θεωρούν άλλη οδό προς τον Θεό!

Είναι ν’ απορεί κανείς με τους ειδωλολάτρες…

Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας. Τοιχογραφία στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία Παναγία του Ljeviš 14ος αι. στην πόλη Πρίζρεν του Κοσσυφοπεδίου. Από την ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Ζάγκρεμπ-Λουμπλιάνας: https://mitropolija-zagrebacka.org/kalendar-pocetni-14/ Φωτογραφία: blagofund.org

Αγίου Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας
Λόγος περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου και της διά σώματος προς ημάς επιφανείας αυτού

Απόδοση εις την νέα ελληνική
Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης (νυν Μητροπολίτης Δράμας)

Συνέχεια από εδώ: http://www.pemptousia.gr/?p=366816

Είναι ν’ απορεί κανείς με τους ειδωλολάτρες διότι από τη μια κοροϊδεύουν αυτά που δεν πρέπει, κι από την άλλη τυφλώνονται από τα πάθη τους και λατρεύουν πέτρες και ξύλα. Όμως, επειδή δεν είναι φτωχός ο λόγος μας σε αποδείξεις, ας επιχειρήσουμε να πείσουμε κι αυτούς από τα ευνόητα, και μάλιστα απ’ αυτά τα οποία βλέπουμε οι ίδιοι. Διότι, τι το άτοπο άξιο χλευασμού υπάρχει σε μας, εκτός του ότι λέμε ότι ο Λόγος φανερώθηκε με σώμα;

Αλλά θα συμφωνήσουν και οι ίδιοι ότι το γεγονός αυτό (της σαρκώσεως) δεν είναι παράλογο, εφόσον βέβαια αγαπούν την αλήθεια. Διότι, εάν αρνούνται τελείως ότι υπάρχει ο Λόγος του Θεού, είναι περιττό να χλευάζουν αυτό που δεν παραδέχονται.

Εάν όμως παραδέχονται ότι υπάρχει ο Λόγος του Θεού και εξουσιάζει τα πάντα· ότι με Αυτόν ο Πατέρας δημιούργησε τον κόσμο· ότι με τη δική του πρόνοια έχουν το φωτισμό, τη ζωή και την ύπαρξη όλα τα κτίσματα· και ότι Αυτός όλα τα κυβερνά, ώστε να γίνεται γνωστός ο ίδιος από τα έργα της πρόνοιάς του, και μέσω αυτού ο Πατέρας· εξέτασε μετά απ’ όλα αυτά, σε παρακαλώ, μήπως δεν γνωρίζουν ότι επισύρουν τον χλευασμό σε βάρος τους.

Οι φιλόσοφοι των Ελλήνων λένε ότι ο κόσμος είναι ένα μεγάλο σώμα· κι αυτό είναι αλήθεια. Διότι βλέπουμε ότι ο κόσμος και τα μέρη του γίνονται αντιληπτά από τις αισθήσεις μας. Εάν λοιπόν ο Λόγος του Θεού βρίσκεται στον κόσμο, που είναι ένα σώμα, και βρίσκεται και σ’ όλα τα σώματα και στα τμήματά τους, γιατί να είναι παράδοξο και αδύνατο αυτό που λέμε εμείς ότι ο Λόγος μπήκε και μέσα σε άνθρωπο;

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑ ΣΩΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ

Αγίου Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας


Απόδοση εις την νέα ελληνική

Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης (νυν

Μητροπολίτης Δράμας)


Δεύτερο μέρος

Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας

Αλλά, όπως έπρεπε αυτό να γίνει, έτσι κι από την άλλη πλευρά στέκεται αντίθετη η δικαιοσύνη του Θεού, για ν’ αποδειχθεί αξιόπιστη η νομοθεσία του σχετικά με την ποινή του θανάτου· θα ήταν σκάνδαλο, εξαιτίας της δικής μας ωφέλειας και αφθαρσίας να φανεί ψεύτης ο Πατέρας, ο Θεός της αλήθειας.
Τί λοιπόν έπρεπε να γίνει σχετικά μ’ αυτό; Τί να κάνει ο Θεός; Να ζητήσει από τους ανθρώπους μετάνοια για το σφάλμα τους; Γιατί κάτι τέτοιο θα έλεγε κανείς ότι είναι αντάξιο του Θεού· διότι, όπως η παράβαση οδήγησε τους ανθρώπους στη φθορά, έτσι και η μετάνοια θα τους οδηγούσε πάλι στην αφθαρσία.
Η μετάνοια όμως δεν θα δικαιολογούσε την αξιοπιστία του Θεού. Θα φαινόταν και πάλι ψεύτης, επειδή δεν θα καταδικάζονταν σε θάνατο οι άνθρωποι.
Άλλωστε η μετάνοια δεν επαναφέρει τη φύση στην πρότερη κατάστασή της, αλλά μόνον σταματά τις αμαρτίες. Εάν λοιπόν ήταν μόνον αμάρτημα και όχι και επιπλέον φθορά της φύσεως, αρκούσε η μετάνοια. Εφόσον όμως, μετά την πρώτη παράβαση, αμέσως οι άνθρωποι υποδουλώθηκαν στη φθορά της φύσεως και τους αφαιρέθηκε το χάρισμα του κατ’ εικόνα, τότε τί άλλο έπρεπε να γίνει; Ή, ποιός άλλος θα μπορούσε να τους επαναφέρει σ’ αυτό τό χάρισμα παρά ο Θεός Λόγος που έπλασε εξαρχής τα πάντα από το μηδέν;
Αυτός ήταν ο μόνος ικανός και το φθαρτό να το οδηγήσει πάλι στην αφθαρσία και ν’ αποκαταστήσει την αξιοπιστία του Πατέρα. Διότι είναι ο Λόγος του Πατέρα και όλους τους ξεπερνά· επομένως, μόνον Αυτός μπορεί να τα ξαναδημιουργήσει όλα, να θυσιαστεί καί να μεσιτεύσει στον Πατέρα γιά όλους.

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑ ΣΩΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ

Αγίου Αθανασίου

Αρχιεπισκόπου

Αλεξανδρείας


Απόδοση εις την νέα ελληνική

Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης (νυν

Μητροπολίτης Δράμας)


Πρώτο μέρος

Εισαγωγή – Περίληψη

Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας

Ο λόγος αυτός, όπως και ο «Κατά Ειδώλων», γράφτηκε περί τα έτη 317-319 μ.Χ. Σ’ αυτόν εξετάζεται το μεγάλο γεγονός της σαρκώσεως του άσαρκου Λόγου του Θεού, δηλαδή του Υιού του Θεού, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος.

Στο πρώτο μέρος του λόγου αναλύεται ο διπλός σκοπός της ενανθρωπήσεως του Λόγου: α) η επιστροφή της ανθρωπότητας στην κατάσταση της αθανασίας που απωλέσθηκε λόγω του προπατορικού αμαρτήματος· και β) η απόδοση στους ανθρώπους της ικανότητας να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό.

Στο δεύτερο μέρος του λόγου περιγράφει τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται ο διπλός σκοπός της ενανθρωπήσεως: είναι τα θαυμαστά έργα του Χριστού, ο θάνατος και η ανάστασή του.

Στο τρίτο μέρος του λόγου ανασκευάζονται οι αντιρρήσεις των Ιουδαίων και των Ελλήνων (ειδωλολατρών) για την ενανθρώπηση του Λόγου. Οι αντιρρήσεις των Ιουδαίων ανασκευάζονται από την προφητική τους παράδοση. Οι αντιρρήσεις των ειδωλολατρών ανασκευάζονται με λογικά επιχειρήματα. Ο Μέγας Αθανάσιος τονίζει ότι το ανθρώπινο γένος δεν είναι απρεπές για να υπηρετήσει την αποκάλυψη του Θεού. Ποιο καλύτερο σκεύος από τον άνθρωπο υπήρχε για την αποκάλυψη του Λόγου;

Τέλος, στον επίλογο ο συγγραφέας τονίζει ότι για την ολοκλήρωση της διδασκαλίας για την ενανθρώπηση του Σωτήρα χρειάζονται δυο πράγματα: μελέτη της Αγίας Γραφής και βίος αγνός.

Η ενανθρώπηση του Λόγου παίζει τον σπουδαιότερο ρόλο για την δημιουργία, την κτίση και τον άνθρωπο. Οδηγεί στη θέωση, όπως με έμφαση θεολογεί ο Μέγας Αθανάσιος: «ο Λόγος ενανθρώπησε, για να θεοποιηθούμε εμείς». Αφορά το νόημα και τον στόχο της υπάρξεως και της ζωής μας.

                                                                                         *****

Είναι αρκετά αυτά τα λίγα από τα πολλά που αναπτύξαμε, πρίν από τον τωρινό μας λόγο, για την πλάνη και τη δεισιδαιμονία των εθνικών στην ειδωλολατρία· είπαμε με ποιό τρόπο από την αρχή έγινε η επινόηση των ειδώλων· από την κακία τους οι άνθρωποι έφτιαξαν αυτή τη θρησκεία.
Με τη χάρη βέβαια του Θεού, μας δόθηκε η ευκαιρία να πούμε λίγα και για τη θεότητα του Λόγου του Πατέρα, αλλά και τη δύναμη και πρόνοιά του για όλα. Ο πανάγαθος Πατέρας με το Λόγο του φροντίζει το σύμπαν· όλα κινούνται και παίρνουν ζωή απ' αυτόν. Στη συνέχεια, λοιπόν, αγαπητέ μου, γνήσιε φίλε του Χριστού, θα σου διηγηθώ για την αληθινή πίστη και την ενανθρώπηση του Λόγου· επιπλέον, θα σου πω με λεπτομέρειες για τη ζωή του Λόγου πάνω στη γη (θεία επιφάνεια).

Το αυτονόητον

                                            


Ὁ Μ. Ἀθανάσιος στὸν «Πρὸς Ἀντιοχεῖς Τόμο», γράφει πὼς πληροφορήθηκε ὅτι πολλοί, ποὺ προηγουμένως ἦσαν πλησίον τῶν αἱρετικῶν, τώρα ἐπιδιώκουν νὰ ἔχουν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους. Αὐτὸ μᾶς χαροποιεῖ –λέγει– γι’ αὐτὸ προσευχόμαστε γιὰ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται ἀκόμα μακριά μας καὶ πλησίον τῶν αἱρετικῶν, ὥστε νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν «μανίαν» (ὅπως τὴν χαρακτηρίζει) τῆς αἱρέσεως.
                                                            
Καὶ αὐτὸ εἶναι φυσικό, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχει ἑνότητα ἐν Χριστῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι, ἐὰν δὲν ἔχουμε ἑνότητα φρονημάτων καὶ πίστεως. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουμε κοινωνία, εἴτε μὲ ὅσους κοινωνοῦν καὶ ἀποδέχονται τὶς κακόδοξες θέσεις τῶν Ἀρειανῶν (τότε, τῶν Οἰκουμενιστῶν σήμερα), εἴτε μὲ τοὺς οἰκουμενίζοντες, οἱ ὁποῖοι, παρότι καταδικάζουν τὶς κακόδοξες θέσεις τους, ὅμως κοινωνοῦν συνειδητά μαζί τους. Μόνο ἂν συμφρονήσουμε καὶ ἔχουμε τὴν ἴδια εὐσέβεια, μόνο τότε θὰ μποροῦμε νὰ λέμε ὅλοι μαζὶ τὸ «εἷς Κύριος, μία πίστις».

Μ. Αθανάσιος: Ο ηρωικότερος των αγίων και ο αγιότερος των ηρώων . Αυτός που δείχνει τί ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ σημερα οι επίσκοποι και οι ιερείς!

 

α.’ Εισαγωγικά

Ο άγιος Αθανάσιος, τον οποίο η Εκκλησία προσονόμασε «Μέγαν» για την ξεχωριστή αρετή του, τον αδαμάντινο χαρακτήρα του και τους σθεναρούς αγώνες που διεξήγαγε προς αντιμετώπιση του κινδύνου της Ορθοδοξίας από την αίρεση του αντίχριστου Αρείου, υπήρξε μεγάλη ιστορική μορφή μιας από τις πλέον σημαντικές περιόδους της ανθρωπότητας. Τότε δηλαδή που η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, διαπιστώνοντας την αδυναμία της να καταπνίξει τον Χριστιανισμό με βάρβαρους διωγμούς, αναγκάστηκε να τον αναγνωρίσει και να στηρίξει σ’ αυτόν την παράταση της ζωής της. Οι λεπτομέρειες της ζωής και του έργου του αγίου Αθανασίου δίνουν μια πολύ παραστατική εικόνα της ταραχώδους εκείνης εποχής, κατά την οποία έπνεε τα λοίσθια η αρχαία θρησκεία, η ειδωλολατρία, και θέτονταν τα θεμέλια του κράτους σε νέα θρησκευτική βάση, στη χριστιανική θρησκεία• και επιπλέον διεξάγονταν συζητήσεις και συγκαλούνταν τοπικές και οικουμενικές Σύνοδοι για τη διατύπωση των δογμάτων και τη ρύθμιση θεμάτων αφορώντων στην οργάνωση και διοίκηση της Εκκλησίας.

β.’ Καταγωγή και μόρφωση του Μ. Αθανασίου

Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 295 μ.Χ. από Έλληνες χριστιανούς γονείς, οι οποίοι τον γαλούχησαν και τον ανέθρεψαν με τα νάματα της χριστιανικής και ελληνικής παιδείας. Ο Αθανάσιος διακρινόταν, από τη μικρή του ηλικία, για τη μεγάλη ευφυΐα του, την ολόψυχη αγάπη του προς την Εκκλησία και την έφεση για μάθηση. Μετά τα εγκύκλια γράμματα, πραγματοποίησε ανώτερες θεολογικές και φιλοσοφικές σπουδές στις ακμάζουσες τότε σχολές της Αλεξάνδρειας και μελέτησε εις βάθος την Αγία Γραφή, τους προ αυτού Πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, καθώς επίσης και τους αρχαίους Έλληνες ποιητές, φιλόσοφους, ρήτορες και ιστορικούς, κυρίως δε τον Όμηρο, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Έτσι κατέστη βαθύς γνώστης της χριστιανικής και της θύραθεν (αρχαιοελληνικής) παιδείας και φιλοσοφίας.

Παράλληλα προς τη γνώση, ο Αθανάσιος καλλιεργούσε και τον ενάρετο βίο και την αγάπη και προσήλωση στον Χριστό, στην Εκκλησία και στην Ορθοδοξία, προς χάριν της οποίας υπέστη ανήκουστους κατατρεγμούς, διώξεις και εξορίες. Η απεριόριστη αγάπη του προς τον Χριστό και την Εκκλησία πιστοποιείται και από τον εξής θρύλο: Κάποτε, κατά την παιδική του ηλικία, παίζοντας κοντά στη θάλασσα, βάφτισε μερικά παιδιά ειδωλολατρών και, επειδή τήρησε όλους τους κανόνες της σχετικής εκκλησιαστικής τελετής, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος Α’ (313-328) αναγνώρισε ως έγκυρες τις βαπτίσεις αυτές του νεαρού Αθανασίου και τον ανέλαβε υπό την προστασία του, ενδιαφερθείς πολύ για τη μόρφωσή του.

Εν συνεχεία ο πατριάρχης Αλέξανδρος, εκτιμώντας την αρετή, τη μόρφωση και τα διαλεχτά προσόντα του Αθανασίου, τον προσέλαβε στο Πατριαρχείο ως γραμματέα και του απένειμε τον ιερατικό τίτλο του «αναγνώστη». Ακολούθως, σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών, τον χειροτόνησε διάκονο. Νεαρός δε ακόμη στην ηλικία ο Αθανάσιος, γνωρίστηκε με τον περίφημο ασκητή της ερήμου, τον Μέγα Αντώνιο (250-355 μ.Χ), έμεινε κοντά του κάμποσο χρονικό διάστημα και έδρεψε από αυτόν εύχυμους πνευματικούς καρπούς. Σεβόταν μάλιστα και εκτιμούσε τόσο πολύ ο Μέγας Αθανάσιος τον Μέγα Αντώνιο, ώστε αργότερα συνέγραψε μια περισπούδαστη βιογραφία του μεγάλου ασκητή της ερήμου.

γ.’ Αγώνες για την Ορθοδοξία, κατατρεγμοί και εξορίες

Κατά το έτος 318 μ.Χ., όταν ο Αθανάσιος ήταν είκοσι τριών ετών, έκαμε τη θορυβώδη εμφάνισή της στην Αλεξάνδρεια η αίρεση του Αρείου, ο οποίος διακήρυττε με τα κηρύγματά του και τις συγγραφές του ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός αλλά κτίσμα του Θεού. Μετά από τρία χρόνια η αίρεση αυτή εμφανιζόταν και υπό φιλοσοφικό μανδύα και άρχισε να βρίσκει πολλούς οπαδούς και να κλονίζει τα θεμέλια της ευαγγελικής Πίστεως. Για το θέμα αυτό κρίθηκε αναγκαίο να συγκληθεί Σύνοδος στην Αλεξάνδρεια, η οποία και συνήλθε, πράγματι, το έτος 321 μ.Χ. Κατά τη Σύνοδο αυτή ο Αθανάσιος, με τη θεολογική και φιλοσοφική του κατάρτιση, βοήθησε πάρα πολύ τον πατριάρχη Αλέξανδρο να αντικρούσει τις κακοδοξίες του Αρείου.

Μέγας Αθανάσιος: Ο Στύλος της Ορθοδοξίας

 

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Ελάχιστοι άνθρωποι αξιώθηκαν να λάβουν τον τίτλο του «Μεγάλου» στην ιστορία της ανθρωπότητας, διότι αυτό προϋποθέτει να υπάρξει κάποιος υπέρμετρα σπουδαίος και να προσφέρει υπέρτατες και μοναδικές υπηρεσίες σε αυτή. Ένας από αυτούς είναι και ο Μέγας Αθανάσιος, ο οποίος εκτός από τον τίτλου του «Μεγάλου» του αποδόθηκε και ο μοναδικός τίτλος «Στύλος της Ορθοδοξίας». Μελετώντας κάποιος την προσωπικότητα και το τιτάνιο έργο του, δε μπορεί παρά να συμφωνήσει με την επιλογή αυτή της Εκκλησίας μας.

Γεννήθηκε περί το 298 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από ευσεβείς Έλληνες γονείς και ανατράφηκε με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Οι ευκατάστατοι γονείς του φρόντισαν να λάβει μια σπάνια κλασική παιδεία, η οποία άκμαζε ακόμα στην Αλεξάνδρεια. Παράλληλα φοίτησε στην περίφημη Κατηχητική Σχολή θεολογία, αναδεικνυόμενος ως ένας από τους σπουδαιότερους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας μας όλων των εποχών. Καθοριστική σημασία για την κατοπινή πορεία του Αθανασίου υπήρξε η γνωριμία του και η πνευματική του σύνδεση με τον μέγιστο ασκητή της Εκκλησίας μας Μέγα Αντώνιο. Κοντά του μυήθηκε στην ευσέβεια και χαλυβδώθηκε ο χαρακτήρας του να είναι αμετακίνητος και απόλυτα προσηλωμένος στην αλήθεια της Εκκλησίας. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εισέρχεται στις τάξεις του ιερού κλήρου, ως διάκονος της αλεξανδρινής Εκκλησίας, μπαίνοντας στην υπηρεσία του γηραιού και σεβάσμιου επισκόπου Αλεξάνδρου.

Δεν έμελλε όμως να βιώσει μια ειρηνική ιερατική διακονία, διότι κατά την χρονική εκείνη περίοδο ξέσπασε μια από τις μεγαλύτερες και πιο επικίνδυνες θεολογικές θύελλες στην ιστορία της Εκκλησίας μας, η φοβερή αίρεση του αρειανισμού. Ο πρεσβύτερος της αλεξανδρινής Εκκλησίας Άρειος δίδασκε άκρως βλάσφημες και κακόδοξες διδασκαλίες, ανατρέποντας εκ θεμελίων την διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Απέρριπτε το θεμελιώδες δόγμα της Αγίας Τριάδος, υποβιβάζοντας τον Υιό σε κτίσμα του Θεού και αρνούμενος την προσωπική υπόσταση του Αγίου Πνεύματος. Ο νεαρός διάκονος Αθανάσιος, με την ευλογία του επισκόπου Αλεξάνδρου ανέλαβε να ανασκευάσει τις βλάσφημες δοξασίες του Αρείου. Στα 325 συγκροτήθηκε η Α Οικουμενική Σύνοδος στην Νίκαια της Βηθυνίας για να συζητηθεί η αρειανική κακοδοξία και να διατυπωθεί με σαφήνεια το ορθόδοξο δόγμα. Ο διάκονος Αθανάσιος εκπροσώπησε τον Αλέξανδρο και μάλιστα ορίστηκε και γραμματείας της Συνόδου. Στις θυελλώδεις συζητήσεις με τον αιρεσιάρχη Άρειο και τους οπαδούς του, ο Αθανάσιος εξέπληξε με την ωριμότητα της σκέψεώς του, τη θεολογική του κατάρτιση και προ πάντων την ακριβή έκφραση της ορθόδοξης διδασκαλίας. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε πως ο Μέγας Αθανάσιος υπήρξε ο πρωταγωνιστής της Συνόδου και ο εκφραστής της αλήθειας της Εκκλησίας.

Αντίθετη με τους ύμνους της σημερινής εορτής η βιοτή των Ποιμένων!

 

Αναδημοσιεύουμε το σημαντικό αυτό άρθρο. Πλάϊ στην στάση των ποιμένων απέναντι στον Οικουμενισμό μπορούμε σήμερα να βάλουμε και την στάση τους απέναντι στο ουκρανικό, στον Κορονοϊό και στα μέτρα της κυβέρνησης.

 

Τοῦ Παναγιώτη Σημάτη

         Οἱ Ἅγιοι «τὰς ψυχοβλαβεῖς γλωσσαλγίας αἱρετικῶν διήλεγξαν» «ἐξέτεμον κακοδοξίας, αἱρετικῶν»· «ἀπεδίωκον τοὺς νοητοὺς λύκους», «ὡς ἱστὸν ἀράχνης διέλυαν Νεστορίου» καὶ Ἀρείου «κακόνοιαν ἤλεγξαν, καθεῖλον ὀφρύν, ἀκαθέκτων αἱρέσεων»· «πλάνην ἐξώρισαν Ἀρείου τὴν ἄθεον».

Οἱ Ἅγιοι, λοιπόν, ὡς «ποιμένες ἀληθινοὶ τὴν Ἐκκλησίαν κύκλῳ ἐτείχισαν», νικοῦσαν «ὀλεθρίους αἱρέσεις», διατράνωναν ἀναντιρρήτως, τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν», «τὴν Ποίμνην» τους «ἀσεβείας διέσωζαν κακοδόξων, ἐκτρέποντες αἱρετικῶν μηχανήματα (καὶ δὲν βοηθοῦσαν, ὅπως οἱ σύγχρονοι Ποιμένες μὲ τὴν ἀνοχή-σιωπή τους τοὺς αἱρετικοὺς στὴν ἐξάπλωση τῆς αἱρέσεως), καὶ «θεοφθόγγοις διδάγμασι τὴν Χριστοῦ Ἐκκλησίαν ὑπεστήριξαν», γι’ αὐτὸ καὶ ἦσαν «ὀρθοδοξίας προϊστάμενοι»!
Αὐτὸ τὸ στήριγμα, ποιός Ἐπίσκοπος δίδει σήμερα στοὺς πιστούς; Διότι μὲ τὴν αἵρεση, ἡ Ἐκκλησία, οἱ πιστοί, δηλ., παραπαίουν, κρημνίζονται, ἀλλοιώνεται ἡ πίστη τους ἡ σωτήριος καὶ χρειάζονται βοήθεια καὶ στήριγμα.
Γι’ αὐτὴ τὴ δράση τους «πολλοὺς «διωγμοὺς καὶ κινδύνους ὑπέμειναν».
Καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ μυστικὸ τῆς ἀποτυχίας τῶν συγχρόνων Ἐπισκόπων: Δὲν θέλουν νὰ διωχθοῦν!  

«Είς Κύριος, Μία Εκκλησία (όχι πολλές), έν Βάπτισμα, μία θύρα...»!

 

«Είς Κύριος, Μία Εκκλησία (όχι πολλές), έν Βάπτισμα, μία θύρα...»! (M. Aθανάσιος και Μ. Βασίλειος)


Με αφορμή κείμενα το ιεροῦ Χρυσοστόμου

Οπροϋποθέσεις τῶν κατὰ Χριστὸν Διαλόγων εἶναι ἀποθησαυρισμένες στὰ κείμενα τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ εἶναι σαφεῖς καὶ ἀδιαπραγμάτευτες. Οἱ Οἰκουμενιστές, ὅμως, τὶς διαστρεβλώνουν ...«ἐπιτυχῶς»! Κι αὐτὸ γιατὶ οἱ πνευματικοὶ ποιμένες τοὺς τὸ ἐπιτρέπουν. Ἀρνοῦνται νὰ κάνουν ἐκεῖνο ποὺ δίδαξε ὁ ἑορταζόμενος σήμερα Μέγας Χρυσόστομος (κι ἂς μὴν ὀνομάστηκε ἐπισήμως Μέγας).

Ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ἀλλὰ καὶ ὁ σήμερα ἑορταζόμενος ἱ. Χρυσοστόμος, μᾶς διδάσκει πὼς πρώτη προϋπόθεση τῶν Διαλόγων μὲ τοὺς αἱρετικούς, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ τοὺς βλέπουμε ὡς ἀσθενεῖς, νὰ τοὺς προσεγγίζουμε μὲ καλωσύνη ὡς ἰατροί καὶ νὰ μὴ συμμετέχουμε «ἰσότιμα» στοὺς Διαλόγους, ὡς ἀναζητοῦντες τὴν ἀλήθεια ἀπὸ κοινοῦ. Οὐδεὶς Ἅγιος ἀποδέχτηκε αὐτὴν τὴν "ἰσότητα" τὴν ὁποία καθιέρωσαν οἱ Οἰκουμενιστὲς καὶ στὴν πράξη ἀποδεχτήκαμε. Ἀντίθετα οἱ Ἅγιοι πάντα ἦσαν τοῦ πνεύματος τῆς παρακάτω ἀπαντήσεως ποὺ διασώζει ὁ Μ. Ἀθανάσιος σὲ μιὰ περίπτωση Διαλόγου Ὀρθοδόξων καὶ Ἀρειανῶν:

«Ἐμεῖς δὲν ἤρθαμε ἐδῶ γιὰ νὰ ἀνακαλύψουμε τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως, αὐτὴν τὴν ἔχουμε, ἀλλὰ ἤρθαμε γιὰ νὰ συνετίσουμε τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ ἀντιλέγουν στὴν παραδοθεῖσα ἀληθινὴ πίστη: «ἡμεῖς οὐ δεόμενοι πίστεως συνήλθομεν (ἔχομεν γὰρ ἐν ἑαυτοῖς ὑγιαίνουσαν τὴν πίστιν), ἀλλ' ἵνα τοὺς ἀντιλέγοντας τῇ ἀληθείᾳ καὶ καινοτομεῖν ἐπιχειροῦντας ἐντρέψωμεν».

«Είς Κύριος, Μία Εκκλησία (όχι πολλές), έν Βάπτισμα, μία θύρα...»! (M. Aθανάσιος και Μ. Βασίλειος)






 

Αντίθετη με τους ύμνους της σημερινής εορτής η βιοτή των Ποιμένων!

 



Τοῦ Παναγιώτη Σημάτη

         Οἱ Ἅγιοι «τὰς ψυχοβλαβεῖς γλωσσαλγίας αἱρετικῶν διήλεγξαν» «ἐξέτεμον κακοδοξίας, αἱρετικῶν»· «ἀπεδίωκον τοὺς νοητοὺς λύκους», «ὡς ἱστὸν ἀράχνης διέλυαν Νεστορίου» καὶ Ἀρείου «κακόνοιαν ἤλεγξαν, καθεῖλον ὀφρύν, ἀκαθέκτων αἱρέσεων»· «πλάνην ἐξώρισαν Ἀρείου τὴν ἄθεον».

Οἱ Ἅγιοι, λοιπόν, ὡς «ποιμένες ἀληθινοὶ τὴν Ἐκκλησίαν κύκλῳ ἐτείχισαν», νικοῦσαν «ὀλεθρίους αἱρέσεις», διατράνωναν ἀναντιρρήτως, τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν», «τὴν Ποίμνην» τους «ἀσεβείας διέσωζαν κακοδόξων, ἐκτρέποντες αἱρετικῶν μηχανήματα (καὶ δὲν βοηθοῦσαν, ὅπως οἱ σύγχρονοι Ποιμένες μὲ τὴν ἀνοχή-σιωπή τους τοὺς αἱρετικοὺς στὴν ἐξάπλωση τῆς αἱρέσεως), καὶ «θεοφθόγγοις διδάγμασι τὴν Χριστοῦ Ἐκκλησίαν ὑπεστήριξαν», γι’ αὐτὸ καὶ ἦσαν «ὀρθοδοξίας προϊστάμενοι»!
Αὐτὸ τὸ στήριγμα, ποιός Ἐπίσκοπος δίδει σήμερα στοὺς πιστούς; Διότι μὲ τὴν αἵρεση, ἡ Ἐκκλησία, οἱ πιστοί, δηλ., παραπαίουν, κρημνίζονται, ἀλλοιώνεται ἡ πίστη τους ἡ σωτήριος καὶ χρειάζονται βοήθεια καὶ στήριγμα.
Γι’ αὐτὴ τὴ δράση τους «πολλοὺς «διωγμοὺς καὶ κινδύνους ὑπέμειναν».

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

 Γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

 

[εκφωνήθηκε στις 18-1-1998] 

     Ο λόγος, αγαπητοί μου, σήμερα περί του μεγάλου πατρός αγίου Αθανασίου, που άγομεν την σεπτή του μνήμη. Ό,τι και να πει κανείς, τους ωραιοτέρους χαρακτηρισμούς αν αποδώσει, της αγίας προσωπικότητός του, πάντοτε θα υπολείπεται. Δεν είναι χωρίς κίνδυνο μειώσεως η περιγραφή του προσώπου γενικά ενός αγίου, πολύ δε περισσότερον εάν πρόκειται περί του όντως Μεγάλου, Αθανασίου. Η ανάγκη όμως να σκιαγραφηθεί η μεγάλη του προσωπικότης προς μίμησιν από τους πιστούς μέσα εις την Εκκλησία, μας κάνει τολμηρούς κάτι όντως να ψελλίσομεν.

      Ο Μέγας και παγκόσμιος πατήρ, άγιος Αθανάσιος, εγεννήθη εις την Αλεξάνδρειαν της Αιγύπτου- την πόλη του Αλεξάνδρου- που ήταν τότε κέντρο σπουδαιότατον των γραμμάτων. Μάλιστα η Αλεξάνδρεια ημιλλάτο και αυτάς τας Αθήνας που ήταν τότε πόλις πασών των επιστημών και των τεχνών. Όποιος ήθελε να μετεκπαιδευθεί στα γράμματα ήρχετο εις τας Αθήνας. Όπως έφτασε εκεί ένας άλλος μεγάλος, ο Μέγας Βασίλειος ή ακόμη ένας Γρηγόριος Θεολόγος. Εντούτοις, ο Μέγας Αθανάσιος δεν έφτασε ποτέ εις τας Αθήνας. Η Αλεξάνδρεια τού ήτο επαρκής.

"Διωγμοὺς ἐκαρτέρησας, καὶ κινδύνους ὑπέμεινας θεορρῆμον Ἀθανάσιε"!






Σὲ κάθε μεγάλη ἑορτὴ τῶν Ἁγίων ἐκείνων ποὺ ἔζησαν σὲ καιροὺς αἱρέσεων, διαπιστώνουμε τὴν τεράστια ἀπόσταση ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ αὐτούς. Τὰ Συναξάριά τους καὶ τὰ τροπάριά τους μᾶς πληροφοροῦν καὶ μᾶς διδάσκουν, μὲ ποιόν τρόπο ἀντιμετώπισαν νικηφόρα τὶς αἱρέσεις.
Στὴ συνέχεια, παραθέτουμε λίγα τροπάρια ἀπὸ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὸν Ὄρθρο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τοῦ ὁποίου σήμερα ἑορτάζουμε τὴν ἀνακομιδῆ τοῦ ἱεροῦ Λειψάνου, στὰ ὁποῖα φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ Ἅγιος δὲν ἀδιαφόρησε (ὡς οἱ πλεῖστοι τῶν συγχρόνων Ποιμένων), ἀλλὰ ἀγωνίστηκε σκληρὰ ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τῆς ἐποχῆς του.
Πρὸς τοῦτο ὑπέστη «διωγμούς, ὑπέμεινε κινδύνους» προκειμένου νὰ ἐκδιώξει τὴν ἀρειανικὴ «πλάνη» καὶ νὰ «διασώσει» τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν «ἀσέβεια» τῆς αἱρέσεως.
Δυστυχῶς οἱ σύγχρονοι Ποιμένες γι’ αὐτὸ θὰ κριθοῦνε, διότι τίποτα ἀπὸ αὐτὰ δὲν κάνουν. Ἔχουν ἀφήσει τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας στὰ χέρια τῶν αἱρετικῶν, γιατὶ εἶναι «μισθωτοὶ ποιμένες» καὶ δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ τὰ πρόβατα τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ, δὲν θέλουν νὰ διωχθοῦν γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιό του, ἀλλὰ ἐνδιαφέρονται μόνο γιὰ τὸ δεσποτικό τους θρόνο.
Διωγμοὺς ἐκαρτέρησας, καὶ κινδύνους ὑπέμεινας, θεορρῆμον Ὅσιε Ἀθανάσιε, ἕως τὴν πλάνην ἐξώρισας, Ἀρείου τὴν ἄθεον, καὶ τὴν ποίμνην τῆς αὐτοῦ, ἀσεβείας διέσωσας, ὁμοούσιον, τῷ  Πατρὶ δογματίσας τὸν Υἱόν τε, καὶ τὸ Πνεῦμα ὀρθοδόξως, ἱερουργὲ ἱερώτατε.
στραπαῖς τοῦ κηρύγματος, τοὺς ἐν σκότει ἐφώτισας, καὶ τὴν πλάνην ἅπασαν ἀπεδίωξας, προκινδυνεύων τῆς πίστεως, στερρὲ Ἀθανάσιε, ὡς ποιμὴν ἀληθινός, ὡς ἑδραίωμα ἄσειστον, παναοίδιμε, τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας· διὰ τοῦτο, συνελθόντες σε τιμῶμεν, μελῳδικῶς ἀγαλλόμενοι.
σπερ ἄστρον ἄδυτον, καὶ μετὰ πότμον, σῶν δογμάτων λάμψεσι, φωταγωγεῖς διὰ παντός, τῶν Ὀρθοδόξων τὸ πλήρωμα, ἱερομύστα σοφὲ Ἀθανάσιε.
Ταῖς ἀστραπαῖς τῶν λόγων σου Ἱεράρχα, τὴν τυφλὴν ἠμαύρωσας τοῦ Ἀρείου διδασκαλίαν, γενόμενος ὀφθαλμὸς τῶν πιστῶν.
Πύργος φανεὶς Μακάριε ἀκατάβλητος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, πάσας τοῦ Ἀρείου, μηχανουργίας διεσάθρωσας. 
Τῆς Χριστοῦ ἀπεδίωξας, νοητοὺς λύκους Πάνσοφε, Ἐκκλησίας σκίμπωνι τῶν δογμάτων σου, καὶ ταύτην κύκλῳ ἐτείχισας, λόγων ὀχυρώμασι, παραστήσας τῷ  Χριστῷ, ἀσινῆ καὶ ἀλώβητον· ὃν ἱκέτευε, ἐκ φθορᾶς καὶ κινδύνων λυτρωθῆναι, τοὺς ἐν πίστει ἐκτελοῦντας, τὴν ἀεισέβαστον μνήμην σου.