Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μητρ. Αντώνιος Bloom. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μητρ. Αντώνιος Bloom. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μία σημαντικότατη λεπτομέρεια που οι περισσότεροι από μας δυστυχώς παραβλέπουμε

Μέσα στὸ φῶς τῆς Μεταμόρφωσης

Κυριακὴ μετὰ τὴ Μεταμόρφωση

Ὑπάρχουν στιγμὲς τῆς πνευματικῆς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τῆς πιὸ συνηθισμένης καθημερινῆς ζωῆς τόσο ὡραῖες, τόσο ὑπέροχες ποὺ νὰ μᾶς κάνουν νὰ θέλουμε τὸ χρόνο, τὴ ζωή, τὴν αἰωνιότητα νὰ σταματήσουν ἐκεῖ ὥστε τίποτα ἄλλο νὰ μὴν ξανασυμβεῖ ποτέ. Αὐτὸ εἶχαν νιώσει οἱ Ἀπόστολοι ποὺ ὁ Χριστὸς εἶχε πάρει μαζί Του πάνω στὸ ὄρος τῆς Μεταμόρφωσης, αὐτὸ ἤθελε νὰ ἐκφράσει ὁ Πέτρος ὅταν ἔλεγε: «Κύριε, εἶναι καλὸ νὰ εἴμαστε ἐδῶ, ἂς κτίσουμε τρεῖς σκηνές, μία γιὰ Σένα, μία γιὰ τὸ Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία κι ἂς μείνουμε ἐδῶ μέσα στὶς ἀκτίνες τοῦ ἄυλου αὐτοῦ, θεϊκοῦ φωτός, τυλιγμένοι μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ὑπέροχη εἰρήνη».

Οὔτε ὁ Πέτρος ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι δὲν πρόσεξαν τότε κάτι ποὺ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀργότερα μετέδωσαν σὲ ἄλλους, τὸ ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς μεταμορφώθηκε (φάνηκε μέσα στὴ λάμψη τῆς αἰώνιας δόξας) τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας Τοῦ μιλοῦσαν σχετικὰ μὲ τὸ ταξίδι Του στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴ Σταύρωσή Του. Ἐδῶ, ὅπως καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης βλέπουμε ὅτι οἱ ἀπόστολοι, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐμεῖς ἦταν ἱκανοὶ νὰ ξεχωρίζουν τὰ λαμπρὰ καὶ θαυμάσια πράγματα παραβλέποντας πολὺ συχνὰ τί τίμημα εἶχαν αὐτὰ γιὰ τὸ Χριστό. Ὁ Ἅγ. Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ μιλώντας σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες του εἶχε πεῖ: «Ζήτησε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ Θεό, ὁ,τιδήποτε σοῦ χρειάζεται, νὰ θυμᾶσαι ὅμως τὴν τιμὴ ποὺ Ἐκεῖνος πλήρωσε γιὰ νὰ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἱκανοποιεῖ τὰ αἰτήματά σου». Ἤθελε μὲ αὐτὸ νὰ πεῖ: «Μὴ ζητήσεις κάτι ἀνάξιο τῆς θυσιασμένης θεϊκῆς ἀγάπης, τοῦ θανάτου καὶ τῆς Σταύρωσης τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ».

Ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ ἀπόστολοι, ὅταν ζοῦμε τὶς καλύτερές μας στιγμὲς εὐχόμαστε ὁ χρόνος νὰ σταθεῖ καὶ νὰ μπορέσουμε νὰ παραμείνουμε γιὰ πάντα, σὲ τί; Στὴν ξεγνοιασιά, νὰ μπορέσουμε νὰ ξεχάσουμε γιὰ πάντα ὅτι φοβερὰ πράγματα συμβαίνουν κάποτε στὶς δικές μας ζωὲς καὶ τὶς ζωὲς τῶν ἄλλων, ὅτι ὑπάρχουν καταστάσεις ὅπως ἡ μοναξιά, ἡ ἀρρώστια καὶ ὁ φόβος, ὅτι ὑπάρχουν φρίκες ὅλων τῶν εἰδῶν. Θέλουμε νὰ μποῦμε στὴ θαυμαστὴ εἰρήνη τοῦ μεταμορφωμένου κόσμου ποὺ ὅλοι προσδοκοῦμε μὰ ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμη ἀποκαλυφθεῖ, δὲν ἔχει γίνει πραγματικότητα, στὸν ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ πιστεύουμε καὶ τὸν ὁποῖο σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις εἴμαστε ἱκανοὶ νὰ ζήσουμε στὸ μεγάλο καὶ θαυματουργό του βάθος. Πρέπει ὅμως νὰ θυμούμαστε ὅτι μιὰ τέτοια ἐμπειρία μᾶς δωρίζεται γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ μπάσουμε τὴν ἀκτινοβολία αὐτὴ τῆς Μεταμόρφωσης μέσα στὸ σκοτεινό, κρύο, θλιμμένο κόσμο.

Ὅταν ὁ Μωυσῆς στάθηκε ἀπέναντι στὸ Θεὸ πάνω στὸ ὄρος Σινᾶ καὶ φωτίστηκε ἀπὸ τὴ Δόξα Του εἶχε τόσο πολὺ ἀπορροφηθεῖ μέσα στὸ φῶς ὥστε ὅταν κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὄρος οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴν ἀντέχουν τὴ λάμψη τοῦ προσώπου του. Τέτοιοι ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε καὶ ἐμεῖς ὑστέρα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ἑνὸς οὐράνιου ἤ ἐπίγειου μεταμορφωτικοῦ θαύματος. Αὐτὸ ποὺ συνέβηκε στοὺς ἀποστόλους καὶ στὸ Μωυσῆ θὰ πρέπει νὰ συμβεῖ καὶ σ\’ ἐμᾶς.

Ὁ Μωυσῆς δὲν παρέμεινε στὸ ὄρος γιὰ νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸ Θεό, ὅπως μιλᾶ κανεὶς σὲ κάποιο φίλο του, γιὰ νὰ ἐντρυφᾶ συνεχῶς στὴ θεϊκὴ δόξα, ἀλλὰ οὔτε καὶ στοὺς ἀποστόλους δὲν ἐπιτράπηκε νὰ παραμείνουν στὸ ἔνδοξο ὄρος τῆς Μεταμόρφωσης. Ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε: «Ἄγωμεν ἐντεῦθεν». Κατέβηκαν λοιπὸν στὰ πεδινά, στὴν πεδιάδα τῆς Παλαιστίνης κι ἐκεῖ συνάντησαν αὐτὸ τὸ ὁποῖο μᾶς περιγράφεται: τὴν ἀπαρηγόρητη θλίψη τῶν γονιῶν καὶ τῶν γνωστῶν τοῦ παιδιοῦ τὸ ὁποῖο ὑπέφερε ἀπὸ μία ἀνίατη ἀρρώστια καὶ κάτι ἴσως ἀκόμη χειρότερο, τὴ θλιβερὴ διαπίστωση ὅτι οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ στοὺς ὁποίους ὁ πατέρας εἶχε στραφεῖ ἦταν ἀνίκανοι νὰ βοηθήσουν. Ὁ Χριστὸς μόνο μπόρεσε νὰ βοηθήσει κι ἔκανε τὸ παιδὶ καλά. Ὅταν οἱ μαθητὲς Τὸν ρώτησαν γιατί οἱ ἴδιοι δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ κάνουν ὁ Χριστὸς ἀπάντησε: «Τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ».

Συμβαίνει κάποτε νὰ ἀξιωνόμαστε τὴν ἐμπειρία ἑνὸς μεταμορφωμένου κόσμου, τὴν ἐμπειρία τῆς εἰσόδου στὸν κόσμο ἑνὸς στοιχείου θαυμαστοῦ, θεϊκοῦ· τὴν ἐμπειρία αὐτὴ ὀφείλουμε νὰ τὴ συντηρήσουμε σὰν ἕνα πολύτιμο δῶρο κι ἔπειτα νὰ βγοῦμε στὸν κόσμο γιὰ νὰ τὴ μοιραστοῦμε μὲ τοὺς ἄλλους. Θὰ μπορέσουμε ὅμως νὰ τὴ μεταδώσουμε μόνο ἂν ἐπωμιστοῦμε τὸν ἀγώνα τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς. Ἡ νηστεία δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἁπλῶς ἡ φυσικὴ νηστεία ἀλλὰ ἡ ἀποχὴ ἀπὸ ὁτιδήποτε ἔχει γιὰ κέντρο τοὺς ἑαυτούς μας, ἀπὸ τὴν κάθε αὐτοαγάπη, τὸν κάθε ἐγωισμό, τὴν κάθε πνευματικὴ καὶ συναισθηματικὴ ἀπληστία, τὴν κάθε ἐπιθυμία γιὰ κατοχὴ ἤ γιὰ ἀνεξέλεγκτη ἐλευθερία. Αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ πετύχουμε μόνο ἂν προσευχόμαστε, καὶ πιὸ πέρα ἀπὸ αὐτὸ ὄχι ἂν ἁπλῶς ἐπαναλαμβάνουμε τὶς λέξεις μιᾶς προσευχῆς ἀλλὰ ἂν βιάζουμε τοὺς ἑαυτούς μας νὰ εἰσχωροῦν στὸ πνεῦμα καὶ τὶς σκέψεις τῶν ἁγίων, ἂν προσπαθοῦμε μὲ ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας μέσα σ\’ αὐτὸ τὸ συννεφιασμένο, σκοτεινό, ὀρφανεμένο κόσμο νὰ παραμένουμε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ζωντανὸ Θεὸ ποὺ εἶναι φῶς, χαρὰ καὶ ζωή.

Ἂς μελετήσουμε τὴ Μεταμόρφωση. Ἂς ἀναλογιστοῦμε τὶς στιγμὲς ἤ τὶς περιόδους τῶν ζωῶν μας στὶς ὁποῖες εἴχαμε ζήσει σ\’ ἕνα μεταμορφωμένο κόσμο, στὶς ὁποῖες τὸ κάθε τί μέσα καὶ γύρω μας φωτιζόταν ἀληθινὰ ἀπὸ θεϊκὸ φῶς. Μὲ τὸ φῶς αὐτὸ ἂς πλησιάσουμε τὸ κάθε πρόσωπο, ὅλες τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς: ἂς τοὺς προσφέρουμε τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Περισυλλογὴ καὶ λατρεία

Ἡ περισυλλογὴ καὶ ἡ προσευχὴ συχνὰ συγχέονται, ἀλλά, ἂν ἡ περισυλλογὴ ἐξελίσσεται σὲ προσευχή, δὲν ὑπάρχει κανένας κίνδυνος ἀπ’ αὐτὴ τὴ σύγχυση. Κίνδυνος ὑπάρχει μόνο ὅταν ἡ προσευχὴ ἐκφυλίζεται σὲ περισυλλογή. Περισυλλογὴ ἀρχικὰ σημαίνει σκέψη , ἀκόμα καὶ ὅταν τὸ ἀντικείμενο τῆς σκέψης εἶναι ὁ Θεός. Ἂν ἡ σκέψη φέρνει σιγά-σιγά τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ὁδηγούμαστε σὲ μιὰ κατάσταση εὐλάβειας καὶ λατρείας, ἂν ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ προβάλει τόσο ἰσχυρὰ ὥστε νὰ νιώθουμε κοντά Του καὶ ἂν λίγο- λίγο ἀπὸ τὴν περισυλλογὴ μεταφερόμαστε στὴν προσευχή, πάει καλά. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως ποτὲ νὰ συμβεῖ τὸ ἀντίθετο καὶ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἄποψη ὑπάρχει ἀπόλυτη διαφορὰ μεταξὺ περισυλλογῆς καὶ προσευχῆς.

Ἡ βασικὴ διάκριση μεταξὺ περισυλλογῆς καὶ καθημερινῶν τυχαίων σκέψεων εἶναι ὅτι στὴν περισυλλογὴ ὑπάρχει συνοχὴ σκέψεων. Ἡ περισυλλογὴ εἶναι ἀσκητικὴ προσπάθεια ποὺ γίνεται μόνο μὲ διανοητικὴ νηφαλιότητα. Ὁ Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος, μιλῶντας γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο σκέπτονται συνήθως οἱ ἄνθρωποι, λέει ὅτι οἱ σκέψεις βουίζουν γύρω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας, σὰν σμῆνος κουνουπιῶν, πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις, μονότονα, χωρὶς σκοπὸ καὶ χωρὶς συγκεκριμένη κατάληξη.

Κυριακὴ Ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας (ελληνικά english)

Καθὼς περνοῦν οἱ ἑβδομάδες νοιώθουμε ὅτι πλησιάζουμε ὁλοένα στὴν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μᾶς φαίνεται ὅτι κινούμαστε γρήγορα, ἀπὸ Κυριακὴ σὲ Κυριακή, πρὸς τὴν ἡμέρα ποὺ κάθε φόβος, κάθε φρίκη θὰ χαθεῖ. 

Κι ὅμως, πόσο εὔκολα ξεχνᾶμε ὅτι πρὶν φτάσουμε στὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, πρέπει μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του, νὰ βαδίσουμε τὴν ὁδὸ τῆς Σταύρωσης. «Ἰδού, ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου θὰ παραδοθῆ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ θὰ Τὸν σταυρώσουν, καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν θὰ ἀναστηθεῖ». Ὅλοι ξέρουμε ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ, ἀλλὰ, ἔχουμε ποτὲ ἀναρωτηθεῖ πῶς γύρισαν οἱ μαθητές Του στὴν Ἱερουσαλήμ, ξέροντας ὅτι πλησίαζε ἡ Σταύρωση ; Κινοῦνταν φοβισμένοι. Δὲν εἶχαν ὡριμάσει τόσο, ὥστε νὰ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ καὶ τὴν ζωή τους θὰ ἔδιναν γιὰ νὰ διαδοθεῖ τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Κινοῦνταν μὲ φόβο. Ὅταν ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε νὰ γυρίσουν στὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν πόλη ποὺ εἶχε ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, βάζοντας τὴν ζωή Του σὲ κίνδυνο, ἐκεῖνοι Τοῦ εἶπαν: «ἂς μὴν πᾶμε..», καὶ μόνον ἕνας μαθητής, ὁ Θωμᾶς, εἶπε: «..Ὄχι. Ἂς πᾶμε μαζί Του, κι ἂς πεθάνουμε μαζί Του…» 

Ὁ μαθητὴς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ πιστεύω ἀφελῶς, ὀνομάσαμε Ἄπιστο: ὁ μόνος ποὺ δὲν ἦταν ἕτοιμος νὰ δώσει τὴν ἐμπιστοσύνη του, τὴν πίστη, τὴν ζωή του, τὸ αἷμα του, χωρὶς βεβαιότητα. Ἀλλὰ ἡ καρδιά του ἦταν ἀνεπιφύλακτα δοσμένη στὸν Χριστό. Πόσο ὑπέροχος εἶναι ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος! Ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς, δὲν θὰ ἐγκατέλειπαν τὸν Χριστό∙ θὰ βάδιζαν μαζί Του πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα. 

Ὁ ἐκ γενετῆς τυφλός (Ἰωαν. θ΄1-35)

Εἰς τὸ νομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 

Ὁ τυφλὸς πρὶν τὴν συνάντησή του μὲ τὸν Χριστὸ δὲν εἶχε δεῖ ποτ τίποταΠαντοῦ σκοτάδι· ἔπρεπε νὰ μαντεύει ἐξερευνῶντας μὲ τὴν ἁφὴ τὰ πράγματα, νὰ χρησιμοποιεῖ τὴν φαντασία του. Δὲν εἶχε καθαρὴ εἰκόνα τῶν πραγμάτων. 

Τότε συνάντησε τὸν Χριστό, κι Ἐκεῖνος τοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια. Καὶ ποιὸ ἦταν τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ εἶδε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τὴ ματιά Του· τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, γεμάτο προσοχή, συμπονετικὴ ἀγάπη, νὰ στέκει ἐπάνω του μόνο, χώρια ἀπὸ τὸ πλῆθος. Ἦρθε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸν Ζωντανὸ Θεὸ καὶ ἀντιμετώπισε τὸ θαῦμα ποὺ τόσο πολὺ μᾶς ἐκπλήσσει: Ὅτι ὁ θεὸς μπορεῖ νὰ ἐπικεντρώνει τὴν προσοχή Του στὸν καθένα μας – ὅπως ὁ Καλὸς Ποιμὴν μὲ τὸ χαμένο πρόβατο – καὶ δὲν βλέπει τὸ πλῆθος, ἀλλὰ τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ πρόσωπο. Ὕστερα, πιθανὸν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐρεύνησε τὰ πάντα γύρω του, καὶ ὅ,τι γνώριζε μόνο ἀπὸ περιγραφὲς, ἀπὸ ὅ,τι ἄκουγε, ἔγινε πραγματικότητα – «τώρα βλέπω». 

Συμβαίνει καὶ τώρα· μπορεῖ νὰ συμβεῖ στὸν καθένα μας. Ὅπως ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς, ζοῦμε κι ἐμεῖς τὸν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς μας ἀπὸ ἐλεημοσύνη, καθόμαστε σὰν ζητιάνοι στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου ἁπλώνοντας τὸ χέρι, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι κάποιος θὰ μᾶς προσέξει, ἄν ὄχι ἐμᾶς, τουλάχιστον τὸ χέρι μας, καὶ νὰ μᾶς δώσει κάτι γιὰ νὰ μᾶς κρατήσει ἔστω γιὰ λίγες ὧρες. Μιὰ τέτοια στήριξη παίρνουμε μέσα ἀπὸ ἕνα φιλικὸ βλέμμα ποὺ ἀκουμπᾶ ἐπάνω μας, ἕνα λόγο ποὺ μᾶς ἀπευθύνουν, μιὰ καλωσύνη ποὺ μᾶς γίνεται. Ἀλλὰ, ὅλα αὐτὰ μᾶς ἀφήνουν νὰ παραμένουμε στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου∙ συνεχίζουμε νὰ εἴμαστε τυφλοὶ καὶ ἱκετεύουμε γιὰ βοήθεια. 

Ἡ προσευχὴ τοῦ Βαρτίμαιου


Ἡ περίπτωση τοῦ Βαρτίμαιου, ὅπως ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Μάρκο ( 10,46), μᾶς βοηθάει νὰ κατανοήσουμε κάπως ἱκανοποιητικὰ μερικὰ θέματα ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν προσευχή.

«Καὶ ἔρχονται στὴν Ἱεριχώ. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ, Αὐτὸς καὶ οἱ μαθητές του καὶ λαὸς πολύς, καθόταν κοντὰ στὸ δρόμο καὶ ζητιάνευε ὁ τυφλὸς Βαρτίμαιος, ὁ γιὸς τοῦ Τίμαιου. Καὶ ὅταν ἄκουσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ἦταν ἐκεῖ, ἄρχισε νὰ φωνάζει δυνατὰ καὶ νὰ λέει: Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Δαυίδ, ἐλέησέ με. Καὶ τὸν ἀπόπαιρναν μερικοὶ καὶ τοῦ ἔλεγαν νὰ σιωπήσει. Αὐτὸς ὅμως φώναζε ὅλο καὶ περισσότερο: υἱὲ τοῦ Δαυίδ, ἐλέησέ με. Τότε σταμάτησε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε νὰ τὸν φέρουν κοντά του. Πῆγαν λοιπὸν καὶ εἶπαν στὸν τυφλό. Κουράγιο, σήκω νὰ πᾶς, σὲ φωνάζει. Κι αὐτός, ἀφοῦ πέταξε τὸ ἐξωτερικό του ροῦχο, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἐμποδίζει στὸ τρέξιμο, σηκώθηκε καὶ ἦρθε κοντὰ στὸν Ἰησοῦ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκρίθηκε καὶ τοῦ εἶπε: Τί θέλεις νὰ σοῦ κάνω; Καὶ ὁ τυφλός τοῦ ἀπάντησε: Δάσκαλε, θέλω νὰ ξαναβρῶ τὸ φῶς μου. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε: Πήγαινε, ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε. Καὶ ἀμέσως ξαναβρῆκε τὸ φῶς του καὶ ἀκολούθησε τὸν Ἰησοῦ στὴν πορεία Του.

Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος, ὁ Βαρτίμαιος, δὲν πρέπει, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται νὰ ἦταν νέος. Στεκόταν ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια στὴν πύλη τῆς Ἱεριχῶ, ζώντας ἀπὸ τὴν εὔσπλαχνη ἢ τὴν ἀδιάφορη βοήθεια τῶν περαστικῶν. Πιθανὸν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του νὰ εἶχε δοκιμάσει ὅλα τὰ γνωστὰ φάρμακα καὶ ὅλες τὶς θεραπευτικὲς μεθόδους. Θὰ τὸν εἶχαν ἀσφαλῶς πάει, ὅταν ἦταν μικρός, στὸ Ναό, θὰ εἶχαν προσευχηθεῖ καὶ θὰ εἶχαν προσφέρει θυσίες γιὰ νὰ βρεῖ τὴν ὑγεία του. Εἶχε ἐπισκεφθεῖ ὅλους ἐκείνους πού, εἴτε γιατί εἶχαν κάποιο χάρισμα, εἴτε γιατί εἶχαν εἰδικὲς γνώσεις, μποροῦσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν. Εἶχε ἀσφαλῶς πολὺ ἀγωνιστεῖ γιὰ νὰ βρεῖ τὸ φῶς του καὶ τελικὰ εἶχε ἐντελῶς ἀπογοητευτεῖ. Εἶχε δοκιμάσει ὅλα ὅσα μποροῦσε νὰ βάλει τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ παρόλα αὐτὰ ἦταν ἀκόμα τυφλός.

Ἡ Ἀπουσία Τοῦ Θεοῦ

Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια τῆς ἀλήθειας πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε πὼς ὁ Θεὸς μπορεῖ καὶ νὰ εἶναι ἀπών. Αὐτὴ ἡ ἀπουσία φυσικὰ εἶναι ὑποκειμενική, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι πάντα παρὼν γιὰ τὸν καθένα μας. Μπορεῖ ἐν τούτοις νὰ μείνει ἀόρατος καὶ δυσνόητος, νὰ μᾶς διαφεύγει. Ὅταν ὁ Θεὸς δὲ μᾶς προσφέρεται, ὅταν δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε τὴν παρουσία Του, τότε πρέπει νὰ βροῦμε τὴ δύναμη νὰ περιμένουμε μὲ δέος καὶ σεβασμό.

Ὑπάρχει ὅμως κι ἄλλο ἕνα στοιχεῖο σ’ αὐτὴ τὴν ὑποκειμενικὴ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ. Μιὰ σχέση τότε μόνο μπορεῖ νὰ εἶναι ἀληθινὴ ὅταν συντελεῖται σὲ κλίμα ἀμοιβαίας ἐλευθερίας.

Συχνὰ νοιώθουμε πὼς δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ ἀρχίσουμε νὰ προσευχόμαστε, γιὰ νὰ ὑποχρεώσουμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς φανερωθεῖ· νὰ Τὸν ἀναγκάσουμε νὰ μᾶς ἀκούσει, νὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ νιώσουμε τὴν παρουσία Του, νὰ μᾶς βεβαιώσει ὅτι μᾶς ἀκούει. Ἂν ἦταν ἔτσι, ἡ σχέση δὲ θὰ ἦταν ἐλεύθερη, θὰ ἦταν μηχανική, δὲ θὰ εἶχε χαρὰ καὶ αὐθορμητισμό. Θὰ προϋπέθετε ἐπιπλέον ὅτι βρισκόμαστε πάντοτε στὴν κατάλληλη φόρμα νὰ δοῦμε τὸ Θεό.

Ὁ Ἀλφόνσος Σατωμπριὰν σὲ ἕνα σημαντικὸ βιβλίο του περὶ προσευχῆς μὲ τίτλο La Réponse du Seigneur (Ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου), μᾶς λέει πὼς ἡ αἰσθητῆ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ προέρχεται συνήθως ἀπὸ τὴ δική μας τύφλωση. Θὰ ἤθελα νὰ ἐξηγήσω αὐτὴ τὴ φράση μὲ ἕνα παράδειγμα.

Ἑρμηνεία στὴν περικοπὴ τῶν Πέντε Ἄρτων

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς και του Υἱοῦ και τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Χρόνο μὲ τὸ χρόνο καὶ ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιὰ διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο σὲ νέα πλαίσια και ὑπὸ τὸ πρῖσμα σημερινῶν καταστάσεων, εἴτε εἶναι προσωπικὲς ἤ ἱστορικὲς. Καὶ κάθε φορὰ τὸ ἕνα ἤ τὸ ἄλλο ἐδάφιο μπορεῖ μὲ διαφορετικὸ τρόπο νὰ προκαλεῖ τὴν προσοχή μας.

Σήμερα διαβάσαμε τὴν περικοπὴ γιὰ τὸν χορτασμὸ τοῦ πλήθους ἀπὸ τὸν Χριστὸ. Καὶ πιὸ συχνὰ ἔχουμε διαβάσει στὰ κείμενα τῶν Πατέρων καὶ σὲ πνευματικοὺς συγγραφεῖς γιὰ τὸ αἴσθημα τῆς κατάπληξης στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δύναμης ποὺ μποροῦσε νὰ θρέψει τόσους πολλοὺς μὲ τόσο λίγα, ποὺ πράγματι κάνει θαύματα σ’ ἕναν κόσμο τόσο πολὺ ἀποξενωμένο ἀπὸ Ἐκεῖνον, ὅταν μοναχὰ μιὰ ὑποψία πίστης, μιὰ ρωγμὴ στὴν ἁρματωσιὰ τῆς ἀπιστίας μας θὰ τοῦ ἐπέτρεπε νὰ ἐνεργήσει.

Καὶ σήμερα διαβάζοντας τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ μὲ ξάφνιασαν ξανὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Οἱ μαθητὲς του κάνουν ἔκκληση νὰ διώξει τὰ πλήθη, ἐπειδὴ ἡ μέρα ἔφθασε στὸ τέλος της, ἐπειδὴ ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ βρίσκονται μέχρι τὰ γειτονικὰ χωριὰ εἶναι μεγάλη, ἡ κούραση καὶ τὸ σκοτάδι θα τοὺς καταβάλλουν ἐὰν παραμείνουν ἐκεῖ περισσότερο. Καὶ ὅμως, ἔμειναν χωρὶς φαγητὸ μιὰ ὁλόκληρη μέρα, ἀκούγοντας τὸν ζωηφόρο λόγο τοῦ Χριστοῦ.

Κυριακὴ Ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας

    Πώς μπορούμε να μπούμε στον ναό;


Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

Ἑβδομάδα μ’ ἑβδομάδα νοιώθουμε ὅτι πλησιάζουμε ὁλοένα τὴν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μᾶς φαίνεται ὅτι κινούμαστε γρήγορα, ἀπὸ Κυριακὴ πρὸς Κυριακή, πρὸς τὴν ἡμέρα ποὺ κάθε φόβος, κάθε φρίκη θὰ χαθεῖ.

Κι ὅμως τόσο εὔκολα ξεχνᾶμε ὅτι πρὶν φτάσουμε τὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, πρέπει μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του, νὰ βαδίσουμε τὴν ὁδὸ τῆς Σταύρωσης. «Ἰδού, ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου θὰ παραδοθῆ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ θὰ Τὸν σταυρώσουν, καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν θὰ ἀναστηθεῖ». Ὅλοι ξέρουμε ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ, ἀλλὰ ἔχουμε πότε ἀναρωτηθεῖ πῶς γύρισαν οἱ μαθητές Του στὴν Ἱερουσαλήμ, ξέροντας ὅτι ἡ Σταύρωση ἦταν κοντά; Κινοῦνταν φοβισμένοι. Δὲν εἶχαν ὡριμάσει τόσο, ὥστε νὰ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ καὶ τὴν ζωή τους θὰ ἔδιναν γιὰ νὰ διαδοθεῖ τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Κινοῦνταν μὲ φόβο. Ὅταν ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε νὰ γυρίσουν στὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν πόλη ποὺ εἶχε ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, βάζοντας τὴν ζωή Του σὲ κίνδυνο, ἐκεῖνοι Τοῦ εἶπαν: «ἂς μὴν πᾶμε..», καὶ μόνον ἕνας μαθητής, ὁ Θωμᾶς, εἶπε: «..Ὄχι. Ἂς πᾶμε μαζί Του, κι ἂς πεθάνουμε μαζί Του…»

Κυριακὴ τοῦ θριάμβου τῆς Ὀρθοδοξίας

                    


         Anthony Bloom Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Κάθε βδομάδα, σ’ αὐτὴ τὴν περίοδο τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν Σαρακοστή, ἔχουμε ἤδη δεῖ τὶς παραβολὲς στὶς ὁποῖες ἡ κατάστασή μας φαίνεται τόσο ξεκάθαρα, μὲ τέτοια σαφήνεια, τόσο καυστικὰ ἀπεικονισμένη, καὶ ταυτόχρονα μὲ τόσο αὐστηρὲς προοειδοποιήσεις, ποὺ δὲν ὑπάρχει μέση ὁδός, ἀνάμεσα στὴν ὁδὸ τῆς ζωῆς καὶ στὴν ὁδὸ τοῦ θανάτου, ὅτι μπορεῖ νὰ ζοῦμε στὴ γῆ στὸ λυκόφως τοῦ ἀσυνείδητου, ἀλλὰ θὰ ἔρθει κάποια στιγμὴ ποὺ τὸ φῶς θὰ λάμψει μπρός μας καὶ θὰ γίνει ξεκάθαρο ἂν ἐμεῖς εἴμασταν παιδιὰ τοῦ φωτὸς ἢ αἰχμάλωτοι τοῦ σκότους. Καὶ κορυφαῖο σημεῖο σ’ αὐτὴ τὴν διαδικασία εἶναι ἡ ἀνάγνωση τοῦ Κανόνα τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέα Κρήτης στὸν ὁποῖο ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ μετάνοια τόσο δυνατὰ ἀπεικονίζονται.

Ἀλλὰ τώρα μπαίνουμε σὲ μία καινούργια φάση τῆς προετοιμασίας γιὰ τὸ Πάσχα, μπαίνουμε στὴν Σαρακοστὴ ποὺ εἶναι μιὰ παλιὰ λέξη ποὺ σημαίνει «ἄνοιξη», ἡ ἀρχὴ τῆς ζωῆς· μία περίοδος ὅπου δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ ζοῦμε στὸ ἡμίφως ποὺ ἔχει ἀκόμα δύναμη πάνω μας, ἀλλὰ μὲ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ, τὸ φῶς ποὺ διαλύει τὸ σκοτάδι, τὸ φῶς ποὺ κάνει ὅλα ν’ ἀστράφτουν, νὰ εἶναι τὰ ἴδια φῶς σύμφωνα μὲ τὰ λόγια του Χριστοῦ.

Σήμερα θυμόμαστε τὸν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν ἡμέρα ποὺ ἡ Ἐκκλησία ὁμολόγησε στὴν τελευταία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, τὸν 9ο αἰώνα, καὶ διεκήρυξε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ εἶναι οὐσιώδη γιὰ τὴν Χριστιανικὴ πίστη. Κι αὐτὰ ποὺ διακηρύχθηκαν ἦταν ἡ ἐλπίδα, ἡ ἀπόλυτη, ἀδιάσειστη ἐλπίδα, γιατί αὐτὸ ποὺ διακηρύχθηκε ἦταν ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος· ὁ Θεὸς ἐπέλεξε, σὲ μία πράξη ἀγάπης γιά μᾶς, ἀλληλεγγύης πρὸς ἐμᾶς, παρότι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, παρότι πεπτωκότες, παρότι ἀμαυρωμένοι, διάλεξε τὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος σὰν μέσο γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐθύνη, ναὶ τὴν εὐθύνη! Μὲ τὴν κίνηση τῆς δημιουργίας ποὺ συντελέστηκε χωρὶς τὴν δική Του κάθοδο, καὶ τὴν ἐλευθερία, μᾶς ἔδωσε τὴν ἀπόλυτη προϋπόθεση νὰ μποροῦμε ν’ ἀγαπήσουμε καὶ νὰ ἐπιλέξουμε τὴν ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατο, ἀλλὰ τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ τὴν ..τρομακτικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν πτώση μας.

Σήμερα διαβάσαμε στὸ Εὐαγγέλιο, στὸ ὁποῖο ὁ Ἅγ Ἰωάννης διακηρύσσει, μὲ τὰ λόγια τοῦ Ναθαναήλ, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, ὁ Σωτήρας ποὺ ἦλθε, ὁ Θεὸς σὰν τὸ μέσο μας, κι ὅλα εἶναι δυνατά, ἂν μόνο ἂν πιστεύουμε.

Ὁ Τελώνης καὶ ὁ Φαρισαῖος

Anthony Bloom
Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στὸ ταξίδι μας πρὸς τὴν Τεσσαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα, συναντοῦμε ἕναν ἀριθμὸ παραβολῶν ποὺ πρέπει νὰ μᾶς προετοιμάσουν στὸ ταξίδι μας. Καὶ ἡ σημερινὴ παραβολὴ μᾶς μιλάει γιὰ τὸν Τελώνη καὶ τὸν Φαρισαῖο.

Ὁ Τελώνης εἰσῆλθε στὴν ἐκκλησία γνωρίζοντας ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ βρίσκεται ἐκεῖ. Μὲ ποιὰ ἔννοια; Ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα μικρὸ μέρος στὴ γῆ ποὺ εἶναι ὁλοκληρωτικὰ ἀφιερωμένο στὸν Θεό, ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ, ἐκεῖ ὅπου ἔχει δικαίωμα νὰ ζεῖ, ἐκεῖ ὅπου ἐρχόμαστε νὰ συναντήσουμε Αὐτὸν καὶ κανέναν ἄλλο. Ὦ, φυσικὰ, ὅλους τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ μαζί μ’ Ἐκεῖνον. Καὶ ὁ Τελώνης στάθηκε στὴν πόρτα γνωρίζοντας ὅτι εἶναι ἕνας ξένος καὶ ὅτι ἡ μόνη του ἐλπίδα βρισκόταν στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ. Εἶχε πεῖ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, « Παιδί μου, δῶσε μου τὴν καρδιά σου – ὅλα τὰ ὑπόλοιπα εἶναι δικά μου».

Ἔτσι μποροῦμε νὰ ἔλθουμε καὶ νὰ προσφέρουμε τὴν καρδιά μας στὸν Θεὸ καὶ μόνο τότε μποροῦμε νὰ βαδίσουμε σ’ αὐτὸν τὸν ἱερὸ τόπο.

Ὁ Φαρισαῖος ζοῦσε σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες· σκέφτηκε, ἔνοιωσε ὅτι ἔκανε τὸ κάθε τι ποὺ περίμεναν ἀπὸ αὐτὸν σύμφωνα μὲ τὸν νόμο, εἶχε δικαιώματα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· εἶχε δικαίωμα νὰ βρίσκεται στὸ βασίλειο τοῦ Θεοῦ, ἦταν ἕνας ἀπὸ τὸν δικὸ Του λαό. Καὶ γι’ αὐτὸ, κοιτάζοντας γύρω του, μποροῦσε νὰ συγκρίνει τὸν ἑαυτό του μὲ ἄλλους ποὺ δὲν ἄξιζαν στὰ μάτια του τὸ ἴδιο μ’ ἐκεῖνον.

Κυριακὴ τοῦ Ζακχαίου

 


12 Ἰανουαρίου 1978

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα εἰσήλθαμε στὴν περίοδο τῶν ἑβδομάδων στὴν πορεία μας πρὸς τὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, ποὺ μᾶς λένε νὰ ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας· τότε θὰ ἔλθει καιρὸς νὰ μὴν σκεφτόμαστε τίποτα ἄλλο παρὰ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴν σωτηρία μας· καὶ ὅταν φθάσουμε στὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, τότε δὲν θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε καμιά σκέψη, τίποτα παρὰ τὸν Κύριο τοῦ ὁποίου τὸ πάθος θὰ ἀτενίζουμε πρὶν νὰ εἰσέλθουμε μαζὶ στὴν δόξα καὶ στὴν χαρὰ τῆς Ἀνάστασης Του.

Τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα διαβάσαμε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἰεριχώ· ἄμεσα εἶναι μιὰ πρόκληση γιὰ ἐμᾶς· ὅλοι ἱσχυριζόμαστε ὅτι βλέπουμε· ὅλοι ἱσχυριζόμαστε ὅτι δὲν εἴμαστε τυφλοὶ, καὶ ὅμως, δὲν εἶναι ὁ τρόπος ποὺ βλέπουμε μιὰ ἄλλη μορφὴ τύφλωσης; Δὲν εἴμαστε τυφλωμένοι ἀπὸ ὅ,τι βλέπουμε πρὸς τὸ ἀόρατο, δὲν εἴμαστε τυφλοὶ ἀπὸ προκατάληψη ἀπέναντι στὴν ἀλήθεια, δὲν εἴμαστε τυφλοὶ ἀπὸ τὸ πάθος ἀπέναντι στὴν ἀλήθεια; Καὶ ἔτσι, ὁ καθένας μας ὀφείλει νὰ ρωτήσει τὸν ἑαυτό του ἄν αὐτὸ ποὺ βλέπει εἶναι ἡ πραγματικότητα τῶν πραγμάτων, καὶ ἄν ὄχι, νὰ στραφεῖ στὸν Θεὸ νὰ τοῦ δώσει ἐπίγνωση. Καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ μᾶς τυφλώνει περισσότερο ἀπελπιστικὰ εἶναι ἡ ματαιότητα ποὺ μᾶς κάνει νὰ δεχόμαστε γιὰ ἀληθινὰ ὅλα τὰ ψέματα ποὺ ἴσως ἀκοῦμε ἤ παρατηροῦμε ποὺ ἐνισχύουν τὴν αὐτοεκτίμηση μας, ποὺ μᾶς κάνουν νὰ ἀπορρίπτουμε κάθε τι ποὺ εἶναι γιὰ ἐμᾶς κριτική ἤ καταδίκη.

Τί θέλουμε ἀληθινά ἀπό τόν Χριστό;

Γιά νά μπορέσουμε νά προσευχηθοῦμε, πρέπει νά ζήσουμε στήν κατάστασι, ἡ ὁποία καθορίζεται σάν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.




Anthony Bloom, Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)


Ὁ Θεός εἶναι διατεθειμένος νά μείνη τελείως ἔξω ἀπό τήν ζωή μας, εἶναι ἕτοιμος νά τό σηκώση αὐτό σάν ἕναν σταυρό, ἀλλά δέν εἶναι καθόλου διατεθειμένος νά γίνη ἁπλῶς ἕνα μέρος τῆς ζωῆς μας.

Ἔτσι, ὅταν σκεπτόμαστε τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, δέν ἀξίζει νά ἐρωτήσουμε τόν ἑαυτό μας: ποιός φταίει γι’ αὐτό;

Πάντοτε ἀποδίδουμε τήν ἐνοχή στόν Θεό, πάντοτε κατηγοροῦμε Ἐκεῖνον, εἴτε κατ’ εὐθείαν εἴτε μπροστά στούς ἀνθρώπους, ὅτι εἶναι ἀπών, ὅτι ποτέ δέν εἶναι παρών ὅταν Τόν χρειαζόμαστε, ποτέ δέν ἀνταποκρίνεται ὁσάκις καταφεύγουμε σ’ Αὐτόν.

Εἶναι στιγμές, πού εἴμαστε περισσότερο «εὐσεβεῖς» καί λέμε εὐλαβικά: «ὁ Θεός δοκιμάζει τήν ὑπομονή μου, τήν πίστη μου, τήν ταπείνωσί μου». Βρίσκομε ἕνα σωρό τρόπους, γιά νά μεταβάλουμε τήν ἐναντίον μας κρίσι τοῦ Θεοῦ σέ ἔπαινό μας. Εἴμαστε τόσο ὑπομονετικοί, ὥστε μποροῦμε νά ὑποφέρουμε ἀκόμα καί τόν Θεό!

Ὅταν πᾶμε νά προσευχηθοῦμε, ὅλες τίς φορές θέλουμε ΚΑΤΙ ἀπό Ἐκεῖνον καί καθόλου ΕΚΕΙΝΟΝ. Μπορεῖ αὐτό νά λεχθεῖ σχέση; Συμπεριφερόμαστε μέ τόν τρόπο αὐτόν στούς φίλους μας; Ἀποβλέπουμε, κυρίως, σ’ αὐτό πού ἡ φιλία μπορεῖ νά μᾶς δώση ἤ ἀγαπᾶμε τόν φίλο; Συμβαίνει τό ἴδιο στίς σχέσεις μας μέ τόν Θεό;

Ἄς σκεφθοῦμε τίς προσευχές μας, τίς δικές σας καί τίς δικές μου. Σκεφθῆτε τήν θέρμη, τό βάθος καί τήν ἔντασι πού ἔχει ἡ προσευχή σας, ὅταν ἀφορᾶ κάποιον πού ἀγαπᾶτε, ἤ κάτι πού ἔχει σημασία γιά τήν ζωή σας. Τότε ἡ καρδιά σας εἶναι ἀνοιχτή, ὅλος ὁ ἐσωτερικός σας ἐαυτός εἶναι προσηλωμένος στήν προσευχή. Μήπως αὐτό σημαίνει, ὅτι ὁ Θεός ἔχει κάποια σημασία γιά σᾶς; ΟΧΙ, καθόλου! Ἁπλῶς σημαίνει, ὅτι τό θέμα τῆς προσευχῆς σᾶς ἀπασχολεῖ.

Κυριακή Μετὰ τὰ Χριστούγεννα

 

Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Με τὴν φαντασία μας, ἄς πᾶμε πίσω 2.000 χρόνια. Τὶ θαυμάσιο μᾶς συμβαίνει: σὲ μιὰ ἑβδομάδα κι ὁ κόσμος εἶναι διαφορετικός. Ὁ κόσμος ἦταν γιὰ χιλιάδες χρόνια σὰν ἕνα χαμένο πρόβατο καὶ τὸ χαμένο πρόβατο τώρα βρέθηκε καὶ τὸ πῆρε στοὺς ὤμους Του ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, σὰν τον υἱό τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἀγεφύρωτο κενό, ποὺ ἡ ἁμαρτία δημιούργησε ἀνάμεσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν Θεό, ἄρχισε ἐπιτέλους νὰ γεφυρώνεται· ὁ Θεός μπῆκε στὴν ἱστορία, ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος. Ὁ Θεός ἔλαβε σάρκα καί ὅλα ἔγιναν ὁρατά, αὐτό που ἀντιλαμβανόμαστε μεσ’ τὴν τυφλότητά μας σὰν κάποιο ἀδιάφορης σημασίας γεγονός μπορεί μέσα ἀπό Κεῖνον νὰ τὸ δούμε σαν δόξα. Κάτι ἀπόλυτα νέο συνέβη· ὁ κόσμος δὲν εἶναι πιά ὁ ἴδιος.

Ὡστόσο, ὑπάρχει καὶ μιά ἄλλη διάσταση στὴν Ἐνανθρώπιση. Ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος ἀλλά ὁ Θεός σὰν Χριστός εἶπε ἀλήθειες καταλυτικές, ποὺ σταδιακά σὰν μαγιά ἔπεσαν στήν ζύμη καὶ ἄλλαξαν τὸν κόσμο· ὁ Θεός μᾶς ἀποκάλυψε τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ὅτι ὁ Χριστός ἔγινε ἄνθρωπος ἦταν ἀπόδειξη, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἀπόδειξη, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τόσο πλατύς, τόσο βαθύς, τόσο μυστηριωδῶς βαθύς, ποὺ θὰ μποροῦσε ὄχι μόνο νὰ γίνει ναός τῆς θείας παρουσίας ἀλλά νὰ ἑνωθεῖ με τὸν Θεό (Ἐκείνον), νὰ γίνει μέτοχος τῆς θείας φύσης Του, ὅπως τὸ ἔθεσε ὁ Ἀπ. Πέτρος στὴν ἐπιστολή του. Καὶ πάλι, ὁ ἄνθρωπος εἶναι σπουδαῖος, κι ὅσο κι ἄν πέφτουμε κι ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τὸν προορισμό μας, ὅσο ἀνάξιοι κι ἄν γινόμαστε γι’ αὐτόν, ὁ Θεός δὲν θὰ ἀποκαθιστοῦσε μαζί μας μιά σχέση κατώτερη ἀπ’ αὐτήν τῆς πατρότητας τῆς δικῆς Του καὶ τῆς δικῆς μας θυγατρικῆς ἤ υἱκῆς ἰδιότητας στὴν ὑψηλότερη μορφή της. Ὁ ἄσωτος υἱός ζήτησε ἀπ’ τὸν πατέρα του νὰ τὸν πάρει σαν μισθωτό, γιατί ἦταν ἀνάξιος νὰ λέγεται υἱός· ἀλλά ὁ πατέρας δὲν τὸ δέχτηκε. Ὅταν ὁ υἱός ὁμολόγησε, ὁ πατέρας τὸν σταμάτησε προτού προφέρει αὐτά τὰ λόγια, γιατί ὁ Θεός δὲν θέλει τὸν ἐξευτελισμό μας, δὲν εἴμαστε σκλάβοι ἤ μισθωτοί. Δὲν τὸ εἶπε ο Κύριος στοὺς μαθητές Του, «Δὲν σᾶς καλῶ πιὰ ὑπηρέτες, γιατί ὁ ὑπηρέτης δὲν γνωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου Του, κι ἐγώ θὰ σᾶς πῶ τὰ πάντα»;

Θαύματα τοῦ Χριστοῦ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου

         Anthony Blοοm, Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ξανὰ καὶ ξανὰ διαβάζουμε στὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὴν ὀργὴ ποὺ προκάλεσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς πραγματοποιώντας μιὰ πράξη ἐλέους, ἕνα θαῦμα τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Καὶ δὲν βοηθάει σὲ κάτι ἄν θέσουμε στὸν ἑαυτό μας τὴν ἐρώτηση: Γιατί τὸ ἔκανε αὐτὸ συνεχῶς, μὲ τέτοια ἐπιμονή; Θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε γίνει γιὰ νὰ ἀμφισβητήσει ἐκείνους ποὺ βρίσκονταν γύρω Του; Γιὰ νὰ τοὺς προκαλέσει; Θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἁπλὰ μιὰ παιδαγωγικὴ πράξη;

Πιστεύω ὅτι κρύβονται πολὺ περισσότερα στὴν πράξη Του. Ὁ Κύριος δημιούργησε τὸν κόσμο σὲ ἕξι ἡμέρες· τὴν ἕβδομη ἡμέρα ἀναπαύτηκε ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὸν μόχθοΤου. Ἀλλὰ τι συνέβη τότε στὸν κόσμο; Ἡ ἕβδομη ἡμέρα ἦταν ἡ μέρα ποὺ ὁ κόσμος περιῆλθε στὰ χέρια τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ὁλοκλήρωση του καὶ ἡ ἕβδομη ἡμέρα, τὸ Σάββατο τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία καταρέει ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν ἄφησε τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐργασθεῖ μόνος του, καθὼς λέει ὁ Κύριος Ἰησοῦς στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη, «Ὁ πατὴρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι», δείχνει τὴν ἐργασία Του στὸν Υἱό Του γιὰ νὰ τὴν ὁλοκληρώσει. Καὶ σὲ ἕνα ἄλλο ἐδάφιο μᾶς διδάσκει, μᾶς λέει ὅτι ἡ κρίση Του εἶναι ἀληθινὴ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἡ δική Του κρίση· ἀκούει τὰ λόγια τοῦ Πατέρα καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ κρίση ποὺ κηρύττει.

Καὶ ἔτσι, ἡ ἱστορία εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ὁδηγηθεῖ ἀπὸ τὴ σοφία, ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Συμβαίνει αὐτὸ ἐπειδὴ τόσο συχνὰ ἀναζητοῦμε τοὺς δικούς μας δρόμους, ἐπειδὴ δὲν ἀναρωτιόμαστε ποιὸς εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ, πῶς ὁ κόσμος ἔχει γίνει τόσο ἄσχημος, τόσο τρομακτικὸς, καὶ τραγικός.

Ἡ κλήση τῶν Ἀποστόλων

Εἶναι βασικὸ γιὰ ἐμᾶς νὰ κατανοήσουμε τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἀποστόλους. Ἄν μελετᾶτε τὸ Εὐαγγέλιο, θὰ δεῖτε ὅτι οἱ Ἀπόστολοι καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς γεννήθηκαν καὶ ἔζησαν στὴν ἴδια περιοχή. Ὁ Χριστὸς ἦρθε νὰ ζήσει σὰν παιδὶ στὴν Ναζαρέτ∙ οἱ Ἀπόστολοι ἔζησαν ὅλοι γύρω ἀπὸ τὸν τόπο Του. Δὲν γνωρίζουμε τίποτα ἀπὸ τὰ νεανικὰ χρόνια αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν, ἀλλὰ ἄν σκεφτοῦμε ὅτι ἡ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας βρισκόταν σὲ ἀπόσταση μικρότερη τῶν 4 μιλίων ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ, ὅτι ὅλες οἱ πόλεις καὶ τὰ χωριὰ, ὅπου ὁ Πέτρος, ὁ Ἀνδρέας, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος καὶ οἱ ἄλλοι μαθητὲς ἔζησαν, βρίσκονταν γύρω ἀπὸ τὸ ἴδιο μέρος, μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε ὅτι εἶχαν συναντήσει δεῖ καὶ ἀκούσει τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς παιδὶ καὶ ὡς νέο.

Δὲν γνωρίζουμε κάτι γιὰ τὴν ἐπιρροὴ τῆς προσωπικότητας Του, καθὼς μεγάλωνε ἁρμονικὰ εἰς ἄνδρα τέλειον, ἀπὸ ἀπόψεως πνευματικῆς σοφίας καὶ ἀρετῆς, ἀλλὰ ὑπῆρχαν μεταξύ τους δεσμοὶ οἰκειότητας. Οἱ μαθητὲς τοῦ Ἰωάννη, ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Ἰωάννης, ἦταν μαθητὲς ἑνὸς ἐξαδέλφου τοῦ Κυρίου. Ὁ Ἰάκωβος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἰωάννη, ὁ Πέτρος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἀνδρέα. Ὅταν πρῶτοι συνάντησαν τὸν Χριστὸ, ἀναζήτησαν τοὺς φίλους τους Ναθαναήλ καὶ Φίλιππο. Ἀκόμα τὰ λόγια τοῦ Ναθαναήλ: «Μπορεῖ κάτι καλὸ νὰ προέλθει ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ;» δὲν εἶναι παράξενα. Τι θὰ ἔλεγε ὁ κάθενας μας, ἄν τοῦ ἔλεγαν ὅτι ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ζεῖ σ’ἕνα χωριὸ 4 μίλια μακριὰ ἀπὸ τὸ χωριό του; 

Καὶ ἔπειτα ὑπάρχει μιὰ ὁλόκληρη πορεία ποὺ μποροῦμε ν’ ἀκολουθήσουμε στὰ Εὐαγγέλια, ὅπου μπορεῖ κάποιος νὰ δεῖ πῶς σταδιακὰ οἱ μαθητὲς ἀνακαλύπτουν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, πῶς σταδιακά ἔρχεται πιὸ κοντὰ τους. Καὶ μιὰ μέρα, ἡ σχέση τους μαζί Του εἶναι τέτοια ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ Τὸν ἀφήσουν ἀκόμα καὶ καὶ ἄν τὸ ἤθελαν. Ὅταν οἱ περισσότεροι μαθητές Του τὸν ἐγκατέλειψαν, ὁ Κύριος εἶπε στοὺς δώδεκα: «Θὰ φύγετε κι ἐσεῖς;» κι ὁ Πέτρος ἀπάντησε: «Ποῦ νὰ πᾶμε; Τὰ λόγια Σου εἶναι λόγια ζωῆς αἰωνίου». Αὐτὴ ἡ σχέση ἀνάμεσα στοὺς μαθητές καὶ τὸν Χριστὸ, ποὺ ἴσως ἄρχισε μέσα ἀπο τὴ φιλία,κατόπιν ἐξελίχθηκε σὲ θαυμασμὸ, γιὰ ν’ἀναπτυχθεῖ σὲ σχέση ἀνάμεσα στοὺς μαθητὲς μὲ τὸν Διδάσκαλο καθ’ὁδὸν πρὸς τὸν Καίσαρα Φίλιππο, ἀναγνωρίζεται καὶ ὁμολογεῖται ἀπὸ ἕναν ἀπ’ αὐτοὺς ὡς δῶρο τοὺ Θεοῦ: «Εἶσαι ὁ Χριστὸς, ὁ Υἱὸς τοῦ Ζωντανοῦ Θεοῦ». 

Ἡ παραβολὴ τοῦ Ἄφρονος Πλουσίου (Λουκ. ιβ΄16-21)

Ἡ παραβολὴ τοῦ Ἄφρονος Πλουσίου (Λουκ. ιβ΄16-21)

 30.11.1980

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὸ τέλος τῆς σημερινῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶναι μιὰ προειδοποιήση γιὰ κάτι ποὺ ὅλοι μας θὰ μπορούσαμε νὰ ἔχουμε συνειδητοποιήσει, – ὅτι ὁ θάνατος εἶναι δίπλα μας, ὅτι πολλά, πάρα πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ κάνουμε θὰ χαθοῦν μ’ ἐμᾶς ἐπειδὴ εἶναι περιττὰ, θνητά.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ προειδοποιήση τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πόσο κοντὰ εἶναι ὁ θάνατος θὰ μᾶς τρομοκρατοῦσε καὶ θὰ μᾶς στεροῦσε ἀπὸ τὴν δημιουργική μας δύναμη; Ὄχι, ἀντίθετα· οἱ Πατέρες συνήθιζαν νὰ λένε, «νὰ ἔχουμε συνεχῆ μνήμη θανάτου» ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τοῦ νὰ φοβόμαστε τὸν θάνατο καὶ νὰ ζοῦμε κάτω ἀπὸ τὴν σκιά του, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπειδὴ τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ γνώση ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι σύντομη, ὅτι μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ τελειώσει, μπορεῖ νὰ δώσει στὴν κάθε στιγμὴ τὸ τελικό της νόημα, καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τὴν αἴσθηση ὅτι πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ κάνουμε τὸ καλό, ὅτι πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ ζήσουμε ὅπως θὰ ζούσαμε γνωρίζοντας ὅτι ἀνὰ πάσα στιγμὴ ὁ θάνατος μᾶς ὑπερβαίνει, ἡ ζωή μας θὰ εἶναι μιὰ ζωὴ θριαμβευτική. Ἄν μοναχὰ εἴχαμε συνεχῶς αὐτὸ κατὰ νοῦ, θὰ ζούσαμε τόσο βαθιά, τόσο ἔντονα. Ἄν γνωρίζαμε ὅτι τὰ λόγια ποὺ τώρα σᾶς λέω ἦταν τὰ τελευταῖα, πόσο διαφορετικὰ θὰ τὰ ἔλεγα, καὶ πόσο διαφοτετικὰ θὰ τ’ ἀκούγατε!

Παραβολὴ τοῦ σπλαχνικοῦ Σαμαρείτη (Λουκ. ι΄ 25-37)

Anthony Bloom
Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)


Κήρυγμα στὶς 30/11/1997

Εἰς τὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ Τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἐν συντομίᾳ, τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ἐμπεριέχει ὅλα ὅσα ἀποτελοῦν τὸν τρόπο ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ.

Ἡ πρώτη ἐντολὴ εἶναι ὅτι θὰ πρέπει ν’ ἀγαπᾶμε τὸ Θεὸ μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, μὲ ὅλη μας τὴ διάνοια, μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη, μὲ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας καὶ τὸν πλησίον μας ὡς τὸν ἑαυτὸν μας. Τὸ ν’ ἀγαπᾶμε σημαίνει νὰ προτιμοῦμε ὅλα ὅσα εἶναι ἀγαπητὰ στὸ ἀγαπώμενο πρόσωπο, ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶναι ἀγαπητὰ σέ μᾶς. Τὸ ν’ ἀγαπᾶμε τὸ Θεὸ σημαίνει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ζήσουμε, καὶ νὰ εἴμαστε ἀληθινὰ ἔτσι ὥστε Αὐτὸς νὰ μπορεῖ νὰ εἶναι εὐχαριστημένος ἀπ’ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχει τίποτα ξένο σὲ Αὐτὸν στὶς ζωές μας.

Καὶ τότε ἔρχεται ἡ δεύτερη ἐντολή, τὴν ὁποία δὲν κατανοοῦσε ὁ νομικός: ὅτι θὰ πρέπει ν’ ἀγαπᾶμε τὸν πλησίον μας ὅπως τὸν ἑαυτό μας. Νὰ ξανα-ἀγαπήσουμε τὸν πλησίον μας, ξεχνώντας τὸν ἑαυτό μας. Πολὺ συχνὰ νομίζουμε ὅτι εἴμαστε ἄξιοι χριστιανοί, ἂν αἰσθανόμαστε μία ζεστασιὰ στὴν καρδιά μας, νομίζουμε ὅτι ἀγαπᾶμε τὸ Θεό. Ὅμως αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρκετό. Ἡ δοκιμασία αὐτῆς τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ μοιρασιὰ τῆς μοναδικῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν καθένα ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μας.

Ἡ λύτρωση ἀπὸ τὴν ἀπιστία (Λουκ. ιστ΄19-31)

                         Τοῦ πλούσιου καὶ τοῦ Λαζάρου

Ὁ πλούσιος της παραβολῆς αὐτῆς (Λκ.16.19-31) εἶχε ζήσει μιὰ ἄσκοπη, ἄδεια καὶ ἀνόητη ζωὴ καὶ ὅταν μπῆκε στὴν αἰωνιότητα ἀνακάλυψε ὅτι δὲν εἶχε ἀποκομίσει τίποτα ἀπὸ τὴ γῆ· μέσα του εἶχε μία ἔρημο, ἕνα κενό. Γεμάτος φρίκη γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ μόνοι ἄνθρωποι πάνω στὴ γῆ τοὺς ὁποίους ἀγαποῦσε ἀκολουθοῦσαν τὴν ἴδια πορεία καὶ θὰ κατέληγαν στὸν ἴδιο τόπο τῆς ἀπομόνωσης, στὴν κατάσταση ἐκείνη τοῦ ἐσωτερικοῦ κενοῦ, στρέφεται στὸν Ἀβραὰμ μὲ τὸ αἴτημα νὰ σταλεῖ ἕνας μάρτυρας ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα γιὰ νὰ προειδοποιήσει καὶ νὰ σώσει τοὺς συγγενεῖς του.
Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἀβραὰμ ἀπευθύνεται καὶ σ’ ἐμᾶς: «Ἔχουν τὸ Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ πάνω στὴ γῆ γνώριζαν τὸ Θεὸ καὶ ποὺ ἀνάγγειλαν τὶς ὁδούς Του σὲ ὅλους ὅσους ἔχουν «ὦτα ἀκούειν». Γιατί δὲν ἀκοῦν ἐκείνους;» Ὁ πλούσιος ὅμως λέει: «Ὄχι, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρκετὸ· θὰ μπορέσουν νὰ πιστέψουν μόνο ἂν τοὺς ἐπισκεφτεῖ ἕνας ἀπό τοὺς νεκρούς».

Ὁ Χριστὸς μᾶς λέει στὴν παραβολὴ αὐτὴ ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν κάποιος ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκροὺς δὲ θὰ μπορέσει νὰ πείσει τὸν ἄλλο ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς, ἂν τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο ἔχει παραθεωρήσει ἄλλες μαρτυρίες. Τὰ λόγια αὐτὰ μποροῦν νὰ ἐφαρμοστοῦν τόσο σ’ ἐμᾶς ὅσο καὶ στὸν πλούσιο τῆς παραβολῆς.

Ἔχουμε πίσω μας χιλιάδες χρόνια ἀνθρώπινης ἱστορίας, ἔχουμε τὶς μαρτυρίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ τῶν Ἁγίων τῆς Καινῆς, ἔχουμε τὴ μαρτυρία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, πιστεύουμε ὅμως παρ’ ὅλ’ αὐτὰ τελείως στὸ μήνυμα τῆς ζωῆς τὸ ὁποῖο ἔφερε στὴ γῆ; Ὁ Χριστὸς πέθανε καὶ ἀναστήθηκε, στάθηκε μπροστὰ μας ζωντανὸς δίνοντας μαρτυρία γιὰ τὴ μία καὶ μοναδικὴ ἄξια τοῦ τώρα καὶ τῆς αἰωνιότητας, ἐμεῖς ὅμως ἀκοῦμε ἀπὸ μέρα σὲ μέρα, ἀπὸ χρονιὰ σὲ χρονιὰ καὶ ὅλο καὶ περιμένουμε κάτι διαφορετικό.

Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως, (Γαλ. 6,14)

 

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στὴν ἐπιστολὴ του πρὸς Γαλάτας (6,14) ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι ὁ κόσμος ἔχει σταυρωθεῖ γιὰ ἐκεῖνον κι ἐκεῖνος σταυρώθηκε γιὰ τὸν κόσμο. Τὶ σημαίνει αὐτὸ ; Ὁ Παῦλος δὲν σταυρώθηκε , οὔτε καὶ ὁ κόσμος · ἀλλὰ ἡ εἰκόνα στὴν ἀρχαία γλώσσα εἶναι ξεκάθαρη. Στὴν σταύρωση τὰ χέρια τοῦ θύματος εἶναι ἁπλωμένα στὶς δύο πλευρὲς τοῦ σταυροῦ, βίαια χωρισμένα καὶ καρφωμένα στὸν σταυρό ἔτσι ποὺ νὰ μὴν σμίξουν ποτὲ ξανά. Κι εἶναι αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μᾶς μιλάει ὁ Παῦλος. Μέσω τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ ὁ κόσμος ἔχει ἀποκοπεῖ ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ ἔχει γίνει ἐντελῶς ξένος, ἕναν κόσμο ποὺ δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ φτάσει, ποὺ δὲν θέλει πλέον νὰ πλησιάσει, ἕναν κόσμο ποὺ ὄχι μόνο τὸν ἔχουν πάρει ἀπὸ ἐκεῖνον, ἀλλὰ ποὺ ἀπορίπτει. Καὶ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἔγινε ξένος γιὰ τὸν κόσμο, ἐπειδὴ ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ πλέον νὰ τὸν δεχτεῖ μὲ τοὺς νέους ὅρους, τοὺς ὅρους τοῦ Χριστοῦ, μὲ τους ὁποίους ζεῖ.

Θὰ πρέπει νὰ σκεφτοῦμε τὸν ἑαυτό μας ὅταν ἀκοῦμε τέτοια λόγια καὶ βλέπουμε αὐτὲς τὶς εἰκόνες. Ὁ Παῦλος ἦταν ἐχθρὸς τοῦ Χριστοῦ· ταξίδεψε ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα πρὸς τὴ Δαμασκὸ μὲ σκοπὸ νὰ ἐξολοθρεύσει τοὺς ὁπαδοὺς Του ἐπειδὴ ἦταν ψεῦτες, βλάσφημοι, καὶ καθ’ὁδὸν συναντήθηκε μὲ τὸν Χριστό. Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ Χριστὸς ἔγινε ὁ Κύριος του, ὁ Θεὸς Του, καὶ κανένας ἄλλος δὲν ὑπῆρχε ποὺ ν’ἀξίζει γιὰ ἐκεῖνον. Εἶχε μιὰ μεγάλη καὶ πλατιὰ καρδιὰ γιὰ νὰ μπορέσει νὰ δεχτεῖ τὸ μήνυμα καὶ ν’ ἀνταποκριθεῖ σ’ αὐτὸ μ’ ὅλη του τὴν ὕπαρξη, τὴ ζωή, ν’ἀντιμετωπίσει ὅ,τι μποροῦσε νὰ συμβεῖ.

...Ας γίνουμε τα μάτια του Χριστού που βλέπουν όσους έχουν ανάγκη...

                              

Περιστοιχιζόμαστε από ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη, δεν είναι μόνο εκείνοι που έχουν κάποια παράλυση και χρειάζονται βοήθεια.
Αλλά τόσοι άλλοι που έχουν παραλύσει μέσα τους, και που χρειάζονται να συναντήσουν κάποιον να τους βοηθήσει.
Ψυχικά παράλυτοι είναι όλοι εκείνοι που έχουν τρομάξει από την ζωή, γιατί ήταν γι’ αυτούς αντικείμενο τρόμου από τότε που γεννήθηκαν: γονείς χωρίς ευαισθησία, άκαρδοι, βίαιο περιβάλλον.

Πόσοι είναι εκείνοι που ήλπιζαν, όταν ήταν ακόμα μικροί, ότι κάτι θα υπάρχει γι’ αυτούς στη ζωή. Αλλά όχι. Καμμιά συμπόνοια, καμμιά φιλία . Δεν υπήρχε τίποτα. Κι όταν προσπάθησαν να δεχθούν παρηγοριά και στήριξη, δεν έλαβαν κάτι.
Κάθε φορά που πίστευαν ότι μπορούσαν να κάνουν κάτι τους έλεγαν:
''Μην προσπαθείς, δεν καταλαβαίνεις ότι είσαι ανίκανος γι’ αυτό;''