Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατηγορίες κατά της αποτείχισης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κατηγορίες κατά της αποτείχισης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ἀπάντηση πρὸς γνωστὸ καλύμνιο ἱερέα ποὺ νομίζει ότι (κατ)έχει "πνευματικό τακτ"!

  1. Ο Μητρ. Καλύμνου Παΐσιος και ιερείς συμπροσεύχονται με τον Καρδινάλιο Κοχ που κάνει τον σταυρό του ανάποδα. Θα το έκανε αυτό ο άγ. Παΐσιος ή Πορφύριος ή Ιάκωβος Τσαλίκης από ποιμαντικό τάκτ;


τοῦ Ἁδαμαντίου Τσακίρογλου

Μοῦ ἐστάλησαν ἀπὸ τὸν λογαριασμό ἱερέως, του π. Παντελεήμονος Κρούσκου, στὸ FACEBOOK τὸ ἑξῆς σχόλιο τοῦ ἱερέως αὐτοῦ:

Οφείλω να σας θυμίσω ότι επειδή κάποιοι παραπέμπετε σε εκτός Εκκλησίας πηγές, τάχα αγωνιστών, τα εξής:  Οι Πατέρες της Εκκλησιας , που εκαναν τόσο αντιαιρετικό αγωνα δεν μιλούσαν ετσι απαξιωτικά και νομικιστικά. Αυτος ειναι ενας κοσμος που ζει με τα σκανδαλα και την αλαζονεια, οτι μονο αυτοι ειναι καλοί Χριστιανοι και ομολογητές με άνωθεν αποστολη και κανενας αλλος. Και ουτε νοιαζονται για τον φωτισμο ή την σωτηρια των αλλων. Ακομα και αν ενας αρχιερεας πεσει σε πλανη δεν ειναι αυτος τροπος κριτικης του. Αυτο ειναι προτεσταντισμος και εγωπαθεια. Ασεβεια προς την ιερωσυνη. Συνηθως οι αποτειχισμενοι ή ενισταμενοι δεν εχουν πιστη, εργα, ασκηση και αγαπη για τον Θεο και επικαλουνται την προσκολληση στους κανονες και τους νομους για να φανουν δικαιοι στους ανθρωπους. Αναπληρώνουν χαοτικά κενά και πνευματικές ελλείψεις με τέτοιες ομολογίες, που θυμίζουν θεατρίνους σε παροξυσμό ερμηνείας. Εντυπωσιασμοί δηλαδή.  Οι πολλες ομολογιες κρυβουν πολυ σαλτσα . Σε αυτό τον κατήφορο παρασέρνουν πολλούς ειλικρινείς και αγνούς Χριστιανούς με γνήσιες ευαισθησίες Πίστης , οι οποίοι παρεξηγούν καταστάσεις, όχι λογω ανοησίας, αλλά επειδή είναι καλοπροαίρετοι και αγαπούν τον Χριστό και την ομολογία Του. Τώρα εσείς, οι οποιοι είστε εντός των τειχών προβληματιστείτε τί θελετε να είστε και σε ποιούς θέλετε  να αποβλέπετε. Εμείς ακολουθούμε το ποιμαντικό τακτ (διάκριση) το οποίο κοσμούσε  Παΐσιο, Πορφύριο και Άγιους Πατέρες , οι οποιοι τιμούσαν πατριάρχες και επισκόπους, χωρίς επίσης να υπαναχωρούν από την αρχική πίστη“ (εδώ).

Ἂν ο π. Παντελεήμων περιοριζόταν στὶς προσωπικὲς ὕβρεις καὶ στὶς ἀφ' ὑψηλου εἰρωνεῖες (ὑπέροχα καὶ τὰ δύο γιὰ ἕναν ἱερέα), ὅπως συνηθίζει, δὲν θὰ ἀπαντοῦσα, διότι αὐτὸ μᾶς προστάζει ὁ Κύριος. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἱερέας αὐτὸς καταδικάζει ἀγωνιζόμενους γιὰ τὴν Πίστη τους πιστούς καὶ τοὺς θέτει μάλιστα (ὡσὰν σύνοδος) εκτός Εκκλησίας!!!, ὑποστηρίζοντας μάλιστα ὅτι ἔτσι ὑπακούει στοὺς ἁγ. Πατέρες χωρὶς ὅμως νὰ παρουσιάζει ἔστω καὶ μία πατερικὴ ἀπόδειξη τῶν ὅσων λέει, καὶ ἐπειδὴ ἐπηρεάζει κι ἄλλους καλοκάγαθους πιστούς, θὰ ἀπαντήσω κάνοντας τὸ ἀντίθετο ἀπὸ αὐτόν:
Θὰ ἀπαντήσω όνομάζοντας πρόσωπα καὶ ὄχι ἀνώνυμα ὅπως κάνει ὁ π. Παντελεήμων.
Θὰ ἀπαντήσω μὲ πηγὲς καὶ ὄχι αὐθαίρετα, ὅπως κάνει ὁ π. Παντελεήμων:
α) Γενικά: Ναί, πάτερ, ἔχετε δίκιο: Δυστυχῶς πολλοὶ λαϊκοὶ ποὺ ἀσκοῦν κριτικὴ γιὰ ὅσα γίνονται στὴν Ἐκκλησία, πρῶτος καὶ χειρότερος ἐγώ, δὲν ἔχουμε οὔτε τὶς πνευματικὲς ἀρετές, οὔτε τὸ ἀνάστημα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἴχαμε καὶ σίγουρα ὑποπίπτουμε σὲ λάθη. Εὐθυνόμαστε κι ἐμεῖς γιὰ ὅλα τὰ κακῶς κείμενα κι ἔχουμε σὲ μεγάλο βαθμὸ ἐκκοσμικευθεῖ. Μακάρι νὰ γίνουμε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ κάποτε καλύτεροι. Ὅμως ἐσεῖς δὲν βλέπω νὰ κάνετε τὸ ἀντίθετο, ἀλλὰ κάνετε αὐτὸ τὸ ὁποῖο μᾶς κατηγορεῖτε (βλ. προτεσταντισμος και εγωπαθεια) μὲ χειρότερο μάλιστα τρόπο, διότι καὶ σιγεῖτε καὶ καλύπτετε τὸ λάθος. Δὲν βλέπω νὰ ἀναλαμβάνετε  τὴν δική σας εὐθύνη σας, τὴν τοῦ ἐπισκόπου σας καὶ ὅλων τῶν κληρικῶν ποὺ ἄφησαν τὸ ποίμνιο βορὰ τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τῆς ἐκκοσμίκευσης, τοῦ ὑλισμοῦ καὶ τόσων ἄλλων κακῶν. Εἶναι τόσοι πολλοὶ οἱ πνευματικοὶ νόμοι ποὺ παραβαίνονται ἀπὸ πατριάρχες, ἐπισκόπους (καὶ ἀπὸ τὸν δικό σας), ἀρχιμανδρῖτες, ἱερεῖς καὶ μοναχοὺς ποὺ ἂν ὑπῆρχε Ὀρθόδοξο πνεῦμα στὴν Ἱεραρχία καὶ ἂν ἐτηροῦντο οἱ Ἱ. Κανόνες, θὰ ἔπρεπε ἡ πλειοψηφία νὰ εἶχε τουλάχιστον τιμωρηθεῖ.

Μακάρι νὰ μιλοῦσαν (ἀλλὰ νὰ μιλοῦσαν πραγματικὰ κι ὄχι νὰ φλυαροῦσαν στὸ Facebook) οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ λαϊκοὶ νὰ σιωποῦσαν. Ὁ ποιμὴν εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὰ πρόβατα καὶ ὄχι τὰ πρόβατα. Τὸ λέει ξεκάθαρα ὁ Ἰεζεκιήλ (κεφ. 34, 2 μτφρ. Τρεμπέλα):
…Αὐτὰ λέγει ὁ μόνος Κύριος καὶ ἐξουσιαστὴς τοῦ παντός: Σεῖς, ποιμένες τοῦ Ἰσραήλ, ἄραγε τοὺς ἑαυτούς τους βόσκουν καὶ φροντίζουν συνήθως οἱ ποιμένες; Δὲν εἶναι ἔργον τῶν ποιμένων νὰ βόσκουν καὶ νὰ φροντίζουν τὰ πρόβατά των;
Ὁ ποιμὴν θὰ δώσει λόγο (πόσο τρομερό καὶ ἐλάχιστοι ὠχριοῦν μὲ αὐτὴ τὴν σκέψη) γιὰ κάθε χαμένη ψυχὴ γιὰ κάθε χαμένο πρόβατο. Ὁ 58ος Κανόνας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἐπιβάλλει ἀφορισμὸ ὄχι σὲ λαϊκό, ἀλλὰ σὲ Ἐπισκόπους καὶ Πρεσβυτέρους ποὺ ἀμελοῦν τὸ ποίμνιό τους! Ὁ 55ος Λαοδικείας ἀπαγορεύει σὲ Κληρικοὺς νὰ κάνουν συμπόσια. Θέλετε νὰ δοῦμε πόσοι ἐπίσκοποι κάνουν συμπόσια καὶ συναυλίες; Ο 24ος καὶ 51ος τῆς Πενθέκτης ἀπαγορεύουν σὲ κληρικοὺς νὰ πηγαίνουν σὲ θέατρα, σινεμὰ καὶ γήπεδα. Θέλετε νὰ δοῦμε πόσοι καταργοῦν τοὺς Κανόνες αὐτούς; Καὶ τὸ χειρότερο: Ἀμέτρητοι Ἱ. Κανόνες ἐπιβάλλουν τὴν καθαίρεση τῶν κληρικῶν ποὺ συμπροσεύχονται μὲ αἱρετικοὺς καὶ μάλιστα μέσα σὲ ἱ. ναό. Ἐδῶ ἦρθε ὁ Πάπας γιὰ πολλοστὴ φορά, ἔγιναν συμπροσευχές, πολυχρόνια, ἀσπασμοί, ἀπαγγέλθηκε τὸ σύμβολο τῆς Πίστεως, ἔγιναν τόσα καὶ τόσα γιὰ πολλοστὴ φορά καὶ ἐσεῖς κάνετε ὅτι δὲν γνωρίζετε. Ἡ ἐκκλησία, πάτερ, δὲν άπαγορεύει στοὺς λαϊκούς οὔτε νὰ μιλοῦν, ὅταν οἱ ἱερεῖς ἀσχολοῦνται περισσότερο μὲ τὸ προφίλ τους στὸ διαδίκτυο (βγάζουν φωτογραφίες ἀκόμα καὶ στὸν στὴν ἱερὴ στιγμὴ τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν Ἱ. Δώρων καὶ τὶς δημοσιεύουν) παρὰ μὲ τὴν Ἐκκλησία, οὔτε νὰ ἀποτειχίζονται νὰ διακόπτουν δηλ. τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὸν «δημοσίᾳ καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἐπ’ Ἐκκλησίας» αἱρετίζοντα ἐπίσκοπο καὶ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦν. Τὸ λένε ξεκάθαρα οἱ Ἀποστολικὲς Διαταγές (ἀλήθεια γι' αὐτὸ δὲν τὶς διδάσκετε στὸ ποίμνιό σας;):
Λογικὰ γὰρ τὰ πρόβατα καὶ οἱ κριοὶ οὗτοι, ἀλλ' οὐκ ἄλογα, ἵνα μήποτε εἴπῃ ὁ λαϊκός· ἐγὼ πρόβατόν εἰμι καὶ οὐ ποιμήν. Ὥσπερ δὲ τῷ καλῷ ποιμένι τὸ μὴ ἀκολουθοῦν πρόβατον λύκοις ἔκκειται εἰς διαφθοράν, οὕτως τῷ πονηρῷ ποιμένι τὸ ἀκολουθοῦν πρόδηλον ἔχει τὸν θάνατον, ὅτι κατατρώξεται αὐτό. Διὸ φευκτέον ἀπὸ τῶν φθοροποιῶν ποιμένων» (Διαταγ. Ἀποστ. 2,19).
 Ἐκτὸς ἂν δὲν ξέρετε ἀρχαῖα, ποὺ δὲν τὸ νομίζω.
β) Λέτε, πάτερ, ὅτι εἴμαστε ἐκτὸς Ἐκκλησίας ἐνῶ ἐσεῖς ἀκολουθεῖτε τοὺς Πατέρες. Λέτε ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε ἀσεβεῖς ἀπέναντι στὴν Ἱερωσύνη, ἐπειδὴ ἀσκοῦμε καυστικὸ ἔλεγχο στοὺς μισθωτοὺς ποιμένες (ἡ ὀνομασία αὐτὴ εἶναι ἀπὸ τὴν Β΄ ἐπιστολὴ τοῦ Κόντογλου κατὰ τοῦ Πατριάρχου, ἄλλος ἔνας κατ' ἐσᾶς "θεατρίνος σε παροξυσμό ερμηνείας") ἐνῶ ἐσεῖς φυσικὰ εἶστε πλήρης σεβασμοῦ καὶ ὑπακοῆς.
Σᾶς παρουσιάζω, λοιπὸν πάτερ, τὴν ἀπάντηση τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ (εἶναι μεγάλος Πατέρας γιὰ ἐσᾶς ὁ Ἅγιος αὐτός; γιὰ τὴν Ἐκκλησία εἶναι)   στὸν πατρ. Κων/πόλεως Ἰ. Καλέκα (πρὸ συνοδικῆς καταδίκης του), ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν Σύνοδο του 1341 φυλάκισε, καθαίρεσε καὶ ἀναθεμάτισε τὸν ἅγ. Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ(!!!), ἐπειδὴ διέκοψε τὴν μνημόνευση καὶ τὴν κοινωνία μαζί του  (ἔτσι ἔκαναν πάντα οἱ Πατέρες, καὶ ὁ ἅγ. Παΐσιος ἐπὶ Ἀθηναγόρα κι ὄχι ὅπως κακοδιδασκαλεῖτε ἐσεῖς) λόγω λατινοφιλίας καὶ αἵρεσης (βλ. σήμερα Βαρθολομαίο καὶ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦν):
Ὁ Καλέκας ἐξέδωσε μάλιστα ἐγκύκλιον ἐπιστολὴ ἀναθεματίζοντας τὸν ἅγ. Γρηγόριο καὶ τοὺς ὁμόφρονάς του, δηλ. τοὺς Ὀρθόδοξους. Διαβάζοντας την θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι γράφτηκε σήμερα ἴσως καὶ ἀπὸ τὰ χέρια σας. Αὐτὴ ἔλεγε, μεταξύ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς:
«Τὸν Παλαμᾶν καὶ τοὺς ὁμόφρονας αὐτοῦ, ...τολμήσαντας ἀκανονίστως καὶ ἀκρίτως ἀποκόψαι τὸ μνημόσυνόν μου, τῷ ἀπὸ τῆς ζωαρχικῆς καί ἁγίας Τριάδος δεσμῷ καθυποβάλλομεν, καὶ τῷ ἀναθέματι παραπέμπομεν. Ἡ ὑπογραφή Ἰωάννης ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως νέας Ρώμης καὶ οἰκουμενικός πατριάρχης» (P.G. 150, 863D).
Τὸν ἀναθεματισμὸ τοῦ Ἁγίου ὑπέγραψαν κι ἄλλοι Ἐπίσκοποι, ὁ Ἅγιος ὅμως δὲν ὑπάκουσε, ἀλλά κατ’ ἰδίαν συνέχισε νά λειτουργεῖ (P.G. 150, 880D). Γιατὶ δὲν ὑπάκουσε ὁ Ἅγιος, πάτερ, στὸν μὴ ἀπὸ Σύνοδο καταδικασμένο πατριάρχη; Γιατὶ πρότεινε στοὺς Ὀρθόδοξους νὰ πράξουν τὸ ἴδιο:
«Τούτου τοίνυν οὕτω καὶ τοσαυτάκις παντὸς τοῦ τῶν ὀρθοδόξων πληρώματος ἐκκεκομμένου, λείπεται τῶν ἀδυνάτων εἶναι τελεῖν ἐν τοῖς εὐσεβέσι τὸν μὴ ἀφωρισμένον ἐκ τούτου (σσ. εἶναι ἀδύνατον νὰ συναριθμεῖται στὶς τάξεις τῶν εὐσεβῶν ὁ μὴ ἀπεκκομένος ἀπὸ τὸν Καλέκα), τοῦ καταλόγου δ’ εἶναι χριστιανῶν ἀληθῶς καί τῷ Θεῷ ἡνωμένον κατ’ εὐσεβῆ πίστιν, ὅστις ἄν εἴη τούτων ἕνεκεν ἀφωρισμένος ἐκ τούτου (σσ. ὁ δὲ ἀπεκκομένος ἀπὸ τὸν Καλέκα δηλ. τον Πατριάρχη εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Θεό.)» (ΕΠΕ 3, 692, Ἀναίρεσις ἐξηγήσεως τόμου Καλέκα). Εἶναι πράγματι ἀξιοπρόσεκτο καὶ πρέπει νὰ πεῖτε σὲ ἐμᾶς τοὺς "θεατρίνους", ποὺ βλέπετε ἐδῶ τὸν Ἅγιο νὰ τιμᾶ "πατριάρχες και επισκόπους, χωρίς επίσης να υπαναχωρεί  από την αρχική πίστη";
«Ποῖος κλῆρος, ποία μερίς, τίς γνησιότης πρὸς τὴν Χριστοῦ ἐκκλησίαν, τῷ συνηγόρῳ τοῦ ψεύδους, ἐκκλησίαν, ἥ ”στύλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας” κατὰ Παῦλόν ἐστιν...; Καὶ γάρ οἱ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας τῆς ἀληθείας εἰσί· καὶ οἱ μὴ τῆς ἀληθείας ὄντες οὐδὲ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας εἰσί, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον ἄν καὶ σφῶν αὐτῶν καταψεύδοιντο, ποιμένας καὶ ἀρχιποίμενας ἱεροὺς ἑαυτοὺς καλοῦντες καὶ ὑπ’ ἀλλήλων καλούμενοι· μηδὲ γάρ προσώποις τὸν χριστιανισμόν, ἀλλ’ ἀληθείᾳ καὶ ἀκριβείᾳ πίστεως χαρακτηρίζεσθαι μεμυήμεθα» (Ἀναίρεσις γράμματος Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, ΕΠΕ 3, 606). Βλέπετε τι λέει ὁ Ἅγιος, πάτερ;  Ἀκόμα καὶ ποιμένες κι ἂν εἶστε καὶ ἀρχιποιμένες, ἂν δὲν εἶστε μὲ τὴν Ἀλήθεια, δὲν ἀνήκετε στὴν Ἐκκλησία! Εἶναι πράγματι ἀξιοπρόσεκτο καὶ πρέπει νὰ πεῖτε σὲ ἐμᾶς τοὺς "θεατρίνους", ποὺ βλέπετε ἐδῶ τὸν Ἅγιο νὰ τιμᾶ "πατριάρχες και επισκόπους, χωρίς επίσης να υπαναχωρεί  από την αρχική πίστη";
Ὁ δὲ μαθητὴς τοῦ Ἀγίου Ἰωσήφ Καλόθετος στὴν ὁμιλία του, ἡ ὁποία ἐπιγράφεται «Κατά Ἰωάννου Καλέκα» γράφει: «Λέγει γοῦν ὁ χρηστὸς ποιμὴν οὗτος, ὅτι ἀποβλήτους ἡμᾶς πεποίηκεν ἑαυτῆς ἡ ἐκκλησία, ὡς μὴ θελήσαντας δοῦναι ὁμολογίαν ἔγγραφον. Ποίαν ἐκκλησίαν φάσκει ἀποβλήτους ἡμᾶς πεποιηκέναι; Τὴν τῶν ἀποστόλων; Καὶ μὴν παντάπασιν ἡμεῖς ἐκείνη σύμφωνοι καὶ σπουδασταὶ καὶ ὑπὲρ ἐκείνης πάντα παθεῖν εἱλόμεθα... Ὥστ’ οὐχί ἐκείνην φάσκει ἀποβεβληκέναι ἡμᾶς –πῶς γάρ;– ἀλλ’ ἥν αὐτὸς ὑπεστήσατο νεοφανῆ ἐκκλησίαν καὶ νεοφανῆ δόγματα... Πόθεν σύ ἐκκλησία εὐσεβῶν; Ἀπό τοῦ λόγου; Ἀπό τοῦ τρόπου; Ἀπό τῶν πράξεων; Ἀπὸ τῶν ὑγιῶν δογμάτων; Ἐργαστήριον τοίνυν γενόμενος παντὸς ψεύδους, πάσης διαβολῆς, παντὸς οὑτινοσοῦν φαύλου, παντός στασιαστικοῦ φρονήματος, πάσης ἀδικίας, πλεονεξίας, ἱεροσυλίας, ἁρπαγῆς, καπηλείας, εἶτα καὶ ἐκκλησίαν σεαυτόν –ὤ τοῦ θράσους!– χειροτονεῖς, οὐκ εἰδώς ὅτι καὶ Νεστόριος καί Μακεδόνιος τάχ’ ἄν τοῦτ’ ἰσχυρίσαιντο, ὅ καὶ αὐτὸς ἰσχυρίζεσαι. Ἔσχον γὰρ καὶ αὐτοὶ τὴν αὐτὴν αὐτῷ σοι καθέδραν.
«Πόθεν σύ ἐκκλησία; Ἀπὸ τοῦ δωροδοκεῖν; Ἀπὸ τοῦ ἐξαργυρίζειν τάς δίκας; Ἀπὸ τοῦ μὴ διαστέλλειν ἀναμέσον βεβήλων καί ἁγίων; Ἀπὸ τοῦ ἀνεῖσθαι τὸ ἱερόν πᾶσιν ἀνάγνοις καὶ βεβήλοις; Ἀπὸ τοῦ ἀναπεῖσαι τοὺς ἀνθρώπους ὁμογνίου αἵματος ἐμπίμπλασθαι; Ἀπὸ τοῦ πιπράσκειν τήν χάριν τοῦ πνεύματος; Ἀπὸ τοῦ πληρῶσαι τὴν ἐκκλησίαν πάσης αἱρέσεως –εἶμι δ’ ἐπ’ αὐτὸν τὸν κολοφῶνα τῶν κακῶν– ἤ ἀπὸ τοῦ ἐξαργυρίσαι τὴν σὴν εὐσέβειαν καὶ τῶν ἐπισκόπων σου καὶ τῶν συνεπομένων σοι, οὕς καὶ ἐκκλησίαν αὐχεῖς; Τοιαύτη μὲν ἡ κατὰ σὲ ἐκκλησία, ἢν πρῴην ὀλίγου ἀποστατήσας τῆς ἡμετέρας, ὑπεστήσω».
Μήπως νὰ κατηγορήσετε καὶ τὸν ἱερὸ Καλόθετο γιὰ θράσος, ἀσέβεια στὴν ἱερωσύνη, ἀνυπακοή; Μήπως νὰ τοῦ κάνετε μαθήματα τάκτ, τὸ ὁποῖο ὑποτίθεται τόσο πολὺ κατέχετε; Ὁ πιστὸς Ἰωσὴφ ξεκάθαρα λέει στὸν ἀκόμα μὴ καταδικασμένο πατριάρχη Κων/πόλεως, ἀπὸ ποῦ κι ὡς ποῦ εἶσαι ἐσὺ Ἐκκλησία; Καὶ τοῦ ἀπαριθμίζει (ἂν ζοῦσε σήμερα ἐσεῖς θὰ τὸν κατηγορούσατε ὅτι τὸ κάνει γιὰ λόγους ἐντυπωσιασμοῦ, χωρὶς ποιμαντικὸ τάκτ) ὅλα τὰ ἁμαρτήματά του, ἀπὸ τὴν Σιμωνία ἔως τὴν αἵρεση (ἀγαπητὲ ἀναγνώστη σύγκρινε μὲ σήμερα καὶ βγάλε συμπέρασμα) τὸν κολοφῶνα τῶν κακῶν, γιὰ τὸν ὁποῖον ἐσεῖς, πάτερ, διπλωματικὰ καὶ γιὰ εὐνόητους λόγους σιωπᾶτε.Εἶναι πράγματι ἀξιοπρόσεκτο καὶ πρέπει νὰ πεῖτε σὲ ἐμᾶς τοὺς "θεατρίνους", ποὺ βλέπετε ἐδῶ τὸν Ἅγιο νὰ τιμᾶ "πατριάρχες και επισκόπους, χωρίς επίσης να υπαναχωρεί  από την αρχική πίστη";

Ὡς τελευταία πηγή παραθέτω κάποιες ἐπιστολὲς ἀπὸ τὶς χιλιάδες τοῦ ἁγ. Ἰσιδώρου Πηλουσιώτου (Ἅπαντα τὰ ἔργα, ἐκδ. «Τὸ Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη, 2000). Σὲ αὐτὲς θὰ δεῖτε τὰ θέματα ποὺ θαρρεῖς ὅτι εἶναι βγαλμένα ἀπὸ σήμερα καὶ θὰ διαπιστώσετε, ὅτι οἱ Πατέρες γιὰ θέματα Πίστεως, Ἐκκλησιαστικῆς τάξης καὶ ἤθους ὄχι μόνο τὰκτ δὲν εἶχαν, ἀλλὰ ἦταν αὐστηρότατοι γιατὶ ὡς ἀληθινοὶ ποιμένες ἤξεραν αὐτὸ ποὺ ἐσεῖς μέσα στὴν αὐτοπροβολή σας ξεχνᾶτε: Πρόκειται γιὰ σωτηρία ψυχῶν, τῶν ψυχῶν τοῦ ποιμνίου καὶ ὄχι γιὰ ἀναγνωσιμότητα καὶ ψευδοκουλτούρα. Μάλιστα ὅταν τὶς διαβάζει κανείς, διαπιστώνει τὴν διαχρονικὴ συμφωνία τῶν πατέρων, τὴν ὁποία ἐσεῖς πάτερ, διαστρεβλώνετε:

Γιὰ ὅλους ὅσους ὑπερασπίζουν λόγοις ἢ ἔργοις τὴν αἵρεση, τὴν ὑποκρισία καὶ τὴν φαυλότητα τῶν ἱεραρχῶν, ἱερέων καὶ τῶν ἀρχόντων

Ἐπιστ. 39 — Στὸν μοναχὸ Θεοδόσιο
«Γιατὶ παραξενεύεσαι ἐπειδὴ γιὰ τὴν ἁμαρτία ἑνὸς καὶ μόνου τιμωρεῖται ὁλόκληρη πόλη, πράγμα ποὺ γνωρίζεις, ὅτι ἔγινε καὶ στὴν ἐποχὴ τοῦ Δαβίδ... Μὴν λοιπὸν ὑπερασπίζεσαι τὶς πονηρὲς πράξεις τοῦ, ὅπως νομίζει, ἐπισκόπου Εὐσεβίου, γιατὶ ἐξαιτίας ἐκείνου τὸ θυσιαστήριο ἔχει στερηθεῖ τοὺς λειτουργοὺς καὶ ἡ πόλη τοὺς κατοίκους. Καθόσον εἶναι δίκαιο, ἐκεῖνοι ποὺ χωρὶς κρίση ἀνέδειξαν τὸν ἀνάξιο, νὰ γευθοῦν τοὺς καρποὺς τῶν κόπων τους, ἀφοῦ ἀτίμασαν τὴν ἀρετὴ καὶ προτίμησαν τὴν τόσο φανερὴ κακία».

Γιὰ ὅσους ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς κακόδοξους καὶ ὅσους Ἐπισκόπους προκαλοῦν σύγχυση στὸ ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας.


Ἐπιστ. 332 — Στὸν Εὐστάθιο
... Ἀρκοῦσε καὶ μόνος του ὁ καλὸς ἐπίσκοπος Εὐσέβιος (σσ. φανερὴ ἡ εἰρωνεία τοῦ Ἁγίου, καθόλου τάκτ) νὰ γεμίσει ὅλη την Ἐκκλησία μὲ σύγχυση, ἐπειδὴ ὅμως πέτυχε καὶ τὴν δική σου κακὴ διάθεση, ἐπαρκεῖ τώρα νὰ ἀναστατώσει τὴν τάξη σ’ ὅλη τὴν οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία. Προσευχὴ λοιπὸν ὅλων τῶν ἱερέων καὶ τῶν λαϊκῶν καὶ ὅσων ὑπηρετοῦν τὸν Θεὸ ἀγωνιζόμενοι στὰ μοναστήρια, εἶναι ἢ νὰ χωρίσει ἡ δική σου κακία ἀπὸ τὴν πονηρία ἐκείνου ἢ νὰ μετατραποῦν καὶ οἱ δύο σὲ καλωσύνη καὶ καλὴ κοινωνικὴ συμπεριφορά, ἢ νὰ μεταστραφεῖ ἡ μακροθυμία σὲ αὐστηρότητα καὶ νὰ σᾶς ἀνταμείψει μὲ τιμωρίες ἄξιες γιὰ ὅσα ἔχετε κάνει, γιὰ ὅσα σκέφθεσθε καὶ γιὰ ὅσα συμμαχεῖτε μεταξύ σας.

Γιὰ ὅσους ἱερεῖς ποὺ ἐνῶ ξεχνοῦν τὸ καθήκον τους, φέρονται ἐναντίον αὐτῶν ποὺ δὲν ξεχνοῦν καὶ ὑπερασπίζονται τὴν Πίστη καὶ τὶς διδαχὲς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καλὴ ὥρα τώρα

Ἐπιστ. 389 — Στὸν Θηράσιο

Μὲ πολλὴ εὐχαρίστηση θα ἐρωτοῦσα ἐσένα, ποὺ ἀγαπᾶς τὴν εἰρωνεία καὶ εἶσαι πικρὸς δικαστής μας, τὸ ἑξῆς: Ἂν ὁ βασιλιὰς σὲ τοποθετοῦσε πάνω στὴν ἔπαλξη καὶ σὲ καθιστοῦσε φύλακα τοῦ πύργου τῆς πόλεως, καὶ κάποιος ἄνοιγε ὑπόγειες τρύπες καὶ ἀνατίναζε τὸν πύργο μὲ σκοπὸ νὰ κάνει τὴν πόλη προσπελάσιμη γιὰ τοὺς ἐχθρούς, δὲν θὰ χρησιμοποιοῦσες κάθε ἀμυντικὸ μέσο ποὺ εἶχες διαθέσιμο καὶ κάθε τι ποὺ θὰ μποροῦσες νὰ ἐπινοήσεις, ἐμποδίζοντας καὶ πλήττοντας τον, γιὰ νὰ ἀποτρέψεις τὴν παράδοση τῆς πόλης, γιὰ νὰ κρατήσεις καὶ τὴν πόλη καὶ τὸν ἑαυτό σου μακριὰ ἀπὸ τὸν κίνδυνο καὶ νὰ διατηρήσεις τὴν καλὴ γνώμη τοῦ βασιλιὰ γιὰ σένα; Ἀγανακτεῖς ὅμως ἐναντίον μας, ἐμᾶς ποὺ ὁ Θεὸς μᾶς τοποθέτησε δασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ πολεμᾶμε τὸν Ἄρειο, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον πολεμᾶ τὸ ποίμνιο τῆς εὐσεβείας, ἀλλὰ ἤδη ἔχει σκοτώσει πολλούς (σσ. πνευματικά). Ἐξαιτίας αὐτοῦ λοιπὸν ἐγὼ περιφρονῶ κάθε κίνδυνο καὶ θὰ μποροῦσα ὅλα νὰ σταματήσω νὰ τὰ κάνω, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ χτυπῶ ἐκεῖνον (σσ. τὸν αἱρετικὸ Ἄρειο) μὲ ὅση δύναμη ἔχω.

Καυτὰ ἐρωτήματα ποὺ ἀφοροῦν κάθε σημερινὸ Ἐπίσκοπο

Ἐπιστ. 21 (Β΄ Τόμος) — Στὸν Ἐπίσκοπο Θερμογένη (ἀναφερόμενος στὴν ἀθεράπευτη ἀναλγησία τοῦ Ἐπισκόπου Εὐσεβίου καὶ τὰ ἐρωτήματα ποὺ τοῦ ἔθεσε)

...Γιὰ ποιὸν λόγο πουλᾶς τὴν ἱερωσύνη; Γιὰ ποιὸν λόγο προδίδεις τὴν ἱερωσύνη; Γιατὶ ἐμπορεύεσαι τὸ θεῖο; Γιὰ ποιὸν λόγο ρυπαίνεις τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ; Γιατὶ χρηματίζεσαι οἰκειοποιούμενος παράνομα αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν στοὺς φτωχούς; Γιατί, ἐνῶ βρίσκεσαι στὸ κατώφλι τῶν γηρατειῶν σου, συμπεριφέρεσαι σὰν νέος μὲ τὰ ἀδικήματά σου; Γιατὶ δὲ παρέμεινες ἄρχοντας, ἀλλὰ ἀποδείχθηκες ἐξουσιαζόμενος ἀπὸ τὴν κακία; Γνώριζε λοιπόν, ὅτι θὰ δεχθεῖς μεγαλύτερη τιμωρία, γιατὶ ἔκανες ὁ ἴδιος αὐτὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα τάχθηκες νὰ ἐμποδίζεις τοὺς ἄλλους
.

Εἶναι πράγματι ἀξιοπρόσεκτο καὶ πρέπει νὰ πεῖτε σὲ ἐμᾶς τοὺς "θεατρίνους", ποὺ βλέπετε ἐδῶ τὸν Ἅγιο νὰ τιμᾶ "πατριάρχες και επισκόπους, χωρίς επίσης να υπαναχωρεί  από την αρχική πίστη";

Ποιός λοιπόν, ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία καὶ ποιός ὄχι, ποιός κοροιδεύει τὸν κόσμο καὶ ποιός ὄχι, ποιός μὲ τὴν δειλία του ὑποστηρίζει τὴν αἵρεση καὶ τὴν πλάνη καὶ ποιός ὄχι, ποιός νοιάζεται γιὰ τὴν Ἐκκλησία μὲσα καὶ ὄχι ἔξω ἀπὸ Αὐτήν, ποιός σέβεται τὸ ράσο καὶ ποιός ὄχι, ποιός ἔχει πράγματι σωστὴ συμπεριφορὰ καὶ ποιός "τάκτ" τὸ δείχνουν οἱ Πατέρες καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ ὄχι ὁ κάθε λαϊκὸς ἀλλὰ καῖ κληρικός. Ὅποιος συμφωνεῖ μὲ τοὺς Πατέρες ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία. Ἐκτὸς ἂν γιὰ ἐσᾶς, π. Παντελεήμονα, ὁ Οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι αἵρεση, ὁ Παπισμὸς καὶ ὁ Προτεσταντισμὸς εἶναι ἐκκλησία, οἱ Ἱ. Κανόνες τείχη τοῦ αἴσχους (λόγια τοῦ Βαρθολομαίου), τὸ Π.Σ.Ε. θεάρεστος ὀργανισμός, οἱ συμπροσευχές ἀπόδειξη ἀγάπης, οἱ διωγμοὶ τῶν ορθοδόξων στὴν Ουκρανία δίκαιοι, ἡ ἀναγνώριση ἱερωσύνης σὲ μὴ χειροτονημένους κληρικούς, δικαίωμα τοῦ Πατριάρχη,τὸ Κοράνιο ἱερὸ βιβλίο, οἱ διάφορες θρησκεῖες δρόμοι πρὸς τὸν Θεό κλπ. Πάρτε ἐπιτέλους θέση καὶ πεῖτε εἶστε ὑπὲρ ἢ κατὰ αὐτῶν;  Καὶ ἂν εἶστε κατὰ τί ἔχει αὐτὸ ὡς συνέπεια;

Κάτι τελευταῖο: Πρέπει νὰ γνωρίζετε, γιατὶ μᾶλλον τὸ ξεχάσατε, ὅτι ὅσοι γράφουν κείμενα κατὰ τῶν ἀποστατῶν κληρικῶν, δὲν χαίρονται ἀλλὰ ὑποφέρουν, γιατὶ ἀγαποῦν τὴν Ἐκκλησία, ἀγαποῦν καὶ τιμοῦν τὸ ράσο καὶ τὸ θέλουν ἄσπιλο, τὸ θέλουν μπροστάρη καὶ πρότυπο. Καὶ ὅταν ὡς ἄνθρωποι κάνουν τὸ ὅποιο λάθος, θλίβονται βαθιά, γιατὶ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμοῦν.Μακάρι νὰ ἦταν πάλι ὅλα ὅπως παλιά καὶ νὰ μὴν χρειαζόταν τίποτα ἀπὸ τὰ παραπάνω. Ὅταν ὅμως οἱ ποιμένες δὲν μπαίνουν ἀπὸ τὴν θύρα, τὰ πρόβατα δὲν ἀκοῦν τὴν φωνή τους καὶ ψάχνουν τὸν ἀληθινὸ ποιμένα. Αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. 

Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Ὁ π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος ἐναντίον ὅλων, φίλων καὶ ἐχθρῶν, μὲ σκοπό...;



"Πάντες κομπάζουν ἀπὸ κοινοῦ καὶ περισσότερο οἱ ποιμένες, ὅταν ἐμφανίστηκε ἡ αἵρεση, ὑπέκυψαν καὶ προσπαθοῦν μὲ ἐκβιασμοὺς νὰ φέρουν μὲ τὸ μέρος τους αὐτοὺς ποὺ ἀντιστέκονται, διαβάλλοντάς τους μὲ ρητορικὲς ἀπάτες καὶ περιβάλλοντάς τους μὲ δεινὲς σοφιστικὲς πλεκτᾶνες καὶ πείθοντάς τους μὲ συλλογισμοὺς καὶ μάταιες συστροφές" ὅσ. Μελέτιος Γαλησιώτης.

Δημοσιεύθηκε στὸ ἱστολόγιο "Ὁμολογία" (ἐδῶ) ἀπάντηση τοῦ π. Ἀναστασίου Γκοτσόπουλου σὲ ἄρθρο τοῦ π. Δημητρίου Ἀθανασίου (στὴν ἴδια ἡλεκτρονικὴ διεύθυνση) ἐνάντια σὲ ὅσα τραγικὰ ὑποστηρίζει ὁ π. Ἀναστάσιος. Στὴν ἀπάντησή του αὐτὴ ὁ π. Ἀναστάσιος συνεχίζει νὰ ἐπιχειρηματολογεῖ λέγοντας ὅτι "Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΑΠΟΔΕΧΘΗΚΕ ΣΥΝΟΔΙΚΑ ότι οι ετερόδοξες εκκλησιαστικές Κοινότητες είναι «Εκκλησίες... Δεν προκύπτει και συνεπώς είναι εντελώς λανθασμένο το συμπέρασμα της «Ομολογίας» ότι «Με βάση τα εκτεθέντα προηγουμένως, η Σύνοδος της Ελλαδικής Εκκλησίας και για τη Σύνοδο της Κρήτης… πήρε ΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ και ως εκ τούτου καθίσταται ΑΙΡΕΤΙΚΗ»» εν τη δογματική εννοία του όρου, γι΄αυτό και δεν ενέκρινε το 6ο κείμενο της Συνόδου της Κρήτης, που αφορά στις σχέσεις με τους ετεροδόξους" Μὲ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ὁ π. Ἀναστάσιος νομίζει ὅτι ἀποδεικνύει τὴν ἀποτείχιση τοῦ π. Παύλου ἀλλὰ καὶ ὅλως τῶν ἀποτειχισμένων ὡς παράνομη, τὴν στάση τοῦ Κυθήρων (καὶ κάποιων ἄλλων;) ὡς ὀρθή καὶ φυσικὰ τὴν δική του ἀνακολουθία ὡς ὑπακοή στὴν Ἐκκλησία.
Φυσικὰ γιὰ τὰ ὅσα ἀντίθετα μὲ τώρα ὁ ἴδιος ἔλεγε, ὅπως ἀποδείχθηκε σὲ προηγούμενο ἄρθρο (ἐδῶ), ὁ π. Ἀναστάσιος δὲν ἀπαντάει. Ὅπως θὰ δοῦμε ὅμως παρακάτω ὁ π. Ἀναστάσιος μὲ τὴν ἐπιχειρηματολογία του καταφέρνει μόνο ἕνα: Νὰ θέτει ἐαυτόν ἐναντίον ὅλων, φίλων καὶ ἐχθρῶν, χωρὶς νὰ ἐξηγεῖ σὲ τί ἀποσκοπεῖ; Ἕνα μόνο εἶναι σίγουρο, τὴν ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία σὲ καιροὺς αἱρέσεως καὶ σχισμάτων δὲν τὴν ἐκφράζει, ὅπως θὰ μᾶς δείξουν οἹ παρακάτω ἀναιρέσεις ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρές, φίλους καὶ ἐχθρούς: 
Τὴν μεγαλύτερη ἀναίρεση τῶν ἐπιχειρημάτων ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνακολουθία τοῦ π. Ἀναστασίου προσφέρουν πρωτίστως οἱ ἴδιοι οἱ Οἰκουμενιστές (ἐδῶ):  
Αναγνωρίζει, άραγε, ο π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, ως κληρικός της Εκκλησίας της Ελλάδος, Εκκλησίας που έλαβε μέρος στη Σύνοδο, «την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας»; Τι διδάσκει σχετικά το ποίμνιό του; Διακρίνει ανάμεσα στις προσωπικές του «επιστημονικές» απόψεις και στην ευθύνη του ως ποιμένα λογοδοτούντος στον τοπικό του επίσκοπο; Η Σύνοδος αυτή κακοδόξησε ή ορθοδόξησε; Αν συνέβη το δεύτερο, γιατί διαμαρτύρεται; Αν διέδωσε αιρέσεις, πώς αποδέχεται – με δεδομένες τις απόψεις του για την ευθύνη των ποιμένων – να παραμένει μέλος μιας Εκκλησίας που έλαβε μέρος στις εργασίες της και που με Εγκύκλιό της υποστήριξε τη συμμετοχή της και την προσφορά της Συνόδου; Γιατί μνημονεύει στις Λειτουργίες του το όνομα επισκόπου που είναι μέλος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας αυτής;»
Τί ὁμολογοῦν λοιπὸν οἱ οἰκουμενιστὲς κατήγοροι τοῦ ἴδιου τοῦ π. Ἀναστασίου; Ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀποδέχθηκε καὶ συνέβαλε τὰ μάλα στὴν διεκπεραίωση, ὁλοκλήρωση καὶ ἑδραίωση τῆς ψευτοσυνόδου του Κολυμπαρίου! Καὶ ὡς ἐκ τούτου σύμφωνα μὲ τὴν λογική, τὴν ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία καὶ τώρα τὸ μέγα παράδοξο: ἀντίθετα μὲ αὐτὰ ποὺ ὑποστηρίζει τώρα ὁ π. Ἀναστάσιος καὶ σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ ἔχει παλαιότερα συγγράψει (καὶ φυσικὰ ὁ Κυθήρων καὶ ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι), θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε ἀποτειχιστεῖ. Τὸν ρωτοῦν λοιπόν, εὐλόγως οἱ Οἰκουμενιστές: Γιατὶ δὲν ἀποτειχίζεσαι, π. Ἀναστάσιε, (καὶ συνεχίζουμε ἐμεῖς) ἀλλὰ κατηγορεῖς τὸν π. Παῦλο ποὺ τὸ ἔπραξε; 
Μάλιστα σ’ ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς τῆς Α.Θ.Π., τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου πρὸς τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν κ. Ἱερώνυμο (18.11.2016, ἀρ. πρωτ. 1153 – τὸ ὅλο κείμενο  (ἐδῶ) διαβάζουμε: 
«Περιέρχονται καθ’ ημέραν εις το καθ’ ημάς Οικουμενικόν Πατριαρχείον και εις την ημετέραν Μετριότητα προσωπικώς εκ διαφόρων πηγών πληροφορίαι ότι ο Πρωτοπρεσβύτερος κ. Θεόδωρος Ζήσης και οι συν αυτώ ομόφρονες κληρικοί και λαϊκοί, δια του διαδικτύου και των διαφόρων μέσων γενικής ενημερώσεως, περιερχόμενοι δε και διαφόρους αδελφάς Ορθοδόξους Εκκλησίας, προσκαλούσι τους αδελφούς Προκαθημένους και τους ποιμένας, αλλ’ ιδιαιτέρως τον ευσεβή Ορθόδοξον Λαόν, εις ανταρσίαν και αμφισβήτησιν των αποφάσεων της εν Κρήτη εν ευλογίαις και εν επιτυχίαις συνελθούσης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, η εις τας εργασίας της οποίας συμβολή της Υμετέρας προσφιλούς Μακαριότητος και της Αντιπροσωπείας της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος υπήρξεν οικοδομητική και συντελεστική της σημειωθείσης επιτυχίας».
Ἐδῶ ὁ πατριάρχης καλεῖ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νὰ διώξει τὸν π. Θεόδωρο Ζήση καὶ τοὺς ὁμόφρονές του κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, σημειώνοντας ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος συνέβαλε συντελεστικὰ στὴν ἐπιτυχία τῆς ψευτοσυνόδου καὶ τὼν αἱρετικῶν της ἀρθρῶν. Πῶς ὑποστηρίζει λοιπόν, ὁ π. Ἀναστάσιος τὰ ἀντίθετα; 
Ὁ π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος μὲ τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὶς θέσεις ποὺ προβάλλει, ἀναιρεῖ τὸν ἕως τώρα συνοδοιπόρο του καὶ πολλάκις θεολογικὴ πηγὴ τῶν θέσεων του π. Θεόδωρο Ζήση. Ὁ π. Θεόδωρος σὲ ἄρθρο του κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τὶς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶχε μεταξὺ ἄλλων γράψει (ἐδῶ): 
«1. Ἁλυσίδα πλανῶν τῆς σύγχρονης Ἱεραρχίας
Οἱ δογματικές καί ἱεροκανονικές ἐκτροπές τῆς Διοικούσας Ἐκκλησίας στήν Ἑλλάδα ἦσαν σπάνιες κατά τούς 19ο καί 20ό αἰῶνες, αὐξήθηκαν ὅμως καί τείνουν νά γίνουν καθεστώς κατά τόν τρέχοντα 21ο αἰώνα. Ἡ ἀρχή τοῦ κακοῦ ἔγινε μέ τήν ἐπίσκεψη τοῦ πάπα στήν Ἀθήνα τόν Μάϊο τοῦ 2001 καί συνεχίσθηκε μέ τήν ὑπογραφή ἀντορθοδόξων κειμένων στό Θεολογικό Διάλογο μέ τούς Προτεστάντες στό Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας (2006) καί στό Πουσάν τῆς Ν. Κορέας (2013). Κορυφώθηκε στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης τόν Ἰούνιο τοῦ 2016, στήν ὁποία μία κολοβή καί ἀντικανονική σύναξη τῆς μειοψηφίας τῶν Ὀρθοδόξων ἐπισκόπων ἀνέτρεψε ὅλη τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία Συνόδων καί Πατέρων καί ἀναγνώρισε τίς αἱρέσεις ὡς ἐκκλησίες, ἐνισχύοντας τήν θέση αὐτή μέ τήν ἔγκριση τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας στό λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, δηλαδή αἱρέσεων, καί μέ τήν ἐπαινετική ἀποδοχή τῶν αἱρετιζόντων κειμένων τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων.
Ἐλπίζαμε ὅτι ἡ ἱεροκανονική διακοπή μνημόνευσης ἐπισκόπων, πού συμμετεῖχαν στήν ψευδοσύνοδο ἤ ὑποστήριξαν τίς ἀποφάσεις της ἐκ μέρους κάποιων κληρικῶν, θά ἀναχαίτιζε αὐτήν τήν ἀντορθόδοξη καί δαιμονοκίνητη πορεία, ἀλλά πρός τό παρόν αὐτό δέν συνέβη. Ἐπειδή δέν ὑπῆρξε ἰσχυρή ἀντίδραση κυρίως ἐκ μέρους τῶν ἐπισκόπων, τό ὀρθόδοξο μέτωπο ἐμφανίσθηκε ἀσθενές...
2. Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή.
Ὅλα αὐτά τά ὁποῖα μέ πολλή συντομία ἀναφερθήκαμε συνετέλεσαν στήν ἀφύπνιση τοῦ ὑγιοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο παραπονούμενο δικαιολογημένα γιά τήν ἀδράνεια καί ἀδιαφορία τῆς πλειονότητας τῶν ἐπισκόπων ἀμφιβάλλει καί δυσπιστεῖ γιά τήν ποιμαντική τους μέριμνα καί ἐπιστασία καί προβληματίζεται πλέον γιά τό ἄν πρέπει νά ὑπακούει στίς συστάσεις καί νουθεσίες τους ἤ νά τούς θεωρήσει ὡς λυκοποιμένες καί ὁδηγούς στήν ἀπώλεια καί ὄχι στήν σωτηρία…».
Βλέπουμε ὅτι σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν π. Ἀναστάσιο ὁ π. Θεόδωρος ὀρθότατα καὶ σαφέστατα κατηγορεῖ ὄχι μόνο ὅσους Ἐπισκόπους συμπορεύθηκαν μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές, ἀλλὰ καὶ ὅσους ἀδράνησαν σιώπησαν ἢ ἀντέδρασαν χλιαρὰ στὶς ἀποφάσεις τοῦ Κολυμπαρίου καὶ στὴν ἐφαρμογή τους ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ τοὺς θεωρεῖ συνυπεύθυνους μὲ τοὺς ξεκάθαρα αἰρετίζοντες συναδέλφους τους. Δηλαδὴ τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὑποστηρίζει ὁ π. Ἀναστάσιος. Καὶ ἀκολουθεῖ ἡ πλήρης ἀναίρεση τῆς ἐπιχειρηματολογίας του π. Ἀναστασίου ἀπὸ τὸν π. Θεόδωρο: 
Ὁ Οἰκουμενισμός πρίν ἀπό τήν ψευδοσύνοδο ὑποστηριζόταν ἀπό μεμονωμένα πρόσωπα, ἦταν πλάνη καί αἵρεση κάποιων προσώπων, τήν ὁποία ἀπέρριπταν καί καταδίκαζαν ἡ πλειονότητα τῶν κληρικῶν, τῶν θεολόγων καί τῶν πιστῶν. Τώρα ὅμως γαυριᾶ καί ὑψώνει κεφάλι, διότι διαθέτει συνοδική ἀποδοχή, τήν ὁποία προσπαθεῖ νά ἐπιβάλει στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσοι ἔλαβαν μέρος στήν ψευδοσύνοδο ἤ ὑποστήριξαν τίς ἀποφάσεις κατέστησαν συνένοχοι καί συνυπεύθυνοι, ὑποκείμενοι γι᾽ αὐτό εἰς ὅσα προβλέπουν οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας γιά τούς αἱρετικούς καί αἱρετίζοντες. Αὐτός ἦταν καί ὁ λόγος τῆς ἐκ μέρους ἀρκετῶν κληρικῶν καί μοναχῶν διακοπῆς τῆς μνημόνευσης τῶν ὀνομάτων τῶν οἰκείων ἐπισκόπων. Οἱ Οἰκουμενιστές ἀντέδρασαν, ἐκήρυξαν διωγμούς, ἐχάλκευσαν συκοφαντίες καί ἔστησαν δικαστήρια. Ἀπό ὅσους ἐδειλίασαν νά ὁμολογήσουν, ἄλλοι ἐσιώπησαν αἰδημόνως ἀναγνωρίζοντας σιωπηλά ἤ καί ἐπαινώντας τούς τολμηρούς, ἄλλοι ὅμως βρῆκαν προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις καί μάλιστα θεολογικές, γιά νά δικαιολογήσουν τήν δειλία τους καί τήν ἔλλειψη παρρησίας καί ἑτοιμότητας νά ὑποστοῦν τήν κοσμική ἀπομόνωση, τό ξεβόλεμα, τήν κακοπάθεια. Ὑποστήριξαν ὅτι ἡ διακοπή μνημόνευσης τῶν ἐπισκόπων, δηλαδή ἡ ἀποτείχιση, προκαλεῖ σχίσμα, σέ θέτει ἐκτός Ἐκκλησίας, ὡσάν νά εἶναι τόσο ἀμαθεῖς καί ἀθεολόγητοι, ὥστε νά μή σκεφθοῦν ὅτι τόσοι Ἅγιοι καί σύγχρονοι Ἐπίσκοποι καί Γέροντες πού διέκοψαν τήν μνημόνευση αἱρετικῶν καί αἱρετιζόντων δέν ἦσαν ἀσφαλῶς σχισματικοί, οὔτε βρέθηκαν ἐκτός ἐκκλησίας».
Ἀκόμα καὶ ὁ πιὸ ἀδαὴς καταλαβαίνει, ὅτι σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ π. Θεοδώρου, ἡ προδοσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος "ἦταν καί ὁ λόγος τῆς ἐκ μέρους ἀρκετῶν κληρικῶν καί μοναχῶν διακοπῆς τῆς μνημόνευσης τῶν ὀνομάτων τῶν οἰκείων ἐπισκόπων" καὶ ὁ Σεβασμιώτατος Κυθήρων καὶ ὁ π. Ἀναστάσιος κατηγορῶντας τον π. Παῦλο γιὰ σχίσμα, ἐπειδὴ δὲν μνημονεύει ἕναν Ἐπίσκοπο (τὸν Κυθήρων) ποὺ δείλιασε, συμβιβάστηκε καὶ οὔτε κἂν τὴν διακοπὴ μνημοσύνου ξεκάθαρα αἰρετιζόντων Ἐπισκόπων (μὲ τοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος συλλειτουργεῖ) δὲν ἐπαίνεσε ἢ θεώρησε ἱεροκανονικῶς σωστή, συμπεριλαμβάνει ἑαυτὸν στὴν ἀκόλουθη κατηγορία:  Ἀπό ὅσους ἐδειλίασαν νά ὁμολογήσουν, ἄλλοι ἐσιώπησαν αἰδημόνως ἀναγνωρίζοντας σιωπηλά ἤ καί ἐπαινώντας τούς τολμηρούς, ἄλλοι ὅμως βρῆκαν προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις καί μάλιστα θεολογικές, γιά νά δικαιολογήσουν τήν δειλία τους καί τήν ἔλλειψη παρρησίας καί ἑτοιμότητας νά ὑποστοῦν τήν κοσμική ἀπομόνωση, τό ξεβόλεμα, τήν κακοπάθεια. Ὑποστήριξαν ὅτι ἡ διακοπή μνημόνευσης τῶν ἐπισκόπων, δηλαδή ἡ ἀποτείχιση, προκαλεῖ σχίσμα, σέ θέτει ἐκτός Ἐκκλησίας, ὡσάν νά εἶναι τόσο ἀμαθεῖς καί ἀθεολόγητοι, ὥστε νά μή σκεφθοῦν ὅτι τόσοι Ἅγιοι καί σύγχρονοι Ἐπίσκοποι καί Γέροντες πού διέκοψαν τήν μνημόνευση αἱρετικῶν καί αἱρετιζόντων δέν ἦσαν ἀσφαλῶς σχισματικοί, οὔτε βρέθηκαν ἐκτός ἐκκλησίας.
Ἀλλὰ καὶ ὁ μακαριστὸς π. Νικόλαος Μανώλης παραδέχεται ξεκάθαρα σὲ ἄρθρο του τὴν ἀποστασία και τὰ ψέματα τῆς ψευτοσυνόδου καὶ τῆς ἐγκυκλίου «πρὸς τὸν λαό» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ποὺ ἀρνεῖται ὁ π. Ἀναστάσιος (ἐδῶ): 
«Η Αλήθεια: Η Ιεραρχία της Ελλαδικής Εκκλησίας, προσχωρήσασα συνοδικώς στην αίρεση του Οικουμενισμούεφαρμόζει την αστυνομική και τρομοκρατική παράγραφο του αρ. 22 του Συνοδικού κειμένου “Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον”, που απαγορεύει τον θεολογικό διάλογο στο σώμα του πληρώματος της Εκκλησίας, επί προφάσει τηρήσεως ή δήθεν προασπίσεως της γνησίας Ορθοδοξίας, γιατί δήθεν οι σύνοδοι αποτελούν “την ανώτατην αυθεντίαν επί θεμάτων πίστεως και κανονικών διατάξεων».
Ἄρα μὲ τὰ ἐπιχειρήματά του περὶ μὴ συμπόρευσης τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν αἵρεση ὁ π. Ἀναστάσιος ἐναντιώνεται καὶ στὸ ἔως την κοίμησή του συνοδοιπόρο του μακαριστὸ π. Νικόλαο, ἀφοῦ κατὰ τὸν δεύτερο Η Ιεραρχία της Ελλαδικής Εκκλησίας, προσχωρήσασα συνοδικώς στην αίρεση του Οικουμενισμούεφαρμόζει την αστυνομική και τρομοκρατική παράγραφο του αρ. 22 του Συνοδικού κειμένου “Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον”.
Ὁ π. Ἀναστάσιος δὲν ἐναντιώνεται ὅμως μόνο στοὺς παραπάνω δύο.
Ὁ καθηγητὴς Θεολογίας καὶ ἕως τώρα ἐπίσης συνοδοιπόρος τοῦ π. Ἀναστασίου κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης ἐπισημαίνει μεταξὺ ἄλλων  σὲ ἐπιστολή του πρὸς τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος, ποὺ κατὰ τὸν π. Ἀναστάσιο δὲν ἐπικύρωσε τὶς ἀποφάσεις τῆς Κολυμπαρίου Συνόδου (ἐδῶ): 
«Με­τά τή «Σύ­νο­δο» τῆς Κρή­της ἐκ­δό­θη­κε ἡ «Ἐγ­κύ­κλιος τῆς Ἁ­γί­ας καί Με­γά­λης Συ­νό­δου τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας» (Κρή­τη, 2016), ἡ ὁ­ποί­α πα­ρου­σιά­ζει θε­ο­λο­γι­κές ἀν­τι­φά­σεις. Γι’ αὐ­τό καί θά ἀ­να­φερ­θοῦ­με ἐ­πι­γραμ­μα­τι­κά σ’ αὐ­τές. Συγ­κε­κρι­μέ­να, στήν δεύ­τε­ρη πα­ρά­γρα­φο ση­μει­ώ­νε­ται τό ἑ­ξῆς: «Ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος τῆς Μί­ας, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ αὐ­θεν­τι­κήν μαρ­τυ­ρί­αν τῆς πί­στε­ως εἰς τόν θε­άν­θρω­πον Χρι­στόν.­.­.­». Ἐ­δῶ,γεν­νᾶ­ται εὔ­λο­γα τό λο­γι­κό καί θε­ο­λο­γι­κό ἐ­ρώ­τη­μα: Πῶς «ἡ Ἁ­γί­α καί Με­γά­λη Σύ­νο­δος τῆς Μί­ας, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ αὐ­θεν­τι­κήν μαρ­τυ­ρί­αν τῆς πί­στε­ως εἰς τόν θε­άν­θρω­πον Χρι­στόν», ὅ­ταν αὐ­τή ἀ­να­γνω­ρί­ζει τούς Νε­στο­ρια­νούς, τούς Μο­νο­φυ­σῖ­τες, τούς Ἀν­τι­χαλ­κη­δο­νί­ους καί τούς Μο­νο­θε­λῆ­τες ὡς Ἐκ­κλη­σί­ες, ἐ­νό­σῳ αὐ­τοί ἔ­χουν κα­τα­δι­κα­σμέ­νη ἀ­πό Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους Χρι­στο­λο­γί­α;
Στήν τρί­τη πα­ρά­γρα­φο μνη­μο­νεύ­ον­ται Σύ­νο­δοι κα­θο­λι­κοῦ «κύ­ρους», ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ἐ­πί Με­γά­λου Φω­τί­ου καί ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Πα­λα­μᾶ καί ἡ Σύ­νο­δος τοῦ 1484, μέ τήν ὁ­ποί­α ἀ­πο­κη­ρύσ­σε­ται ἡ ψευ­δο­σύ­νο­δος τῆς Φλω­ρεν­τί­ας. Ἀ­κό­μη καί οἱ Σύ­νο­δοι, πού ἀ­πο­κη­ρύσ­σουν τίς Προ­τε­σταν­τι­κές δο­ξα­σί­ες. Πῶς συμ­βι­βά­ζον­ται, ὅ­μως, ὅ­λα αὐ­τά μέ τήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῶν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῶν καί τῶν Προ­τε­σταν­τῶν ὡς Ἐκ­κλη­σι­ῶν;
Στήν πα­ρά­γρα­φο 20 ση­μει­ώ­νον­ται τά ἑ­ξῆς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Οἱ δι­α­χρι­στι­α­νι­κοί δι­ά­λο­γοι ἐ­λει­τούρ­γη­σαν ὡς εὐ­και­ρί­α διά τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­αν, διά νά ἀ­να­δεί­ξῃ τό σέ­βας πρός τήν δι­δα­σκα­λί­αν τῶν Πα­τέ­ρων καί διά νά δώ­σῃ ἀ­ξι­ό­πι­στον μαρ­τυ­ρί­αν τῆς γνη­σί­ας πα­ρα­δό­σε­ως τῆς Μιᾶς, Ἁ­γί­ας, Κα­θο­λι­κῆς καί Ἀ­πο­στο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ ὑ­πό τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κλη­σί­ας δι­ε­ξα­γώ­με­νοι δι­ά­λο­γοι οὐ­δέ­πο­τε ἐ­σή­μα­ναν, οὔ­τε ση­μαί­νουν καί δέν πρό­κει­ται νά ση­μά­νουν πο­τέ οἱ­ον­δή­πο­τε συμ­βι­βα­σμόν εἰς ζη­τή­μα­τα πί­στε­ως. Οἱ δι­ά­λο­γοι αὐ­τοί εἶ­ναι μαρ­τυ­ρί­α πε­ρί τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.­.­.­». Ἡ δή­λω­ση αὐ­τή, ὅ­μως, δι­α­ψεύ­δε­ται ἀ­πό τά κοι­νά Κεί­με­να, τά ὁ­ποῖ­α ὑ­πε­γρά­φη­σαν καί ἀ­πό τούς Ὀρ­θο­δό­ξους, ὅ­πως εἶ­ναι τοῦ B­a­l­a­m­a­nd, τοῦ P­o­r­to A­l­e­g­re, τῆς Ρα­βέν­νας καί τοῦ P­u­s­s­an. Καί ἡ Συ­νο­δι­κή Ἐγ­κύ­κλιος κα­τα­κλεί­ε­ται ὡς ἐ­ξῆς: «Ταῦ­τα ἀ­πευ­θύ­νον­ται ἐνσυ­νό­δῳ πρός τά ἐν τῷ κό­σμῳ τέ­κνα τῆς ἁ­γι­ω­τά­της Ὀρ­θο­δό­ξου ἡ­μῶν Ἐκ­κλη­σί­ας καί πρός τήν οἰ­κου­μέ­νην πᾶ­σαν, ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι καί τοῖς συ­νο­δι­κοῖς θε­σπί­σμα­σι πρός δι­α­φύ­λα­ξιν τῆς πα­τρο­πα­ρα­δό­του πί­στε­ως». Ὅ­μως, ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α «ἑ­πο­μέ­νη τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σι καί τοῖς συ­νο­δι­κοῖς θε­σπί­σμα­σι» δέν ἀ­να­γνώ­ρι­σε πο­τέ στό πα­ρελ­θόν, ὡς Ἐκ­κλη­σί­α, τούς αἱ­ρε­τι­κούς, ὅ­πως ἐ­πι­χεί­ρη­σε νά κά­νει ἡ ἐν λό­γῳ «Συ­νέ­λευ­ση τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων» στήν Κρή­τη…Ἐ­δῶ, ὑ­πεν­θυ­μί­ζου­με ἐν­δει­κτι­κά καί πά­λι τά Κεί­με­να τοῦ B­a­l­a­m­a­nd, τοῦ P­o­r­to A­l­e­g­re, τῆς Ρα­βέν­νας, τοῦ P­u­s­s­an, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν σο­βα­ρές ἐκκλησι­ο­λο­γι­κές αἱ­ρέ­σεις ».
Στὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ κ. Τσελεγγίδη γίνεται ξεκάθαρο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος προσπάθησε καὶ προσπαθεῖ μέχρι σήμερα νὰ ρίξει στάχτη στὰ μάτια τῶν πιστῶν ψευδόμενη ὑπὲρ τῶν ἀποφάσεων τῆς ψευτοσυνόδου τοῦ Κολυμπαρίου. Ἀποκαλύπτεται ὅτι οἹ Ἕλληνες Ἱεράρχες λένε πράγματα ποὺ εἴτε ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν στέκουν, εἴτε ἐκ τῶν πράξεων τους ἀναιροῦνται. Φυσικὰ δὲν εἶνια ἀδαεῖς οἹ Ἱεράρχες, ὥστε νὰ μὴν γνωρίζουν τί λένε καὶ τί κάνουν. Ἀκολούθως ἐρωτοῦμε καὶ πάλι: Ποιά βάση ἔχει ἡ ἐπιχειρηματολογία του π. Ἀναστασίου, μὲ τὴν ὁποία καταδικάζει τὴν ἀποτείχιση τοῦ π. Παύλου; Κάθε νοήμων νοῦς ἀπαντάει; Καμία! Ὁ π. Ἀναστάσιος γιὰ λόγους, ποὺ μόνο ὁ ἴδιος γνωρίζει (ἐμεῖς μόνο ἰκασίες μποροῦμε νὰ κάνουμε), ἀλλὰ ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν εἶναι λόγοι εὐσεβείας, προσπαθεῖ νὰ συγκαλύψει τὰ τοῖς πᾶσι γνωστά.
Ἐδῶ πρέπει νὰ γίνει ξεκάθαρη σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ π. Ἀναστασίου ἡ διδάσκαλία τῶν Ἁγίων σχετικὰ μὲ τὸ κύριο καὶ ἀγωνιῶδες ἐρώτημα ποὺ βασανίζει τοὺς πιστοὺς στὴν σημερινὴ ἐποχὴ τῆς πλάνης καὶ τῆς Παναιρέσεως, δηλ. τὸ ποιός ἱερέας σήμερα εἶναι τελικὰ εὐσεβής, καθὼς ἡ παναίρεση κατάφερε νὰ ἀλλοιώσει καὶ νὰ διαχωρήσει τὴν πίστη ἀπὸ τὸ ὀρθόδοξο ἦθος, ὡσὰν νὰ εἶναι δυνατόν (μὲ ἁγιοπατερικὰ κριτήρια) νὰ νοεῖται Ὀρθόδοξος ποὺ νὰ ἐργάζεται τὶς ἀρετὲς καὶ νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὰ θεμέλια τῶν ἀρετῶν, ποὺ εἶναι ἡ ὀρθὴ Πίστη, ἡ καθημερινὴ Ὁμολογία καὶ ὁ ἀγώνας ἐναντίον τῆς αἱρέσεως, ὅταν καὶ ὅπου αὐτὴ ὑπάρχει. 
Ἡ θέση αὐτή (καὶ τοῦ π. Ἀναστασίου) εἶναι ἄκρως ἀντίθετη μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων ἡ ὁποία ἐκφράζεται ξεκάθαρα καὶ ἄνευ δυνατότητας παρερμηνείας στὰ ἑξῆς: «Οἵτινες τὴν ὑγιᾶ ὀρθόδοξον πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δὲ τοῖς ἑτερόφροσι, τοὺς τοιούτους, εἰ μετὰ παραγγελίαν μὴ ἀποστῶσιν, μὴ μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλὰ μηδὲ ἀδελφοὺς ὀνομάζειν» (Λόγια τοῦ Μέγα Βασιλείου ἀπὸ ἁγ. Μάρκου Ἐφέσου, Ὁμολογία, CFDS, Ser. A. τόμ. Χ, fasc. II, σελ. 133). Ὁ Μ. Βασίλειος δηλαδὴ καὶ ὁ ἅγ. Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς λένε τὰ ἀκριβῶς ἀντίθετα περὶ εὐσεβείας τῶν ἱερέων ἀπὸ αὐτὰ ποὺ λένε οἱ σημερινοὶ «εὐσεβεῖς» καὶ ὁ π. Ἀναστάσιος, οἱ ὁποῖοι ἂν τουλάχιστον ὁμολογοῦσαν τὴν ἀδυναμία τους, ἀντὶ νὰ τὴν κρύβουν πίσω ἀπὸ τὴν εὐσέβεια, θὰ ἔβρισκαν περισσότερη κατανόηση καὶ σεβασμό.
Ὁ ὅσ. Μελέτιος ὁ Γαλησιώτης στὴν «Ἀλφαβηταλφάβητό» του στὸ κεφ. ρνγ΄ (153) ἀπὸ τὸν στίχο 34 φωτογραφίζει μὲ ἀκρίβεια τὴν σημερινὴ θλιβερὴ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση:
"Ὄλα αὐτὰ ὅμως τὰ παραχώρησε ὁ Θεός, γιὰ νὰ ἀναδειχθοῦν σὲ αὐτοὺς τοὺς καιροὺς οἱ σταθεροὶ ὡς πρὸς τὴν εὐσέβεια καὶ νὰ φανερώσουν τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸν Θεό. Ὑπὲρ αὐτῆς ἔλεγξε καὶ ὑπέφερε τὴν θάνατο. Πάντες κομπάζουν ἀπὸ κοινοῦ καὶ περισσότερο οἱ ποιμένες, ὅταν ἐμφανίστηκε ἡ αἵρεση, ὑπέκυψαν καὶ προσπαθοῦν μὲ ἐκβιασμοὺς νὰ φέρουν μὲ τὸ μέρος τους αὐτοὺς ποὺ ἀντιστέκονται, διαβάλλοντάς τους μὲ ρητορικὲς ἀπάτες καὶ περιβάλλοντάς τους μὲ δεινὲς σοφιστικὲς πλεκτᾶνες καὶ πείθοντάς τους μὲ συλλογισμοὺς καὶ μάταιες συστροφές... Ἐὰν κάποιος εἶναι εὐσεβής, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν γλώσσα, μόνο μὲ τοὺς λόγους εὐσεβής, ἀλλὰ στὶς πράξεις σκοντάφτει (σσ. τότε δὲν εἶναι εὐσεβής), ὁ Θεὸς πάντως, ὅπως λέει ὁ Μ. Βασίλειος, δὲν θέλει κανένα, ποὺ εὐσεβεῖ κατὰ τὸ ἥμισυ".
Ἀς ἀναιρέσει ὁ π. Ἀναστάσιος τοὺς Ἁγίους στοὺς ὁποίους ὑπακούει ὁ π. Παῦλος καὶ γι' αὐτό συκοφαντεῖται.
Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Η απάντηση του αγ. Μαξίμου του Ομολογητού σε μία ερώτηση, την οποία ακούμε συνεχώς σήμερα:

Τίποτα δὲν ἄλλαξε. Καὶ σήμερα ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν αἵρεση τὸ ἴδιο ἐρώτημα κάνουν

                                           

Ὁ ἅγιος Μάξιμος, ἐπειδή δέν κοινωνοῦσε μέ τά πατριαρχεῖα, δέχθηκε ἀπό τήν τότε κρατοῦσα ἐκκλησία τήν ἐπίκαιρη ἀκόμη καί σήμερα ἐρώτηση: «Σύ μόνος σώζῃ (θα σωθείς) καί πάντες ἀπόλλυνται (θα χαθούν);» Καί ἀπήντησε: «Οὐδένα κατέκριναν οἱ τρεῖς παῖδες μή προσκυνήσαντες τῇ εἰκόνι, πάντων ἀνθρώπων προσκυνούντων. Οὐ γάρ ἐσκόπουν (δὲν κοίταζαν) τά τῶν ἄλλων ἀλλ᾽ ἐσκόπουν (κοίταζαν) ὅπως ἄν αὖτοί μή ἐκπέσωσι τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας... Κἀμέ οὖν μή δῷ (να μη δώσει) ὁ Θεός κατακρῖναι τινα, ἤ εἰπεῖν (ή να πω), ὅτι ἐγώ μόνος σώζομαι. Αἱροῦμαι (προτιμώ) δέ ἀποθανεῖν, ἤ θρόησιν ἔχειν κατά τό συνειδός (ή να με κατακρίνει η συνείδηση), ὅτι περί τήν εἰς Θεόν πίστην παρεσφάλην (έσφαλα) καθ᾽ οἱονδήποτε τρόπον». Στήν πίεση ὅτι καί ἡ τῆς Ρώμης ἐκκλησία θά κοινωνήσει μέ τόν πατριάρχη εἶπεν: «Τό Πνεῦμα τό ἅγιον, διά τοῦ ᾿Αποστόλου, καί ἀγγέλους ἀναθεματίζει παρά τό κήρυγμά τι νομοθετοῦντος». Ὅταν δέ τοῦ ζήτησαν μόνον νά σιωπήσει, γιά τήν εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας, τότε ἀφοῦ ἔπεσε κάτω στή γῆ μετά δακρύων εἶπε᾽ «ου δύναμαι λυπῆσαι τόν Θεόν σιωπῶν, ἅπερ αὐτός λαλεῖσθαι καί ὁμολογεῖσθαι προσέταξαι» (δεν μπορώ να σιωπήσω και να λυπήσω το Θεό όταν αυτός μάς πρόσταξε να ομολογούμε) (ΡG 90, 120, 121, 124).