π. Κλέοπα Ίλιε
«Τὸ δὲ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία» (Α’ Κοριν. 15,56).
«Μυρμηκολέων ὤλετο παρὰ τὸ μὴ ἔχειν βοράν» (Ἰὼβ 4,11).
Πρὶν ἀρχίσω, μὲ ὀλίγα λόγια σᾶς λέγω ἕνα παράδειγμα: Ἔχετε ἰδῆ, ὅταν κάποτε πάρη φωτιὰ ἕνα σπίτι ἤ μία θημωνιὰ ἀπὸ χόρτο ἤ ἄχυρο; Ἐὰν συμβῆ νὰ ἔχη κάποιος πρόχειρα ἐκεῖ ἕνα λέβητα νερό, μπορεῖ εὔκολα νὰ σβήση τὴν φωτιά, πρὶν αὐτὴ ἐξαπλωθῆ, ἐὰν ὅμως ἐπεκταθῆ, χρειάζεται πολὺς κόπος καὶ πολὺ νερὸ γιὰ νὰ κατασταλῆ. Μάλιστα, μερικὲς φορὲς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναχαιτισθῆ ἡ δύναμις καὶ ὁρμὴ τῆς φωτιᾶς. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἁμαρτία σὲ ἐμᾶς: Ὅταν μὲ προσοχὴ καὶ ἐπαγρύπνησι βλέπουμε τὶς πρῶτες κινήσεις τοῦ σατανᾶ γιὰ νὰ εἰσέλθη μέσα στὸν νοῦ μας ἡ πονηρὰ σκέψις καὶ ἐπιθυμία καὶ ἀντιδροῦμε νοερὰ μὲ τὴν ἐπίκλησι τοῦ Ὀνόματος τοῦ Χρίστου, ἀμέσως θά σβήση ἡ φλόγα τῆς ἁμαρτωλῆς σκέψεως καὶ θά ἀπαλλαγῆ ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία της. Ἐνῶ, ὅταν δὲν ἀγρυπνοῦμε στὸν κατάλληλο καιρὸ καὶ δὲν ἐπικαλούμεθα τὸν Θεὸ μὲ τὴν καρδιά μας, ἡ ἁμαρτία φυτρώνει στὸν νοῦ μας, αὐξάνεται, ὅπως τὸ δένδρο, καὶ μᾶς πολεμᾶ μὲ δύναμι γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήση στὴν ἀπώλεια.
Ἡ συνέχεια τοῦ λόγου μας αὐτοῦ θά ἀναφέρεται στὴν ἁμαρτία καὶ τοὺς βαθμοὺς ἐκδηλώσεως αὐτῆς.
Ἀλλὰ τί εἶναι ἁμαρτία;
