«Ἔλεγξε τὸν ἀδελφό, δέξου αὐτὴν τὴν ἔχθρα γιὰ τὴν πρὸς τὸν Χριστόν ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πρὸς αὐτὸν ἀγάπη» (ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ΕΠΕ τόμ. 21, ὁμιλία ΙΗ΄ στὴν πρὸς Ἐφεσίους σελ. 138 (ε΄ 5f).
Ἔχει τονιστεῖ οὐκ
ὀλίγες φορές, ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς κύριους λόγους ἐπικράτησης τῆς αἱρέσεως καὶ τῆς
ἀδυναμίας ἀποτελεσματικοῦ ἀγῶνος εἶναι ἡ δημιουργία καὶ ἡ διάδοση σύγχυσης καὶ ἡ
παρουσίαση τῆς ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ δοκοῦν, ἂνευ κάποιας ἁγιοπατερικῆς
ἀποδείξεως.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους
ποὺ συμβάλλουν στὴν συνέχιση τῆς σύγχυσης εἶναι ὁ κ. Σαραντίδης, ποὺ δυστυχῶς
παρὰ τὶς τόσες ἀναιρέσεις τῶν συχνῶν δογματικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν λαθῶν του,
συνεχίζει μὲ περίσσεια ἔπαρση νὰ κάνει τὰ ἴδια λάθη, καθὼς οὔτε οἱ πνευματικοὶ ὁδηγοί
του τὸν διορθώνουν, οὔτε τὰ ἱστολόγια ποὺ τὸν δημοσιεύουν προβαίνουν ἔστω καὶ σ’
ἕναν στοιχειώδη ἔλεγχο πρὸς βοήθεια τοῦ συγγραφέως. Ἔτσι συνέγραψε πάλι κείμενο
μὲ τὸν βαρύγδουπο τίτλο «Διευκρινήσεις - Μετά μίαν καί δευτέραν δεκαετίαν ἁπλά
πρός μή σκεπτομένους καί ἀκηδείς» (ἐδῶ).
Ἂν φυσικὰ τὸ
κείμενο περιεῖχε μόνο τὶς ὕβρεις καὶ τὴν ἐπαρμένη δοκησισοφία τοῦ γράφοντος (γράφει
ὄχι γιὰ πρώτη φορὰ π.χ. «Ἀλλὰ ἡ βλακεία περίσσεψε… σὰν νὰ ὁμιλεῖς
σὲ μωρά») δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος ἀπάντησης.
Τὸ κείμενο του ὅμως
ποὺ γιὰ μία ἀκόμα φορὰ στερεῖται παντελῶς πατερικῶν ἀποδείξεων (συνήθεια τοῦ
συγραφέως) τῶν ὅσων τραγικῶν ὑποστηρίζει ὁ κ. Σαραντίδης, περιέχει καὶ
κακοδοξίες ποὺ προωθοῦν τὴν σύγχυση τοῦ συγχυσμένου ἀρθρογράφου στὸ ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστὲς
ἤδη συγχυσμένο ποίμνιο. Καὶ γίνομαι πιὸ σαφής:
Γράφει ὁ κ.
Σαραντίδης:
«ἡ διακοπὴ μνημόνευσης ἀφορᾷ
ρασοφόρους ἱερωμένους. Γιὰ τοὺς λαϊκοὺς λέγεται διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς
κοινωνίας». Εἶναι νὰ ἀπορεῖ κάποιος μὲ τὴν ἐπιμονὴ
τοῦ κυρίου αὐτοῦ νὰ ἀναιρεῖ τὴν Ἐκκλησία καὶ ὅσους αὐτὸς ὑποστηρίζει.
Δὲν ὑπάρχει, κ.
Σαραντίδη, διαφορὰ οὔτε μεταξὺ τῶν δύο ὅρων οὔτε μεταξὺ λαϊκῶν καὶ ἱερέων στὸ
θέμα τῆς μνημόνευσης.
Ὅσον ἀφορᾶ τὸ
πρῶτο:
Γράφει ὁ π.
Θεόδωρος στὸ ἄρθρο του «Ἀποτείχιση ἀπὸ τὴν αἵρεση καὶ ὄχι ἀπὸ τὴ Ἐκκλησία» μιλώντας γιὰ τὸν 15ο Κανόνα: «ὁ ὅρος “ἀποτείχιση”, ἐνῶ εἶναι
ὀρθὸς καὶ κανονικός, δημιουργεῖ παρεξηγήσεις... καὶ πρέπει ἀντὶ αὐτοῦ νὰ
χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος “Διακοπὴ κοινωνίας” καὶ καλύτερα “Διακοπὴ
μνημοσύνου”... Τό “μνημονεύοντες” καὶ “μὴ μνημονεύοντες”
ταιριάζει καὶ σήμερα».
Καὶ στὴν ἀποτείχισή
του (ἐδῶ)
τόνισε ὁ π. Θεόδωρος: «Ὅλα αὐτὰ ἰσχύουν ὑπὸ τὴν ἀπαραίτητη προϋπόθεση ὅτι ὁ ἐπίσκοπος
ὀρθοδοξεῖ, ὅτι ὀρθοτομεῖ τὸν λόγο τῆς ἀλη-θείας, ὅτι δὲν κηρύσσει αἵρεση. Ὅταν
κηρύσσει αἵρεση, διακόπτουμε κάθε σχέση μαζί του καὶ κοινωνία καὶ
δὲν τὸν μνημονεύουμε στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες. Πῶς θὰ τὰ ἀνεχθεῖ αὐτὰ ἡ ὀρθόδοξη
ψυχὴ καὶ δὲν θὰ διακόψει τὴν κοινωνία πρὸς αὐτοὺς ποὺ μνημονεύουν
καὶ δὲν θὰ τοὺς θεωρήσει ὡς καπήλους καὶ ἐκμεταλλευτὲς τῶν θείων; οἱ Ἁγιορεῖτες
Πατέρες ἐξηγοῦν γιὰ ποιό λόγο μνημονεύουμε τὸ ὄνομα τοῦ ἀρχιερέως κατὰ τὴν Θεία
Λειτουργία. Αὐτὸ γίνεται, ὄχι γιατὶ χωρὶς τὴν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως
δὲν ἐπιτελεῖται τὸ μυστήριο, κατὰ τὴν σφαλερὴ γνώμη μερικῶν συγχρόνων, ἀλλὰ γιὰ
νὰ φανεῖ ἡ «τέλεια συγκοινωνία», ἡ ταυτότητα πίστεως τοῦ μνημονεύοντος καὶ τοῦ
μνημονευομέν.
Τί λένε οἱ Ἁγιορεῖτες
Πατέρες στὴν γνωστὴ ἐπιστολή τους στὸν αὐτοκράτορα Μιχαήλ (Ἐπιστολὴ ὁμολογητικὴ
τῶν Ἁγιορειτῶν πρὸς τὸν βασιλέα Μιχαὴλ Παλαιολόγον, ἐν V. Laurent – J.
Darrouzes, Dossier Grec, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 397-399. Αὐτόθι, σελ. 399); «Ἄνωθεν γὰρ ἡ τοῦ Θεοῦ ὀρθόδοξος
ἐκκλησία τὴν ἐπὶ τῶν ἀδύτων ἀναφορὰν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως συγκοινωνίαν
τελείαν ἐδέξατο τοῦτο· γέγραπται γὰρ ἐν τῇ ἐξηγήσει τῆς θείας
λειτουργίας ὅτι ἀναφέρει ὁ ἱερουργῶν τὸ τοῦ ἀρχιερέως ὄνομα, “δεικνύων καὶ τὴν
πρὸς τὸ ὑπερέχον ὑποταγὴν καὶ ὅτι κοινωνὸς αὐτοῦ τῆς πίστεως καὶ τῶν
θείων μυστηρίων διάδοχος».
Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγ. Θεόδωρος
(1230 μ.Χ.), ἐπίσκοπος Ἀνδίδων γράφει (Προθεωρία κεφαλαιώδης περὶ τῶν ἐν τῇ Θείᾳ
Λειτουργίᾳ γινομένων συμβόλων καὶ μυστηρίων 32, PG 140, 460-461): «Εἶτα ἡ ἐκφώνησις·
Ἐν πρώτοις μνήσθητι Κύριε τοῦ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν· ἀφ᾽ ἧς δείκνυται ὑποταγὴ ἡ πρὸς
τὸ ὑπερέχον καὶ ὅτι τούτου μνημονευομένου τοῦ ἀρχιερέως κοινωνός ἐστι καὶ
ὁ προσφέρων τῆς πίστεως καὶ τῆς παραδόσεως τῶν μυστηρίων διάδοχος, ἀλλ᾽ οὐχὶ
καινὸς τις μύστης ἢ εὑρετὴς τῶν παρ᾽ αὐτοῦ προσφερομένων συμβόλων».
Στὰ δὲ πορίσματα
Πορίσματα τοῦ μεγάλου Διορθοδόξου Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου πού ὀργάνωσαν στήν
Θεσσαλονίκη τό 2004 τό «Τμῆμα Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας», τῆς
Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ. καί ἡ «Ἑταιρεία Ὀρθοδόξων Σπουδῶν» γίνεται ἡ
σύγχυση τοῦ κ. Σαραντίδη ξεκάθαρη:
«ὁ ἐπιβεβλημένος σωτήριος,
κανονικός καὶ ἁγιοπατερικός δρόμος τῶν πιστῶν, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, εἶναι ἡ ἀκοινωνησία, ἡ
διακοπή δηλαδὴ τοῦ μνημοσύνου τῶν ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι καθίστανται
συνυπεύθυνοι καὶ συγκοινωνοί τῆς αἱρέσεως καὶ τῆς πλάνης».
Κλείνω τὶς ἀποδείξεις
μὲ τὸν Γεννάδιο Σχολάριο:
«Η πνευματική κοινωνία των
ομοδόξων, και η τελεία υποταγή προς τους γνησίους ποιμένας εκφράζεται με το
μνημόσυνο. Οι Σύνοδοι και οι άλλοι Πατέρες
ορίζουν, ότι αυτών που αποστρεφόμεθα το φρόνημα, (αυτών) πρέπει να
αποφεύγουμε και την κοινωνία» (βλ. Γενναδίου Σχολαρίου,
Γράμμα προς τους εκκλησιαστικούς... περιοδικό Ο όσιος Γρηγόριος Αγίου Όρους).
Τὰ θέματα Πίστεως κ. Σαραντίδη ἀποτελοῦν ὕψιστο θέμα σωτηρίας γιὰ ὅλους τοὺς Χριστιανούς, και ὄχι βῆμα ἐπιδείξεως κενῆς ρητορικῆς πολιτικῆς φύσεως. Εἶναι ὕψιστο ἁμάρτημα νὰ παίζει κανεὶς μὲ ψυχές, καὶ μάλιστα ὅταν τοῦ ἔχει ὑποδειχθεῖ τὸ λάθος του τόσες φορές! Διακοπὴ κοινωνίας καὶ διακοπὴ μνημόνευσης εἶναι τὸ ἴδιο καὶ γίνεται ἀπὸ κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, κ. Σαραντίδη, ὄχι ξεχωριστά, διότι ναὶ μὲν ὁ ἱερεάς μνημονεύει, ἀλλὰ εἰς τὸ ὄνομα ὅλων.

