Ο απόστολος αυτός της Άπω Δύσεως γεννήθηκε στην Βρετανία περί το 383, προερχόμενος από κελτική οικογένεια εκρωμαϊσμένη και χριστιανική από παλαιά.
Ό πατέρας του, Καλπούρνιος, ήταν διάκονος και έφερε το αξίωμα του δεκουρίωνος (1). Διέθετε πλούσια έπαυλη και άφησε τον γιό του να περάσει τα πρώτα χρόνια της ζωής του επιπόλαια, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα για τα θεία. Όταν ο Πατρίκιος ήταν δεκαέξι ετών αιχμαλωτίστηκε μαζί με πολλούς άλλους κατοίκους της περιοχής από πειρατές και πουλήθηκε στην Ιρλανδία σε έναν γαιοκτήμονα, ο όποιος του ανέθεσε να φυλάει τα κοπάδια του στο βουνό. Ή τραχύτητα της εξορίας σ’ εκείνον τον ξένο τόπο, ολότελα σχεδόν παραδομένο στην ειδωλολατρία, και η επαφή με την φύση, έστρεψαν την καρδιά του προς τον Θεό και άρχισε να ζει εν μετάνοια, περνώντας τις ημέρες του και το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας με προσευχή, γονατιστός πάνω στο παγωμένο ή μουσκεμένο από τις βροχές έδαφος, χωρίς να νιώθει καμιά ενόχληση· τόσο ή ψυχή του είχε γεμίσει από την θεία παρηγοριά.