Πάντοτε ὅταν γίνεται δημόσιος ἔλεγχος προσώπων σπεύδουν πολλοὶ νὰ κατηγορήσουν τοὺς ἐλέγχοντες ὡς συκοφάντες, μειώνοντας ἔτσι καὶ τὴν προσωπικότητα καὶ τὴν ὀρθότητα τῶν ἐπιχειρημάτων ὅποιου ἐλέγχει. Γι΄ αὐτὸ τὸν λόγο πρέπει νὰ ξανατονιστεῖ ὅτι:
Συκοφαντία σημαίνει ψευδὴς πληροφορία ἢ κατηγορία ἐναντίον κάποιου καὶ ἐκτὸς ἀπὸ ποινικὸ ἁμάρτημα εἶναι πράγματι καὶ βαρύτατη ἁμαρτία. Ἂν ὅμως ἡ κατηγορία εἶναι ἀληθινὴ καὶ μάλιστα ἐκφράστηκε δημόσια, ἐπειδὴ καὶ τὸ παράπτωμα ἔγινε ἢ ἐκφράστηκε δημόσια, τότε ἡ κατηγορία δὲν ἀποτελεῖ συκοφαντία, ἀλλὰ ἔλεγχο κατὰ τό χρυσοστομικό «τα δημοσίως λεγόμενα πρέπει δημοσίως νὰ ἐλέγχονται». Γι΄ αὐτὸ πρέπει πολὺ νὰ προσέχουμε, πότε ἀσκοῦμε ἔλεγχο καὶ ἂν ὁ ἔλεγχος αὐτὸς εἶναι καλοπροαίρετος πληρεὶ δηλαδὴ τὰ ἐπιτρεπτὰ κριτήρια.
Ὅταν πρόκειται γιὰ θέματα προσωπικοῦ βίου τότε πράγματι ὁ δημόσιος ἔλεγχος ἀποτελεῖ ἁμάρτημα. Ὅταν ὅμως πρόκειται γιὰ θέματα Πίστεως, κατάχρησης ἐξουσίας μὲ μεγάλη πιθανότητα βλάβης τῶν συνανθρώπων, τότε ὁ ἔλεγχος ὄχι μόνο ἁμάρτημα δὲν εἶναι, ἀλλὰ καθῆκον τοῦ κάθε ἀνθρώπου, πόσω μᾶλλον τοῦ κάθε πιστοῦ.




