Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακρίβεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ακρίβεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς – Εν ονόματι της Εκκλησίας καμία απόκλιση, καμία εκχώρηση. Ακρίβεια!

Είναι πράγματι απορίας και λύπης άξιον, πως όλοι αυτοί (ιδίως οι αντιοικουμενιστές) που κατηγορούσαν, όσους μιλούσαν υπέρ της ακριβείας στα θέματα πίστεως ως ακραίους και παρουσίαζαν την οικονομία ως τον ενδεδειγμένο δρόμο στην σημερινή κατάσταση να δημοσιεύουν την κρυστάλλινη διδασκαλία των Αγίων και να μην λένε: Μα τί λανθασμένα πράγματα λέγαμε τόσο καιρό; Πώς αδικήσαμε τόσους ανθρώπους; Ας επανορθώσουμε αναλαμβάνοντας την ευθύνη μας.

Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε (Πόποβιτς)

 ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ «ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ

ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΚΛΙΣΗ, ΚΑΜΙΑ ΕΚΧΩΡΗΣΗ.

ΑΚΡΙΒΕΙΑ!

      Εν ονόματι της Εκκλησίας και των θεανθρωπίνων αγιασμάτων και αληθειών δεν μπορεί να λάβει χώρα κανένας συμβιβασμός. Η αποστολική και αγιοπατερική πιστότητα σε κάθε δικό της, αποτελεί τον κορυφαίο κανόνα στην σχέση μας έναντι της Εκκλησίας. Η πιστότητα σημαίνει ακρίβεια. Κανενός είδους αμαρτίες δεν επιτρέπεται να ευλογούνται, κανενός είδους πράγματα, τα οποία θα κατέλυαν την Αλήθεια, την Παν-αλήθεια της Εκκλησίας, το θεανθρώπινο είναι της, δεν πρέπει να γίνονται. Στην Εκκλησία τα πάντα είναι θεανθρώπινα: το είναι, η ζωή, τα μέσα, ο στόχος, η αθανασία, η αιωνιότητα. Εδώ δεν χωρεί καμία «οικονομία», καθαρά ανθρώπινη, ουμανιστική και χομινιστική, γιατί τούτο θα αποτελούσε αποχώρηση από την θεανθρώπινη Αλήθεια της Εκκλησίας, από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, αγιότητα, ενότητα και καθολικότητά της.

      Αυτήν την θεανθρώπινη αλήθεια και πραγματικότητα, αποστολικώς, θεόσοφα ομολογεί ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης,  ο οποίος δηλώνει: «Οι ορθόδοξοι απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε όλες τις αναγνωρισμένες Οικουμενικές Συνόδους και Τοπικές Συνόδους, όπως και τους οριζόμενους από αυτές κανόνες. Γιατί δεν είναι πλήρως, αλλά κατά το ήμισυ ορθόδοξος εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,25, PG99,989Α]. «Υπάρχουν οι θείοι νόμοι και κανόνες, που καθοδηγούν τον κάθε ευσεβή άνθρωπο, σε αυτούς δεν πρέπει να προσθέσουμε, ούτε και να αφαιρέσουμε κάτι»[ Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,27, PG99,996Α]. Υποστηρίζοντας την ομολογιακή του μάχη, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει: «Δεν είμαστε έκπτωτοι της Εκκλησίας του Θεού. Αν και υπόλογοι για πολλές άλλες αμαρτίες, εντούτοις αποτελούμε ένα σώμα με αυτήν –την Εκκλησία- ανατραφήκαμε με τα θεία δόγματα και πασχίζουμε να τηρήσουμε τους κανόνες και τις διαταγές της»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,28, PG99,997D].

                      Η  ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

    «Είμαστε κατά πάντα ορθόδοξοι, απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε κάθε αναγνωρισμένη σύνοδο οικουμενική και τοπική, και τηρούμε με ακρίβεια τους προβλεπόμενους από αυτές κανόνες και διατάξεις.

Γλωσσικὴ αὐθεντικότης καὶ Δογματικὴ ἀκρίβεια εἰς τὴν Λατρείαν

 

Γλωσσικὴ αὐθεντικότης καὶ Δογματικὴ ἀκρίβεια εἰς τὴν Λατρείαν

Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου

  Ἡ γλώσσα τῆς λατρείας ἀποτελοῦσε ἀνέκαθεν ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ πολυσυζητημένα ζητήματα στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἰσορροπώντας ἀνάμεσα στὴν ἀνάγκη γιὰ πνευματικὴ κατανόηση καὶ τὸν σεβασμὸ πρὸς τὴν ἱερὴ παράδοση. Στὸ ἐπίκεντρο αὐτοῦ τοῦ διαλόγου βρίσκεται τὸ ἐρώτημα: Γιατί ἡ Ἐκκλησία ἐπιμένει στὴν χρήση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς —συγκεκριμένα τῆς ἑλληνιστικῆς κοινῆς— ἔναντι τῆς νέας ἑλληνικῆς, τὴν ὁποία μιλᾶ καὶ ἀντιλαμβάνεται ἄμεσα ὁ σύγχρονος πιστός;

  Ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ δὲν εἶναι τυχαία, οὔτε πηγάζει ἀπὸ μιὰ ἁπλὴ ροπὴ πρὸς τὸν συντηρητισμό. Ἀντιθέτως, ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλώσσα μεταφέρει ἕνα τεράστιο πνευματικὸ καὶ πολιτισμικὸ φορτίο, λειτουργώντας ὄχι μόνο ὡς μέσο ἐπικοινωνίας, ἀλλὰ καὶ ὡς φορέας δογματικῆς ἀκρίβειας καὶ αἰσθητικοῦ κάλλους.

  Ἡ Καινὴ Διαθήκη γράφτηκε στὴν ἑλληνιστικὴ κοινή, τὴν γλώσσα ποὺ μιλοῦσαν καὶ ἔγραφαν τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων, ἐνῶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη καθιερώθηκε στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση μέσῳ τῆς Μεταφράσεως τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄), ἡ ὁποία ἐπίσης ἀνήκει σὲ αὐτὴν τὴν γλωσσικὴ περίοδο. Ἡ διατήρηση αὐτοῦ τοῦ ἰδιώματος στὴ Θεία Λειτουργία δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐμμονὴ στὸν τύπο, ἀλλὰ μιὰ πράξη πνευματικῆς αὐθεντικότητας.

Ένα εύστοχο και ξεκάθαρο σχόλιο

Εννοεί τον Μόρφου η Φαίη; Όποιον όμως κι αν εννοεί, το σχόλιο της είναι εύστοχο και ξεκάθαρο.

Κάποιοι έχετε κάνει την Εκκλησία τσιφλίκι σας.

       

σ.σ. Δεν μπορεί να λες ότι θα γίνει μία μελλοντική Σύνοδος που θα αποκαταστήσει τα πάντα στην Εκκλησία κι εσύ που το λες να συμπροσεύχεσαι με αιρετικούς! Καταλαβαίνεις τί λες; Μα αν είναι να το κάνει αυτό μία μελλοντική -Ορθόδοξη όχι γιαλαντζί- Σύνοδος τότε θα πρέπει να καθαιρέσει κι εσένα που συμπροσεύχεσαι με τους αιρετικούς, κόντρα στους Κανόνες της Εκκλησίας. Και μην μας λες ότι έχουμε κάνει τους Κανόνες της Εκκλησίας κανόνια. Εσείς τους έχετε κάνει κουρέλια, νομίζοντας ότι η Εκκλησία είναι τσιφλίκι σας να κάνετε ό,τι θέλετε επειδή έχετε το επισκοπικό αξίωμα.

Φίλος μεν ο Χριστός φίλτατος δε ο γέρων


Ἡ σημερινὴ θλιβερὴ κατάσταση καὶ οἱ θεραπευτικὲς συμβουλὲς τοῦ Μ. Βασιλείου

Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

Ἂν μελετήσει κάποιος τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς ἀγῶνες Της ἐνάντια στὶς αἱρέσεις, θὰ παρατηρήσει, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀγῶνες –ἀνεξαρτήτως χρόνου, τόπου καὶ προσώπων– εἶχαν ὡς κοινὰ χαρακτηριστικὰ τὴν προσεκτικὴ μελέτη καὶ ἐφαρμογὴ τῆς προφορικῆς καὶ γραπτῆς Ἱερᾶς Παράδοσης μας, τὴν ἀπολυτότητα τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας, τὴν συμφωνία τῶν ἑκάστοτε ἀγωνιστῶν μὲ τὴν διδασκαλία ὅλων τῶν Ἁγίων Πατέρων ὡς ἀσφαλῶν ὁδοδεικτῶν γιὰ τὴν ἀποφυγὴ λαθῶν καὶ λοξοδρόμησης ἀπὸ τὸν ἀσφαλῆ δρόμο.

Ὅσον ἀφορᾶ τὸ θέμα τῆς Ἀληθείας δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἀποκεκαλυμμένη Ἀλήθεια εἶναι ἀπόλυτη καὶ ἀκέραιη. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας Προφήτης, οὔτε ἕνας Ἀπόστολος, οὔτε ἕνας Ἅγιος, ὁ ὁποῖος ἔκανε συμβιβασμοὺς στὸ θέμα τῆς Ἀληθείας. Ἀντιθέτως ὑπέφεραν, βασανίστηκαν, διώχθηκαν, θυσιάστηκαν ἐξ αἰτίας τῆς πλήρους ἀφοσιώσεώς τους σὲ αὐτήν, δηλ. ἀκριβῶς στὴν ἀπολυτότητα καὶ στὴν ἀκεραιότητα τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀληθείας. Ἔτσι τὴν παρελάβαμε κι ἐμεῖς σήμερα ἀπόλυτη καὶ ἀκέραιη καὶ ἀγωνιζόμαστε νὰ τὴν διατηρήσουμε ἀκριβῶς ὅπως τὴν παρελάβαμε.

Δυστυχῶς ὅμως ἐνῶ ἰσχυριζόμαστε ὅτι ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴν Ἀλήθεια ἀφήνουμε τὰ ἄλλα δύο χαρακτηριστικά, τὴν μελέτη τῆς Ἱ. Παραδόσεως καὶ τὴν συμφωνία μὲ τοὺς ἁγ. Πατέρες, ἀνεκμετάλλευτα καὶ ἔτσι, στερούμενοι τῶν ἀσφαλῶν ὁδοδεικτῶν, τείνουμε νὰ ἀποτύχουμε καὶ στὴν ὑπεράσπιση τῆς ἴδιας τῆς Ἀληθείας. Ἀκολούθως τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ ἐπικρατοῦν σήμερα εἶναι: διαμάχη, ἀντιγνωμία, ἄρνηση τοῦ ἐλέγχου, μυστικότητα, αὐθαιρεσία ἐνεργειῶν καὶ ἀποφάσεων, καπήλευση νοημάτων, ὅρων καὶ τίτλων, ἐμπάθεια, ἔπαρση καὶ πρωτοκαθεδρίες. Τὸ χειρότερο μάλιστα εἶναι ὅτι ἀντὶ νὰ μεριμνοῦμε γιὰ ὅλο τὸν ὀρθόδοξο κόσμο ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε σκανδαλιζόμενη καὶ σὲ κίνδυνο βρισκόμενη ψυχή ξεχωριστά, οἱ προσπάθειες μας ἀναλώνονται στὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἡμετέρων καὶ στὴν αὐτοδικαίωση καὶ αὐτοπροβολὴ ὡς αὐθεντία καὶ στὴν δῆθεν μίμηση τῶν ἁγίων, ποὺ κάθε ἄλλο παρὰ μίμηση εἶναι διότι «Τοιαῦτα τῶν ἁγίων τὰ σπλάγχνα, μὴ τὰ ἑαυτῶν μεριμνῶν μόνον, ἀλλ’ ὥσπερ περὶ μιᾶς οἰκίας, τῆς οἰκουμένης, ἢ σώματος ἑνός, τοῦ τῶν ἀνθρώπων πλήθους, οὕτω παρακαλεῖν τὸν Θεόν» (Ἰ. Χρυσοστόμου, Εἰς Θ΄ Ψαλμ. 8, ΕΠΕ 490-492 – MPG 55, 134). Ἡ προώθηση τῆς γεροντολατρείας, ποὺ ὁμολογουμένως ἔχει ἀναδειχθεῖ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ δεκανίκια τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁμολογουμένως, παρόλα αὐτά, προωθεῖται ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους ρασοφόρους, μᾶς ἔχει θολώσει τὰ μυαλά. Φθάσαμε πιὰ νὰ ἀλλάζουμε τὶς ἀναλογίες καὶ ἀδιακρίτως πλὴν σαφῶς νὰ πρεσβεύουμε φίλος μὲν ὁ Χριστὸς φίλτατος δὲ ὁ γέρων.

Μία ακόμα υπενθύμιση για την εποχή μας, στην οποία η Οικονομία βαπτίστηκε ακρίβεια, η δε Ακρίβεια θεωρείται κατάλοιπο του χρόνου.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


π. Αθανάσιος Μυτιληναίος- Η ακρίβεια στην πίστη στο ήθος (Κυριακή Αγίων Πατέρων Δ’ Οικουμενικής Συνόδου)

 


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«Η ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΗΘΟΣ»

[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 18-7-1999] (Β402)   [Β΄έκδοσις]    

    Σήμερα η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, τιμά τους Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Ένα γνώρισμα των Πατέρων, είτε εν Συνόδω είτε εκτός Συνόδου, ήταν πάντοτε η ακρίβεια εις την διατύπωση των όρων της πίστεως και του ήθους. Και τούτο γιατί εγνώριζαν την αξία και την σημασία της ακριβείας. Είναι γνωστή η περίπτωσις μεταξύ των όρων του Μεγάλου Αθανασίου «ὁμοιούσιος» και «ὁμοούσιος». Καβγάς ολόκληρος. Αλλά ήταν ουσιώδης καβγάς. Άλλο είναι ο «ὁμοιούσιος», δηλαδή ο Υιός προς τον Πατέρα και άλλο είναι ο «ὁμοούσιος». Άλλο είναι να πω άργυρος και άλλο είναι να πω ψευδάργυρος. Το ίδιο είναι; Έτσι, λοιπόν, οι Πατέρες έμεναν πάντοτε εις την ακρίβειαν. Ακριβολογούσαν. Και η ακρίβεια εις το δόγμα, δίδει ακρίβεια και εις το ήθος, την πνευματική ζωή. Γι΄αυτό η Εκκλησία μας σήμερα, Κυριακή των Αγίων Πατέρων της, όπως σας είπα, της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, εξέλεξε κατάλληλη ευαγγελική περικοπή, όπως ακούσαμε, για να τονιστεί η αξία της ακριβείας.

     Ο Κύριος Ιησούς είπε εκείνον τον βαρυσήμαντο λόγο: «Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν (:σας βεβαιώνω), ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ  -α, θα παρέλθει λοιπόν ο ουρανός και η γη…- (:έως ότου περάσει ο ουρανός και η γη), ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται». Και όλο αυτό σημαίνει την ακρίβεια της προφητείας δια την πραγμάτωσή της σε ό,τι αφορούσε στο πρόσωπον του Ιησού Χριστού, αλλά και του νόμου Του και συνεπώς την ακρίβεια και του γράμματος και του πνεύματος της Γραφής. Το «ἰῶτα » ή «ἰώδ» ή «γιοντ», είναι το πιο μικρό γράμμα του εβραϊκού αλφαβήτου. Θα ξέρετε ότι αυτό το γιοντ, έτσι το λέμε, το χρησιμοποιούμε ως φανταστικόν αριθμόν εις την Άλγεβρα. Θα το ξέρετε αυτό. Αυτό είναι το γιοντ που λέμε εις την Άλγεβρα. Κάτι ανάλογο με την ελληνικήν υπογεγραμμένην. Δηλαδή κάτι πολύ μικρό. Κεραία δε, που είπε ο Κύριος «ιώτα ἓν ή μία κεραία δεν θα  περάσει, δεν θα χαθεί αλλά θα πραγματοποιηθούν όλα» είναι σημείον του εβραϊκού αλφαβήτου, όπως είναι η απόστροφος, όπως είναι το κόμμα ή στο ελληνικό αλφάβητο είναι ο τόνος. Κάτι πολύ λίγο, κάτι πολύ μικρό. Και θέλει να εκφραστεί το ελάχιστον της Γραφής απ’ ό,τι περιέχει. Η Γραφή ζητά να την προσέξομε. Με ακρίβεια. Γιατί η απουσία της ακρίβειας οδηγεί σε σφάλματα, κάποτε κυριολεκτικώς κεφαλαιώδη.

Στην Ελλάδα θα πήγαιναν στους ναούς των σχισματικών κατ’ «Οικονομία», διότι θα έλεγαν, ότι χωρίς εκκλησιασμό μένουμε εκτός Εκκλησίας. Όσοι δεν εκκλησιάζονται είναι ακραίοι, θα έλεγαν.

Ουκρανία - Οι πιστοί του χωριού Γιουρκοβτσί: Μείναμε χωρίς εκκλησία, αλλά μείναμε πιστοί στον Θεό

Η κοινότητα της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο χωριό Γιουρκοβτσί. Φωτογραφία: screenshot από βίντεο t.me/orthobuk

Οι πιστοί του χωριού Γιουρκοβτσί: Μείναμε χωρίς εκκλησία, αλλά μείναμε πιστοί στον Θεό

Της Ελένα Γιούφερεβα

Στo Γραφείο της Επαρχίας εκφράζουν την πεποίθηση ότι χάρη σε τέτοιους πιστούς, όπως αυτοί στο χωριό Γιουρκοβτσί, η Ουκρανία έχει ακόμα ελπίδα για το μέλλον.

Οι πιστοί του χωριού Γιουρκοβτσί της Περιφέρειας Τσερνοβτσί ετοίμασαν βιντεομήνυμα, στο οποίο δήλωσαν ότι έμειναν χωρίς εκκλησία, αλλά έμειναν πιστοί στον Θεό.

Το συγκεκριμένο βιντεομήνυμα το δημοσίευσαν στο λογαριασμό της επαρχίας Τσερνοβτσί στο telegram.

«Σήμερα έχουμε την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, και χτες μας άρπαξαν το ναό. Πάρα πολλοί πιστοί μας υπέφεραν από αυτούς που είχαν έρθει με λοστούς και γωνιακούς τροχούς και που είναι κυριευμένοι από κακά πνεύματα. Μας έδιωξαν από το ναό μας, ξυλοκόπησαν τους πιστούς μας, υποτίμησαν τα παιδιά μας. Όμως, δεν μπορούν να καταστρέψουν την πίστη μας. Μείναμε πιστοί στην Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία και στον Μακαριώτατο Ονούφριο. Σήμερα τελέσαμε τη Θεία Λειτουργία, εδώ, όπου για πάνω από εκατό χρόνια στεκόταν ο ναός του Θεού. Βλέπετε πόσοι άνθρωποι έμειναν πιστοί στην ΟΟΕ. Χριστός Ανέστη!» – ανέφεραν χαρακτηριστικά οι πιστοί του χωριού Γιουρκοβτσί.

Γιὰ ὅσους βρίσκουν ἐπανειλημμένα προφάσεις καὶ ξέχασαν τὴν διδαχή,

ὅτι μολυνόμαστε, ὅταν  ἐπικοινωνοῦμε
μὲ Οἰκουμενιστὲς  Ἐπισκόπους καὶ ἡ ἀπραξία σημαίνει συμμετοχὴ στὸ ἔγκλημα κατὰ τῆς Πίστεως!!!
π. Θεόδωρος Ζήσης:
  "Μόνο νὰ μὴ μιανθοῦμε (σσ. λεξικὸ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας: μιαίνω/μιαίνομαι σημ. μολύνω/μολύνομαι ἰδίως ἀπὸ θρησκευτικῆς ἄποψης) ἀπὸ τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Παπισμὸ καὶ Οἰκουμενισμό, μὲ τοὺς φιλοπαπικοὺς καὶ οἰκουμενιστὰς Ὀρθοδόξους. Παπισμὸς καὶ Οἰκουμενισμὸς εἶναι αἱρέσεις πολὺ πιὸ ἐπικίνδυνες, ἀπὸ τὸν Ἀρειανισμό(!) γιατὶ ἀναιροῦν τὸ σύνολο τῶν δογμάτων τῆς πίστεως"!
Καὶ ρωτοῦσε:
"Μέχρι πότε ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ θὰ ἐπιτρέπουμε τὰ ἄλογα κτήνη, τοὺς αἱρετικούς, νὰ λακτίζουν καὶ νὰ μιαίνουν τὰ Ἱερὰ καὶ τὰ Ἅγια τῆς Ὀρθοδοξίας;
Ὅσο ἀπρακτοῦμε καὶ βρίσκουμε διάφορες προφάσεις πνευματικοφανεῖς, τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως θὰ ἵσταται ἐν τόπῳ ἁγίῳ". (ἐδῶ)

«Αντι-Οικουμενιστικές» ...ταχυδακτυλουργίες!


Ἱεροκανονικὴ ἢ ἀλλότρια τῶν Ἁγίων διακοπὴ μνημονεύσεως;

 

Του Παναγιώτη Σημάτη

 

Νομίζω, εἶναι κατανοητὸ στοὺς πολλούς, ὅτι ἡ κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖται σὲ ἀδελφοὺς καὶ πατέρες γιὰ τὸν τρόπο ποὺ ἀγωνίζονται κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δὲν ἔχει σκοπὸ οὔτε νὰ διχάσει οὔτε νὰ καταδικάσει. Ἀντιθέτως σκοπὸ ἔχει νὰ ἐπισημάνει τὴν ἀπόκλισή τους ἀπὸ τὴν ἁγιοπατερική μας Παράδοση καὶ ἔτσι ‒ἂν δὲν θελήσουν νά τὸ κατανοήσουν καὶ νὰ τὸ διορθώσουν‒ νὰ ἀποτρέψει τοὺς πιστοὺς νὰ ἀκολουθήσουν τὴν ἐσφαλμένη διδασκαλία τους.

Μακάρι, ὅπως σημειώθηκε, νὰ ἐλάμβαναν τὴν κριτικὴ καὶ αὐτοὶ οἱ πατέρες ὑπ' ὄψιν. Ἀλλὰ ἡ μέχρι τώρα ἐμπειρία καταδεικνύει, ὅτι ὄχι μόνο δὲν τὴν λαμβάνουν ὑπ' ὄψιν, ὄχι μόνο δὲν δέχονται τὴν ἰδέα γιὰ μιὰ Σύναξη τῶν ἀποτειχισμένων ‒στάση ἀκατανόητη καὶ ξένη στὴν ἐκκλησία‒ γιὰ διευθέτηση τῶν διαφορῶν, ἀλλὰ ἀντίθετα σκληραίνουν τίς θέσεις τους καὶ ἐφευρίσκουν νέες ἀντιπατερικὲς θέσεις, κατασκευάσματα τοῦ μυαλοῦ τους. Καὶ ἔτσι, ὅπως θὰ δοῦμε καὶ παρακάτω, ἐνῶ θέλουν νὰ κρατοῦν ἀνοιχτὲς γέφυρες μὲ τοὺς μή ἀποτειχισμένους, κλείνουν κάθε γέφυρα ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς ἀποτειχισμένους!

Πρόσφατα παρουσιάσαμε τὶς ἐξωφρενικὲς θέσεις τοῦ π. Ἄγγελου Ἀγγελακόπουλου (ἐδῶ κι ἐδῶ). Σήμερα θὰ δοῦμε τὶς θέσεις τοῦ μ. Σεραφεὶμ Ζήση. Πρόκειται γιὰ παρέμβασή του κατὰ τὴν ὁμιλία τοῦ π. Θ. Ζήση (ἐδῶ/), γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐπικαιρότητα, ὁ ὁποῖος συμφώνησε μὲ ὅσα εἶπε ὁ μ. Σεραφεὶμ. Ξεκίνησε μὲ μιὰ ὀρθὴ παρατήρηση ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ αὐτὴν πέρασε σὲ ὀρθολογικὰ ἐπιχειρήματα.  Εἶπε:

Ἡ Κατάνυξη ἔχει μετατρέψει τήν Οἰκονομία σέ Ἀκρίβεια

 


Ἀπὸ τὴν «Ἐπίσημη δήλωση τῆς "Κατάνυξης"», μὲ τὴν ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ διορθώσει ἕνα «Θανάσιμο λάθος» της, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ Κατάνυξη, καὶ ὁ π. Θ. Ζήσης ‒ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο‒ ἔχουν μετατρέψει τὴν Οἰκονομία σὲ Ἀκρίβεια.

Ἄν καὶ δίδασκαν ὅτι ἡ Οἰκονομία κρατάει λίγο καιρὸ γιὰ τὴν ἐνημέρωση τῶν πιστῶν, τώρα ἀποδεικνύεται ὅτι ἄλλα εἶχαν στὴ σκέψη τους! Γιατὶ πέρασαν δεκαετίες φανερῆς καὶ καταστρεπτικῆς παρουσίας τῆς Παναιρέσεως καὶ ἕξι (6) χρόνια ἀπὸ τὴν κακόδοξη Κολυμπάρια Σύνοδο.

Κι αὐτοὶ πεισματικὰ καὶ μεμονωμένα ἐμμένουν στὴν χρονικὰ ἀτελείωτη Οἰκονομία, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἐκκλησιαστικῶς καὶ σὲ καιροὺς αἱρέσεως πρωτάκουστο! Καὶ παρασύρουν ἕνα κόσμο μαζί τους πρὸς ἀγαλλίαση τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Βαρθολομαίου!

Ἄς τὰ καταλάβουν αὐτὰ ὅσοι ...συνένοχοι! Ἀλλιῶς θὰ μείνουν συμμέτοχοι στὴν Οἰκονομία ...τῆς αἵρεσης «νῦν καὶ ἀεί»!

 


ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ (Τεκνογονία, κωλύμματα Ιερωσύνης, Οικουμενισμός) ΧΡΙΣΤΟΫΦΑΝΤΟΣ


 Πηγή: "Agonasax"
ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
 
ΕΙΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ
 
 Πολύς λόγος γίνεται τόν τελευταῖον καιρόν εἰς τόν ἐκκλησιαστικόν χῶρον περί τῆς «Οἰκονομίας». Τῆς ἐκκλησιαστικῆς βεβαίως «Οἰκονομίας», ἡ ὁποία «Οἰκονομία» θά πρέπῃ, ὅπως ἀρκετοί ἰσχυρίζονται, κατά κανόνα νά ἐφαρμόζεται ἀπό τούς ποιμένας εἰς τήν σημερινήν ἐποχήν. Προβάλλουν δέ αὐτήν τήν πρόφασιν, διότι εἰς τήν ἐποχήν μας, εἰς τήν ὁποίαν τό κακό παρουσιάζει τόσην ἔξαρσιν, λέγουν ὅτι εἶναι δῆθεν ἀδύνατον νά ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐκκλησιαστική «Ἀκρίβεια». Προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις...
Ἐπειδή λοιπόν ἡ ἄποψις αὐτή τείνει νά κυριαρχήσῃ ὡς ἡ μόνη ποιμαντικῶς σωστή, καλόν εἶναι, εἰς τήν συνέχειαν, ἁπλᾶ καί σύντομα, νά σκιαγραφήσωμε τί εἶναι ἡ «Ἀκρίβεια» καί τί εἶναι ἡ «Οἰκονομία». Ἐννοεῖται, ὅτι τό θέμα αὐτό ἀνήκει εἰς τήν ἁρμοδιότητα τῶν εἰδημόνων τῆς εἰδικότητος τοῦ «Κανονικοῦ Δικαίου», ἀπό ἐπιστημονικῆς καί θεολογικῆς ἀπόψεως, ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει πώς δέν ἠμποροῦν νά ἀσχοληθοῦν μέ αὐτό καί νά ἔχουν λόγον καί οἱ ἁπλοί πιστοί. Ὅταν μάλιστα, εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ὀρθή πνευματική μας ζωή, γνωρίζωμε πώς μέσα εἰς τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλουν τά πάντα νά ἐναρμονίζωνται μέ τούς Ἱερούς Κανόνας, ὅπως μᾶς τούς παρέδωσαν οἱ Πατέρες, καί ὄχι σύμφωνα μέ νεωτεριστικές-νικολαϊτικές διδασκαλίες καί ἑρμηνεῖες, πού θέλουν νά περάσουν κάποιοι, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀποκεκομμένες ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοσι, τότε γίνεται ἀπολύτως κατανοητό πώς εἶναι ὄντως ἀνάγκη νά ἀσχοληθοῦμε μέ τίς δύο αὐτές ἐκφράσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τόσον δηλαδή τῆς «Ἀκριβείας», ὅσον καί αὐτῆς τῆς «Οἰκονομίας». Ἄς περάσωμε λοιπόν νά δοῦμε
τό περιεχόμενο τῶν δύο αὐτῶν ὅρων εἰς τήν ἐκκλησιαστική μας γλῶσσα καί ζωή.
«Ἀκρίβεια» εἶναι ἡ ἀπόλυτος τήρησις τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἀλλά καί αὐτῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων καί τῶν λειτουργικῶν τυπικῶν, τά ὁποῖα ἰσχύουν σέ μία ἐκκλησιαστική περιφέρεια. Φυσικά, ὁ σκοπός τῆς ἀκριβείας εἶναι ἡ διατήρησις τῆς ἑνότητος καί τῆς τάξεως εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί μέσῳ αὐτῆς ἡ ἐπίτευξις τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἐν γένει πρόοδος καί προαγωγή τῶν πιστῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.
«Οἰκονομία» εἶναι ἡ πρόσκαιρη, περιορισμένη καί ἔλλογος ἀπόκλισις ἀπό τήν ἐφαρμογή τῆς «Ἀκριβείας» τῶν Ἱερῶν Κανόνων πρός σωτηρίαν τῶν ψυχῶν. Ἐννοεῖται δέ, πώς αὐτό δέν εἶναι θέμα τοῦ καθενός, ἀλλά τῶν εἰδικῶν καί ὑπευθύνων, οἱ ὁποῖοι ἁρμοδίως χειρίζονται τίς λεπτές αὐτές καταστάσεις.
Κατά τήν «Οἰκονομίαν», λοιπόν, ἔχομε μέν τήν ἀπόκλισιν ἀπό τόν κανόνα, ἀλλά δέν ἐκφεύγομε ἀπό τόν σκοπό του. Ἔτσι, ἐπί τῆς οὐσίας, δέν γίνεται παρέκκλισις ἀπό τό πνεῦμα τοῦ κανόνος, ἀλλά ἀπό τό γράμμα αὐτοῦ. Εἰς τήν παράγραφον αὐτήν, ἄς προσθέσωμεν καί τόν σοφόν λόγον τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Θεοκλήτου Διονυσιάτου, ὁ ὁποῖος, γιά τό θέμα αὐτό, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἔγραφε εἰς τόν «Ὀρθόδοξον Τύπον» (14/6/91) τά ἑξῆς: «Ἀναστολή, δέν σημαίνει κατάργησιν. Μόλις ξεπερνιέται ἡ δυσκολία, ἐφαρμόζεται πάλιν ἡ ἀκρίβεια τῶν Κανόνων». Ὁ δέ Γέροντας Παΐσιος, μέ τόν ἁπλό καί φωτισμένο λόγο του, σέ κάποια συζήτησι περί οἰκονομίας καί ἀκριβείας καί περί τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τοῦ Πηδαλίου, εἶχε τονίσει τά ἑξῆς: «Τό Πηδάλιο κάποιες φορές χρειάζεται νά τό στρίβωμε, ἀρκεῖ αὐτό νά γίνεται γιά λόγους σωτηρίας τῆς ψυχῆς. Γι᾽ αὐτό ὀνομάζεται ''πηδάλιο''». Ὄντως παράδειγμα ἁπλό καί φωτισμένο. Εἶναι δηλαδή ὅπως τό τιμόνι στό πλοῖο, γιατί χωρίς πηδάλιο τό σκάφος δέν πηγαίνει πουθενά.
Μετά ἀπό τίς ἀναγκαῖες διευκρινήσεις ἐπί τοῦ θέματός μας καί τόν ὁρισμό τῆς «Ἀκριβείας» καί τῆς «Οἰκονομίας» (περισσότερα ἠμπορεῖ νά μελετήσῃ ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενος εἰς τά ὑπάρχοντα ἐγχειρίδια καί εἰς τίς εἰδικές μελέτες τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου), ἄς ἔλθωμε νά ἀγγίξωμε κάποιες χαίνουσες πληγές πού καλύπτονται μέ τήν δῆθεν «Ἐκκλησιαστική Οἰκονομία». Διότι, ναί μέν εἴπαμε περί «Οἰκονομίας», ἀλλά ἄς μή καταντᾷ τελικῶς ἡ «Οἰκονομία» ἀνοικονόμητη καί ἰσοπεδωτική, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τούς Ἱερούς Κανόνας καί εἰς τό Ὀρθόδοξον ἦθος, τά ὁποῖα εἶναι οἱ δύο πλευρές τοῦ γνησίου νομίσματος.

«Πόθεν
ἄρξομαι θρηνεῖν»;
Ἄς δοῦμε ἀρχικά τό θέμα τῆς τεκνογονίας τῶν Ὀρθοδόξων ζευγαριῶν. Ἔχει διαμορφωθῆ καί τείνει νά παγιωθῇ, δυστυχῶς, μία κατάστασις, ἡ ὁποία ἀποσπᾶ τόν γάμο ἀπό τήν τεκνογονία. Ἀποτέλεσμα δέ αὐτοῦ εἶναι τά ζευγάρια (καί δέν ὁμιλοῦμε ἐδῶ περί τῶν ἀθέων) νά σταματοῦν εἰς τό ἕνα ἤ τό πολύ εἰς τά δύο παιδιά καί ταυτοχρόνως νά θέλουν νά ἔχουν τήν συχνή μυστηριακή ζωή, τήν Θεία Κοινωνία. Βεβαίως, ὑπάρχουν καί οἱ περιπτώσεις πού ὄντως χρειάζεται νά ἀντιμετωπίζεται τό θέμα αὐτό καί κατά περίπτωσιν ἀπό τόν ὑπεύθυνο πνευματικό καί πάντοτε ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς σωστῆς «Οἰκονομίας».
Ὅταν, ὅμως, ἡ τακτική αὐτή κατευθύνεται ὑπό ὡρισμένων προσώπων πού ἔχουν κάποιο «ὄνομα» εἰς τόν ἐκκλησιαστικό χῶρο καί τείνῃ νά παγιώνεται πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις, τότε τά πράγματα ξεφεύγουν μέ ἀποτέλεσμα ἡ «Οἰκονομία» νά καταντᾷ «Ἀκρίβεια» (δηλ. ἀκριβής παρανομία) καί τρόπος «ὀρθῆς χριστιανικῆς ζωῆς». Τό δέ πνευματικό ἐπίπεδο μεταπίπτει, ἀπό ὑψηλό καί ἀγωνιστικό, εἰς τό χαλαρό, εὔκολο, ἐπιπόλαιο, ὡσάν εἰς ἕναν ἄγευστο καί ἄκοπο προτεσταντισμό, ὁ ὁποῖος δέν ὁδηγεῖ εἰς νομάς σωτηρίους.
Οἱ ὑπεύθυνοι διά τήν διαμορφουμένην αὐτήν κατάστασιν εἶναι κάποιοι ἐκ τῶν κληρικῶν καί ὡρισμένοι λαϊκοί. Οἱ κληρικοί αὐτοί, ἐνδεχομένως, ἤ δέν ἔχουν μελετήσει σωστά καί ἀπό ὀρθοδόξου σκοπιᾶς τό ζήτημα τῆς τεκνογονίας, ἤ δέν ἔχουν ἀγωνισθῆ διά νά ἀποβάλουν ἀπό τήν καρδιά τους τό δέλεαρ καί τό φόβητρο τοῦ κόσμου καί ἔτσι διστάζουν νά ὀρθοτομήσουν τόν λόγον τῆς ἀληθείας κηρύσσοντας καί ἐφαρμόζοντας πρακτικές ὅλως ἀπαράδεκτες καί ἀντικανονικές. Οἱ δέ λαϊκοί «θεολόγοι», μᾶλλον κοινωνιολόγοι καί τοῦ κόσμου φιλόσοφοι, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικῶς οὐδέποτε ἐγνώρισαν τήν ζωντανή πίστι καί τήν ἀγωνιστική Ὀρθοδοξία, ἐνῶ ἔχουν κάποια χαρίσματα, ἔχουν καταφέρει, μέ τίς ποικίλες θεωρίες των, συσχετίζοντας τήν σαρκική πτῶσι μέ τόν ὑψηλό καί ἀγγελικό θεῖον ἔρωτα (ἐάν εἶναι ποτέ δυνατόν!), νά ἐπηρεάζουν ἀρνητικά τούς ρηχούς περί τήν θεολογίαν καί τούς ἀγεύστους τῆς συνειδητῆς πίστεως ἐγγάμους κληρικούς καί λαϊκούς.
Τό ἀποτέλεσμα εἶναι νά ἔχῃ ἤδη δημιουργηθῆ «σχολή» μέ ἄκρως ἀρνητικά ἀποτελέσματα («πονηροί δέ ἄνθρωποι καί γόητες προκόψουσιν ἐπί τό χεῖρον πλανῶντες καί πλανώμενοι» (Β´ Τιμοθ. γ´ 13)). Τούς λείπει δηλαδή ἡ ἐμπειρία τῆς θείας ἀγάπης-ἔρωτος καί ἔχουν ὡς ὑποκατάστατα αὐτές τίς νοοτροπίες καί, ἀντί νά χορταίνουν ἀπό τόν ἀκόρεστο κορεσμό τοῦ Θεοῦ, ἔχουν ὑπαρξιακή ἀνεπάρκεια. Εἶναι ἄνθρωποι, δυστυχῶς, πού ἀντί, μέ τά ὅποια τάλαντά τους, νά οἰκοδομοῦν τούς πιστούς βάσει τῆς Ὀρθοδόξου Πατερικῆς Παραδόσεως, αὐτοί, μέ τήν πεπλανημένη διδασκαλία τους, ἔχουν καταστῇ νεωτεριστές-νικολαΐτες-παρερμηνευτές, «φάροι ἐσβεσμένοι ἀντί τηλαυγεῖς», χλιαροί ἀντί θερμοί, ὄντες «φιλήδονοι μᾶλλον, ἤ φιλόθεοι» (Β´ Τιμόθ. γ´ 4). Δηλαδή, παρερμηνεύουν καί ἀποδομοῦν τό μυστήριον τοῦ γάμου (καί ὄχι μόνον), καί, ὅπως ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος Γέροντας Γερβάσιος Παρασκευόπουλος, καταντοῦν τό μυστήριον τοῦ γάμου «ἔννομον παλλακείαν». Φυσικά, ἐδῶ δέν ἠμπορεῖ νά γίνεται λόγος περί «Οἰκονομίας», ἀλλά περί ὀλιγοπιστίας καί περί Νικολαϊτισμοῦ, κλπ., διότι καταστρατηγεῖται παντελῶς ἡ ἔννοια τῆς εὐλογημένης «Οἰκονομίας» καί χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος της ὡς ἐπικάλυμμα τῶν παθῶν καί τῶν ἐγκλημάτων κατά τῆς πίστεως.
Ἐπίσης, ὑπάρχει μία ἄλλη μεγάλη ἀνοικτή πληγή, ἡ ὁποία οὐδόλως εἶναι δυνατόν νά ἐπουλωθῇ ἕνεκεν «Οἰκονομίας», ἀλλά ἀντιθέτως αἱμορραγεῖ ἀκαταπαύστως. Καί ποιά εἶναι αὐτή; Μέ ὀδύνη καί θλῖψι τήν βλέπομε νά αὐτοαποκαλύπτεται, διότι ἀπό μόνος του «ὅταν ἔλθῃ ὁ ἀσεβής εἰς βάθος κακῶν καταφρονεῖ» μέ ἀποτέλεσμα νά «ἐπέρχεται αὐτῷ ἀτιμία καί ὄνειδος» (Παροιμ. ΙΗ´ 3). Βλέπομε δηλαδή αὐτήν τήν ὄζουσαν καί πυορροοῦσαν πληγήν εἰς τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν δημιουργοῦν οἱ ὑπεύθυνοι καί ἡ ὁποία ὀνομάζεται «κωλύμματα ἱερωσύνης». Ἀπᾴδει τό νά ἀναφέρωμε ἐμεῖς αὐτά τά ὁποῖα λαμβάνουν χώραν καί γίνονται ὄχι μόνον παγκόσμιον ρεπορτάζ, ἀλλά ἀναπαράγονται, κατά τό μᾶλλον ἤ ἧττον, ἀπό τούς χώρους, εἰς τούς ὁποίους θά ἔπρεπε νά εὐωδιάζουν τά κρίνα τῆς ἁγιότητος καί τά μῦρα τῆς Χάριτος.
Τοῦτο μόνον ἐρωτοῦμε τούς καθ᾽ ὕλην ἁρμοδίους: Ἀποτελεῖ πρᾶξιν «Οἰκονομίας» τό νά κυκλώνουν τό Ἱερόν Θυσιαστήριον μονάδες πού θά ἔπρεπε νά εὑρίσκωνται εἰς τάς τάξεις τῶν «προσκλαιόντων»; Χειρίζονται τήν εὐλογημένην «Οἰκονομίαν» ὅσοι θέτουν τάς χεῖρας των εἰς ἄτομα τά ὁποῖα χρήζουν ἀκόμη καί εἰδικῆς ψυχικῆς θεραπείας καί πού ἔχουν ξεφύγει ἀπό τά ἀνθρώπινα ὅρια;
Ἐδῶ, ἴσως ἀπαντήσουν κάποιοι ἀπό αὐτούς τούς ὑπευθύνους πώς δέν ἐγνώριζαν ἐξ ἀρχῆς. Ὅταν ὅμως γίνεται ἀντιληπτόν τοῖς πᾶσι τό φαινόμενον αὐτό, γιατί καί τότε συνεχίζουν νά βόσκουν μέσα εἰς τήν «κόπρον τοῦ Αὐγείου»; Γιατί καταντοῦν τά Ἱερά Θυσιαστήριά μας χώρους εἰς τούς ὁποίους πραγματοποιεῖται τό φρικτόν ὅραμα τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου;
Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε!
Θέτομε ὅμως καί ἕνα γενικώτερο ἐρώτημα: Ὑπάρχει «Οἰκονομία» εἰς τά τῆς Ἱερωσύνης; Νομίζομε ναί, μόνον ὅσον ἀφορᾶ εἰς τήν ἡλικίαν τῶν κληρικῶν καί αὐτό ὑπό ὅρους καί κατά εἰδικές περιπτώσεις. Ἀλλά, τό νά ἀποδεχώμεθα «Οἰκονομία» εἰς τό θέμα τῶν κωλυμμάτων, αὐτό, μᾶλλον «κατάρα» εἶναι.
Ὅμως, κατά τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία καί τήν Πατερική Παράδοσι, τό νά ἐφαρμόσῃ ἕνας ποιμήν τήν κατά περίπτωσιν ἐπιτρεπτήν «Οἰκονομίαν», ἡ ὁποία φυσικά δέν θά προσκρούῃ εἰς τούς Ἱερούς Κανόνας καί εἰς τό ὀρθόδοξον ἦθος, εἶναι ἀνάγκη ὁ ἴδιος νά ἔχῃ ὑπερβῆ τό ἐπίπεδον τῆς καθάρσεως καί νά εὑρίσκεται, εἴτε εἰς τό ἐπίπεδον τοῦ φωτισμοῦ, εἴτε εἰς ἐκεῖνο τῆς θεώσεως. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἡ ἀνοικονόμητος «Οἰκονομία» καί ἡ οἱαδήποτε κατάλυσις τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί Δογμάτων καταντᾶ ἕνα νυστέρι, ὄχι εἰς τά χέρια τοῦ εἰδικοῦ χειρουργοῦ, ἀλλά εἰς τά τρεμάμενα χέρια ἑνός ἀσχέτου. Τά δέ ἀποτελέσματα; Θά εἶναι, τό ὀλιγώτερον, τραγικά.
«Κύριε, μή μνησθῇς ἀνομιῶν ἡμῶν ἀρχαίων τε καί προσφάτων. Μή ἀντισταθμίσῃς τῷ βάρει τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν τήν προσήκουσαν ἀνταπόδοσιν...» (Ἐκ τῆς εὐχῆς ἐπί ἀπειλῇ σεισμοῦ-Μέγα Εὐχολόγιον, ἐκδόσεις Ἀστέρος, σελ. 539).
Βεβαίως, θά ἠμπορούσαμε νά ρίξωμε τήν ματιά μας, κρατῶντας τήν ὄσφρησί μας, καί σέ ἄλλες ἀνοικτές πληγές πού δέν λέγουν νά ἐπουλωθοῦν εἰς τό ὄνομα τῆς ταλαίπωρης «Οἰκονομίας», ὅπως τό ὅτι πνευματικοί ἐπιτρέπουν τίς προγαμιαῖες σχέσεις καί διάφορα ἄλλα ἀνεπίτρεπτα. Αὐτοί, εἶναι πνευματικοί τῆς «Διεθνοῦς Ἀμνηστίας», οἱ ὁποῖοι, ἐκτός τῶν ἄλλων, διά νά ἀποδείξουν εἰς τόν ἑαυτόν τους, ἀλλά καί εἰς ἄλλα πρόσωπα, ὅτι ἔχουν τήν ἀποδοχήν τῶν πιστῶν, καί μάλιστα τῶν νέων ἀνθρώπων (πνευματικῶν παιδιῶν-ὀπαδῶν..., Γεροντισμός, κλπ.), ἁμαρτάνουν μέ τό νά ρίπτουν «ὕδωρ εἰς τόν οἶνον των» μέ ἀποτέλεσμα νά πίπτουν εἰς θανάσιμα ἁμαρτήματα, τόσον οἱ ἴδιοι, ὅσον καί οἱ ψυχές τίς ὁποῖες ἔχουν χρεωθῆ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Καταστάσεις αὐτόχρημα τραγικές, γιά τίς ὁποῖες τό Ἱερόν Εὐαγγέλιον τονίζει πώς «τυφλός δέ τυφλόν ἐάν ὁδηγῇ ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Ματθ. ΙΕ´ 14).
Τό ἀποκορύφωμα ὅμως ὅλων καί ἡ πληγή τῶν πληγῶν, ἡ Πλάνη τῶν Πλανῶν, εἶναι τά σχεδόν συλλείτουργα καί οἱ συμπροσευχές (καί ὄχι μόνον) τῶν «Ὀρθοδόξων» οἰκουμενιστῶν, τά ὁποῖα καταδικάζονται ἀπεριφράστως ἀπό τούς Θείους καί Ἱερούς Κανόνας, ἀλλά καί ἀπό τόν θεηγόρον ὅμιλον πάντων τῶν θεοφόρων Πατέρων.
Οὐδείς ἠμπορεῖ νά ἀρνηθῇ ὅτι ἡ μεγαλυτέρα διαστροφή εἰς τό θέμα τῆς «Οἰκονομίας» συντελεῖται μέσῳ τοῦ ἐπαράτου Οἰκουμενισμοῦ. Ἐντός αὐτῆς τῆς καμίνου ρευστοποιεῖται καί τήκεται τό σύνολον τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Τό δέ ἐκμαγεῖον τοῦ συγκρητισμοῦ ἀποκαλύπτει ἕνα τερατῶδες προσωπεῖον, τό ὁποῖον οὐδεμίαν σχέσιν δύναται νά ἔχῃ μέ τήν ἀκραιφνῆ Ὀρθοδοξίαν, τήν ὁποίαν βιώνουν οἱ ἐπίσημοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἐννοεῖται δέ, ὅτι τό θέμα τῶν συμπροσευχῶν, τόσον ἐκτός τῶν Ἱερῶν Ναῶν, ὅσον καί ἐντός αὐτῶν, μέ ἀρχιερατικά καί ἱερατικά ἄμφια, μέ ἐπιτραχήλια, ὠμοφόρια καί μανδύας, ὄχι μόνον δέν εἶναι ἁπλό, ἀλλά, δοθέντος ὅτι οἱ οἰκουμενιστές αὐτοί σχεδόν ὁλοκληρώνουν καί τό συλλείτουργον, ἀνεπιφυλάκτως τότε ἠμπορεῖ νά γίνῃ λόγος περί καταλύσεως τῶν Ἱερῶν Δογμάτων καί ἄρα περί προδοσίας τῆς ἁγιωτάτης ἡμῶν Ὀρθοδοξίας. Ἡ δέ δικαιολογία, ὅτι ὅλα αὐτά τά θέατρα τοῦ παραλόγου λαμβάνουν χώραν ἕνεκεν τῆς ἀγάπης καί τῆς προσεγγίσεως τῶν ἀνθρώπων, εἶναι τόσον φαιδρή πού ὅσοι τήν ὑποστηρίζουν καταπίπτουν εἰς χειροτέραν κατηγορίαν ἀπό ἐκείνην ἡ ὁποία ἤδη τούς ἀποδίδεται, τοὐτέστιν τῆς προδοσίας τῆς πίστεως.
Καί, φυσικά, ὅλα αὐτά, διότι ἐλλείπει ἐκ τῆς καρδίας ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μέ ἀποτέλεσμα νά ἀποκορυφώνεται ἡ προσβολή καί ἡ περιφρόνησις τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μέ τόν ἀείμνηστον Γέροντα Ἐπιφάνιον Θεοδωρόπουλον, «ὅταν παραβιάζωνται, ἐκδικοῦνται». Καί ἐκδικοῦνται ὅσους «Ὀρθοδόξους» οἰκουμενιστάς καταρρίπτουν τά αἰώνια καί εὐλογημένα σύνορα μεταξύ ἀληθείας καί αἱρέσεως, οἱ ὁποῖοι ὑψώνουν χεῖρας ἀνόμους καί εὐλογοῦν καί ἐναγκαλίζονται τούς αἱρετικούς μετέχοντες καί αὐτοί εἰς τήν βλασφημίαν κατά τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Οἱ ἡμέτεροι αὐτοί «Ὀρθόδοξοι», οἱ ὁποῖοι συναγωνίζονται, ἀλλά καί ὡρισμένες φορές ὑπερακοντίζουν σέ εὐχητικές καί θεολογικές ἀμετροέπειες τούς πεπλανημένους καί κακοδόξους αἱρετικούς, ἄς προσέξουν, διότι, ἐννοεῖται, πώς ὁ Θεῖος Δομήτωρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Χριστός, ναί μέν ἀνέχεται ὡρισμένες καταστάσεις διά λόγους πού μόνον Ἐκεῖνος γνωρίζει, ἀλλά ὁ Χριστός ἔχει καί τόν τελευταῖον λόγον. Ὁ δέ πάντοτε ἐπίκαιρος λόγος τοῦ Θεοῦ «ποιμένες πολλοί διέφθειραν τόν ἀμπελῶνά μου, ἐμόλυναν τήν μερίδα μου...» (Ἱερ. ΙΒ´ 10) ἐκφράζει ἐπακριβῶς ὅλα αὐτά τά ὁποῖα λαμβάνουν χώραν εἰς τά οἰκουμενιστικά συνέδρια, μέ συμπροσευχές κλπ., μέ πρόφασι δῆθεν τήν ἀγάπη καί ὅ,τι ἄλλο, καί τά ὁποῖα οὐσιαστικό σκοπό ἔχουν νά ἀποδομήσουν τά θεμέλια, ἀλλά καί τό ὅλον οἰκοδόμημα τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, μέ τελικό σκοπό τήν ἕνωσι τῶν «ἐκκλησιῶν».
Ἄς γίνουν λοιπόν ὅλοι αὐτοί πολύ προσεκτικοί, διότι περιπίπτουν σέ πλάνη, καθ᾽ ὅσον ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ξεκάθαρος πρός ὅσους προσβάλλουν τό Σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία Του: «Φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος» (Ἑβρ. Ι´ 31).
Ὅμως, ἱκανόν ἐστι.
ΧΡΙΣΤΟΫΦΑΝΤΟΣ