Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανάσταση νεκρών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανάσταση νεκρών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο θεολογικός προσδιορισμός του μυστηρίου του θανάτου


 

Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας ο θάνατος δεν προέρχεται από την αγαθή θεία βούληση [1]. Ο Θεός θάνατον ουκ εποίησεν ουδέ τέρπεται επ᾿ απωλεία ζώντων αναφέρει το βιβλικό λόγιο [2]. Κατά την αγιογραφική και πατερική διδασκαλία της Εκκλησίας η προγονική πτώση αποτελεί γεγονός με προσδιοριστική σημασία για όλη την ανθρώπινη φύση, αφού η πτώση αποτελεί διατάραξη της σχέσης Θεού και ανθρώπου με συνέπεια τη ματαίωση για την ανάπτυξη του «κατ ‘ εικόνα» στο «καθ ‘ ομοίωσιν» [3].

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο δεκτικό της θνητότητας και της αθανασίας. Τον τοποθέτησε στο μεθόριο της θνητής και της αθάνατης φύσης «δεκτικόν αμφοτέρων». Ακόμα και η ψυχή του ανθρώπου δεν έχει φυσική αλλά κατά χάριν και μετοχήν αθανασία. Δεν είναι δηλαδή αφ’ εαυτής αθάνατη, αλλά κτίσθηκε να γίνει αθάνατη. Μόνο ο Θεός είναι από τη φύση του αθάνατος, ως αυτοζωή και πηγή της ζωής . Η φυσική ζωή, στην οποία μετέχει ο άνθρωπος, είναι αποτέλεσμα της δημιουργικής ενέργειας του Θεού. Η ένθεη όμως ζωή είναι μετοχή στη θεοποιό ενέργειά του. Η τελείωση στη ζωή αυτήν, που θα πραγματοποιούνταν με την τήρηση της θείας εντολής, δηλαδή με τη διατήρηση της μετοχής του στη θεία ενέργεια, ματαιώθηκε με την παρακοή [5].

Η αιτία της έλευσης του θανάτου στον κόσμο βρίσκεται στον άνθρωπο και ειδικότερα στην κακή χρήση του αυτεξουσίου του [6]. Ο Θεός δε δημιούργησε εξαρχής το θάνατο, εμπόδισε μάλιστα και τη γένεσή του, χωρίς ωστόσο να παραβιάζει την ελευθερία του ανθρώπου. Η παράβαση της εντολής του Θεού από τους πρωτοπλάστους, δημιούργησε το οντολογικό υπόβαθρο της δουλείας του ανθρώπου στην αμαρτία και τις συνέπειες αυτήν, δηλαδή τη φθορά και το θάνατο. Ο θάνατος υπήρξε το αποκορύφωμα των ολέθριων συνεπειών του προπατορικού αμαρτήματος, η ουσία του οποίου έγκειται στο γεγονός της παραβάσεως του θελήματος του Θεού [7].

Η παράβαση όμως της εντολής και η αμετανοησία, επομένως η αμαρτία έφεραν το θάνατο. Οι επιπτώσεις της προγονικής απόφασης ήταν καταλυτικές για ολόκληρη την ανθρωπότητα [8]. Η διακοπή της κοινωνίας με τον Θεό νέκρωσε τα πνευματικά αισθητήρια και οδήγησε στον πνευματικό θάνατο. Ακολούθησε ο σωματικός θάνατος. Ο θάνατος όμως του σώματος δεν επήλθε ταυτόχρονα με την παρακοή. Το βάθος της φιλανθρωπίας και της σοφίας του Θεού τον ανέβαλε για το μέλλον, ώστε να μην οδηγηθεί στην απόγνωση ο άνθρωπος [9].

«ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ»

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Κυριακή Ζ΄ Λουκά – Κάποιες πτυχές του μυστηρίου του θανάτου

 


ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ΛΟΥΚΑ [:Λουκά 8, 40-56]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

 [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-11-1997]    (Β 365)

     Ο Κύριος, αγαπητοί μου, επιστρέφει από την Γαλιλαία στην Ιουδαία. Και ο λαός Τον υποδέχεται με ενθουσιασμό, γιατί «ἦσαν», όπως σημειώνει ο ευαγγελιστής Λουκάς, « ἦσαν πάντες προσδοκῶντες αὐτόν». Τον περίμεναν με χαρά -το «προσδοκῶ», επί αγαθών πραγμάτων. Τον περίμεναν με χαρά. Τα πλήθη είχαν αναγνωρίσει την αξία της παρουσίας του Χριστού, έστω κι αν ακόμη δεν εγνώριζαν του Ποιος ήταν ο Ιησούς ως ο Ενανθρωπήσας Θεός Λόγος.

       Ανάμεσα στο πλήθος ήταν κι ένας αρχισυνάγωγος, που το όνομά του ήταν Ιάειρος. Αυτός ήλθε, αφού γονάτισε μπροστά εις τον Ιησούν, και Τον παρακαλούσε να θεραπεύσει την δωδεκαετή θυγατέρα του, μονογενές παιδί, δεν είχε άλλο παιδί, που εκινδύνευε να πεθάνει. Κι ενώ ο Κύριος επορεύετο προς το σπίτι του Ιαείρου, κάποιος υπηρέτης του φθάνει λέγοντας ότι «Τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου, μή σκύλλε τόν διδάσκαλον». «Η κόρη σου πέθανε. Μην ενοχλείς περισσότερο τον διδάσκαλον». Δηλαδή «να μην έρθει στο σπίτι, μην τον ενοχλείς».

     Μπορούμε να εννοήσομε, αγαπητοί μου, τα αισθήματα, την καρδιά του Ιαείρου, εκείνη την στιγμή; «Δεν πρόλαβε να πάει ο Κύριος; Δεν πρόλαβε να την θεραπεύσει; Πέθανε;…». Πολύ οδυνηρά αισθήματα πραγματικά. Επόμενον, λοιπόν, ήταν να κλονιστεί. Και τότε ο Ιησούς τού λέγει: «Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε καί σωθήσεται». «Μόνον να πιστεύεις και θα σωθεί». Αλήθεια, τι παρήγορος είναι αυτή η φωνή του Χριστού την ώρα εκείνη! : «Μὴ φοβοῦ». Όμως τι συνιστά αυτή η φράσις του Κυρίου; Τι ήθελε να πει; Να πιστεύει. Την πίστιν ήθελε να πει. Διότι ο Κύριος, όπως λέγει ο Μ. Αθανάσιος: «Τοῖς πιστεύουσιν ἐχαρίζετο (:Σε εκείνους που πίστευαν, εχαρίζετο) ἵνα τὴν πίστιν καὶ τὴν χάριν κατασχεῖν δυνηθῶσιν, γνώρισμα γὰρ τῆς προαιρέσεως τῆς ψυχῆς ἡ πίστις ἐστίν». Ώστε με την πίστιν να μπορέσουν να αποκτήσουν και την χάριν. «Δηλαδή αν θέλεις, ω Ιάειρε, να πάρεις την χάρη την δική μου, πρέπει να πιστεύεις. Και θα σου γίνει αυτό το οποίο θέλεις. Αλλά θα το πιστεύεις όμως. Θα πιστεύεις σε τι; Σε μένα. Προσέξτε: Σε μένα, στο θεανθρώπινο πρόσωπό μου». Και έτσι, αυτό είναι γνώρισμα, λέει ο Μέγας Αθανάσιος, της προαιρέσεως της ψυχής. Γιατί η πίστις είναι πράγματι ένα στοιχείο, ένα γνώρισμα της προαιρέσεως της ψυχής. Βλέπετε; Της προαιρέσεως της ψυχής. Όλα τα άλλα μπορεί να είναι αναγκαστικά, μπορεί να είναι… το μόνο που εκφράζει την προαίρεση είναι η πίστις.

      Ωστόσο ο Κύριος κατευθύνεται προς το σπίτι του Ιαείρου. Εκεί, κόσμος πολύς. Ο Ιάειρος ήταν επίσημον πρόσωπο. Ήτο αρχισυνάγωγος. Και όλο αυτό το συγκεντρωμένο πλήθος τι έκανε; «Ἔκλαιον καὶ ἐκόπτοντο». «Κόπτομαι» θα πει χτυπάω το στήθος μου, ξεριζώνω τα μαλλιά μου, κλαίω, οδύρομαι, ολοφύρομαι, ολολύζω. Όλα αυτά όταν πενθώ· και εκφράζονται όλα αυτά με το «κόπτομαι». Και ο Κύριος απευθυνόμενος στο πλήθος λέγει: «Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει». Παράξενος λόγος! Μέσα σε εκείνον τον κοπετόν, που υπήρχε, να ακουστεί η φωνή: «Μη κλαίτε. Και γιατί να μην κλαίτε; Γιατί δεν πέθανε, αλλά κοιμάται». Τι φυσικότερον, βεβαίως, του πένθους και των δακρύων; Αλλά ο Κύριος όταν είπε να μην κλαίουν, το είπε εν όψει της αναστάσεως του κοριτσιού. Το ίδιο είχε πει και εις την χήρα της Ναΐν. Εκεί «ἐξεκομίζετο», λέει, «ὁ νεκρός». Δηλαδή μετεφέρετο από το σπίτι εις το νεκροταφείον, εις τον τάφον. Δεν υπήρχε νεκροταφείο στους Εβραίους, με την έννοιαν που έχομε εμείς έναν τόπον περιγραμμένον. Όχι. Αλλά ήταν τα μνήματα, στους πολυπληθείς εκείνους βράχους που υπήρχαν. Έσκαβαν κι έβαλαν… μέσα εκεί. Θυμηθείτε τον τάφο του Χριστού. Ή ήταν, αν θέλετε, τεχνητός ο τάφος αυτός· είτε φυσικός είτε τεχνητός.