
Κόλαση εἶναι τὸ μαρτύριο τοῦ νὰ μὴν ἀγαπάει κανείς. Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ

Ο άνθρωπος κατά Παπαδιαμάντη και Ντοστογιέφσκυ

Τὸ πρόβλημα τῆς ἐλευθερίας στὸν Ντοστογιέφσκυ
Berdiaeff Νicolas
Γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκι τὸ πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς μοίρας του εἶναι κατ’ ἐξοχὴν τὸ πρόβλημα τῆς ἐλευθερίας. Ἡ μοῖρα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ὀδυνηρὴ πορεία του καθορίζονται ἀπὸ τὴν ἐλευθερία, ποὺ στέκεται στὸ κέντρο τῶν ἀντιλήψεων τοῦ Ντοστογιέφσκι μὲ ἔνταση καὶ πάθος.
Εἶναι ἀρκετὰ ἐκπληκτικὸ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἀκόμη δὲν ἔχει ἐπισημανθῆ ἡ ἀλήθεια αὐτή. Πολλὲς φὸρὲς διάφορες θέσεις ποὺ περιέχονται στὸ Ἡμερολόγιο ἑνὸς συγγραφέως δημιουργοῦν παραπλανητικὴ ἐντύπωση γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκι, γιατὶ ἐκεῖ φαίνεται συντηρητικός, ἀντιδραστικὸς καὶ ἐχθρὸς τῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ἐλευθερίας. Γι’ αὐτὸ, πολλοὶ ἀδυνατοῦν νὰ κατανοήσουν τὸ κεντρικὸ σημεῖο στὸ ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκι, γιατὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα τῆς ἐλευθερίας, ὁ πυρῆνας τῆς φιλοσοφίας του.
Αὐτὸ ποὺ ἔχουν ἀποκαλέσει «σκληρότητα» στὸ ἔργο του, ἐξαρτᾶται στενὰ ἀπὸ τὴν ἐλευθερία. Ὑπῆρξε «σκληρός», γιατὶ δὲν θέλησε νὰ ἀπαλλάξη τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἐλευθερίας οὔτε νὰ τὸν ἀπολυτρώση ἀπὸ τὸν πόνο καταστρέφοντας τὴν ἐλευθερία. Ἔρριξε τὸν ἄνθρωπο σὲ μιὰ πελώρια εὐθύνη, ἀνάλογη μὲ τὴν ἀξιοπρέπεια ἑνὸς ἐλευθέρου ὄντος.
Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἀπαλλάξη τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ βάσανα, ἂν τοὺς ἔπαιρνε πίσω τὴν ἐλευθερία. Καὶ ὁ Ντοστογιέφσκι ἐρεύνησε ἔντονα αὐτὴ τὴν δυνατότητα, νὰ ἀνακουφισθῆ ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ θὰ χάση ὅμως τὴν ἐλευθερία τοῦ πνεύματος. Στὸν Ντοστογιέφσκι λοὶπὸν βρίσκουμε μεγαλοφυεῖς σκέψεις, ποὺ πρέπει νὰ ἐξαρθοῦν κατάλληλα. Ἡ ἐλευθερία, γι’ αὐτὸν, θίγει τὴν ἀνθρωποδικία καὶ τὴν θεοδικία. Σ’ αὐτὴν πρέπει νὰ ἀναζητηθῆ ἡ δικαίωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ δικαίωση τοῦ Θεοῦ. Ὁλόκληρη ἡ πορεία τοῦ κόσμου εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθερίας σὲ μὶὰ τραγικὴ ἐκδήλωση, ποὺ συνδέεται μὲ τὸ κεντρικὸ αὐτὸ σημεῖο τῆς φιλοσοφίας τοῦ Ντοστογιέφσκι. Στὴν ἐλευθερία ἀναζητεῖ ὅλες τὶς πτὺχὲς τῆς ἀνθρώπινης μοίρας. Τὸν ἐνδιαφέρει μόνο ὁ ἄνθρωπος, ὅπως παρουσιάζεται στὸ δρόμο τῆς ἐλευθερίας, ὅπως φαίνεται ἡ μοῖρα τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἐλευθερία καὶ ἡ μοῖρα τῆς ἐλευθερίας στὸν ἄνθρωπο. Ὅλα του τὰ μυθιστορήματα εἶναι τραγωδίες, δοκιμασίες τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας. Ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νὰ ὑφίσταται, ὅταν ἐπαναστατῆ μὲ τὴν ἐλευθερία, ὅταν ὁδηγῆται στὸν πόνο καὶ στὴν παραφορά, νιώθοντας ἔτσι, πὼς εἶναι ἐλεύθερος. Κι ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ ἐγγίζη τὰ ἔσχατα βάθη τῆς ἐλευθερίας.
Ο Ντοστογιέφσκι παραμένει μεγάλος και σαγηνευτικός γιατί κατά βάθος, και έστω μερικώς, παραμένει ένα μυστήριο
Μία σύγχρονη ἀντιστοιχία τοῦ μεγάλου ἱεροεξεταστῆ τοῦ Ντοστογιέφσκυ

Μ. Ἱεροεξεταστής: «Ἐσὺ Χριστὲ καυχιέσαι γιὰ τοὺς λίγους ποὺ θὰ παραμείνουν πιστοὶ σ’ ἐσένα, ἐνῶ ἐμεῖς (ποὺ πήραμε στὰ χέρια μας τὴν κατάσταση) θὰ χαρίσουμε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐτυχία σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα... Σὲ πετάξαμε Ἐσένα κι ἀκολουθήσαμε Αὐτό, τὸ μέγα καὶ κραταιὸ Πνεῦμα».
Χριστιανισμὸς καὶ σοσιαλισμός

Προσχέδιο – Δοκίμιο
Στὸ σοσιαλισμὸ ὑπάρχουν μικροάτομα, ἐνῶ στὸ χριστιανισμὸ βρίσκεται ἡ πλήρης ἀνάπτυξη τοῦ προσώπου καὶ τοῦ θελήματός του. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἰδέα τῆς συλλογικῆς ἀνθρωπότητας, τῶν πάντων. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ συλλογικά, ὅπως στὶς πρῶτες πατριαρχικὲς κοινωνίες, γιὰ τὶς ὁποῖες διασώθηκαν κάποιες παραδόσεις, τότε ζεῖ ἄμεσα.
Ἀκολουθεῖ ἔπειτα μία παροδικὴ περίοδος, ἡ περαιτέρω ἐξέλιξη, ποὺ εἶναι ὁ πολιτισμὸς (ὁ πολιτισμὸς εἶναι παροδικὴ μόνο φάση). Στὴν περαιτέρω αὐτὴ ἐξέλιξη παρουσιάζεται τὸ φαινόμενο -καινούριο γεγονὸς ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν ξεφεύγει κανεὶς- κατὰ τὸ ὁποῖο ἀναπτύσσεται ἡ ἀτομικὴ συνείδηση, ἡ ἄρνηση τῶν ἄμεσων ἰδεῶν, ἐμπειριῶν καὶ γνώσεων (δηλ τῶν αὐθεντικῶν καὶ συλλογικῶν). Ὁ ἄνθρωπος ὡς ἄτομο, στὴν κατάσταση αὐτὴ τῆς γενικῆς γενετικῆς ἀναπτύξεώς του ἐτοποθετεῖτο σὲ ἐχθρικὴ καὶ ἀρνητικὴ στάση ἀπέναντι στὸν ἐξουσιαστικὸ συλλογικὸ νόμο τῶν πάντων.
Γι\’ αὐτὸ καὶ πάντοτε ἔχανε τὴν πίστη του στὸ Θεό. Μὲ αὐτὸ τελείωναν ὅλοι οἱ πολιτισμοί. Στὴν Εὐρώπη π.χ ὅπου ἡ ἐξέλιξη τοῦ πολιτισμοῦ ἔφτασε μέχρι τὰ ἔσχατα ὅρια, δηλαδὴ μέχρι τὰ ἀκραῖα σύνορα τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἄτομου, ἡ πίστη στὸ Θεὸ χάθηκε μέσα στὸ ἄτομο. Αὐτὴ ἡ κατάσταση, δηλαδὴ ἡ διάσπαση τῶν μαζῶν σὲ ἄτομα, μὲ ἄλλα λόγια ὁ πολιτισμός, εἶναι μία κατάσταση ἄρρωστη. Περὶ αὐτοῦ μαρτυρεῖ τὸ χάσιμο τῆς ζωντανῆς Ἰδέας περὶ Θεοῦ.
Ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Ντοστογιέφσκυ.
Τὸ ὄνειρο ἑνὸς γελοίου ἀνθρώπου (Ἀπόσπασμα)

Εἶπα πὼς εἶχα ἀποκοιμηθεῖ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, τὴ στιγμὴ ποὺ ἐξακολουθοῦσα νὰ σκέφτομαι τὰ ἴδια πράγματα. Ξαφνικά, ὀνειρεύτηκα πὼς ἔπαιρνα τὸ περίστροφο καὶ πώς, καθισμένος ὅπως ἤμουνα, τὸ πήγαινα ὁλόισια στὴν καρδιά μου — στὴν καρδιὰ καὶ ὄχι στὸ κεφάλι. Κι’ ὅμως, εἶχα ἀποφασίσει νὰ χώσω μία σφαίρα στὸ ἀριστερό μου μηνίγγι. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ἀκούμπησα στὸ στῆθος μου, περίμενα ἕνα – δύο δευτερόλεπτα καὶ τὸ κερὶ μαζὶ μὲ τὸ τραπέζι καὶ τὸν ἀπέναντι τοῖχο ἀρχίσανε ξαφνικὰ νὰ κουνιοῦνται σὰ νὰ τρικλίζανε. Πυροβόλησα βιαστικά.
Πολλὲς φορὲς τυχαίνει νὰ βλέπης στ’ ὄνειρό σου πὼς πέφτεις ἀπὸ πολὺ ψηλά, πὼς σὲ πληγώνουν ἢ πὼς σὲ δέρνουνε. Μὰ ποτὲς δὲν νοιώθεις πόνο, ἐκτὸς πιὰ ἂν τύχη νὰ κτυπήσης στὸ σίδερο τοῦ κρεβατιοῦ, ὁπότε δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ πονέσης.
Ὅμως ἐμένα μοῦ φάνηκε πὼς ἔνοιωσα κάποιον κλονισμὸ ἀπ\’ αὐτὴν τὴν πιστολιὰ— καὶ ξαφνικὰ ὅλα σβύσανε κι ἔμεινα βυθισμένος μέσα σὲ βαθὺ σκοτάδι. Σὰν νὰ τυφλώθηκα καὶ νὰ βουβάθηκα. Ὕστερα, εἶμαι ξαπλωμένος ἀνάσκελα κάτω ἀπὸ κάτι σκληρό, χωρὶς νὰ βλέπω τίποτα κι’ οὔτε νὰ μπορῶ νὰ κάνω τὴν παραμικρὴ κίνηση. Γύρω μου περπατᾶνε, φωνάζουνε, ὁ λοχαγὸς οὐρλιάζει, ἡ σπιτονοικοκυρὰ ὠρύεται. Καὶ πάλι, γίνεται μία ξαφνική, διακοπὴ καὶ μὲ μεταφέρουν ξέσκεπο μέσα σ\’ ἕνα φέρετρο. Νοιώθω τὸ φέρετρο ποὺ σκαμπανεβαίνει, τὸ συλλογιέμαι αὐτό, καὶ γιὰ πρώτη φορὰ μούρχεται στὸ νοῦ μου ἡ ἰδέα πὼς εἶμαι πεθαμένος, πεθαμένος γιὰ τὰ καλά. Τὸ ξέρω χωρὶς καμμιὰ ἀμφιβολία, ἀφοῦ οὔτε βλέπω οὔτε κουνιέμαι, κι’ ὅμως αἰσθάνομαι καὶ σκέφτομαι. Ἀλλὰ πολὺ γρήγορα συνηθίζω, σύμφωνα μὲ τὴ λογικὴ τῶν ὀνείρων παραδέχομαι ἀσυζητητεί τὴν πραγματικότητα.
Αυτός που λέει ψέματα στον εαυτό του είναι αυτός που προσβάλλεται πρώτος.
Μιὰ ὀρθόδοξη θεώρησι τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Θεόδωρο Ντοστογιέφσκυ
Μόλις
εἶχε τελειώσει ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ εἶχε καταρρεύσει ἡ Γερμανία, ἐνῷ οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ρωσσία εἶχαν νικήσει, ὁ γερμανὸς
(λογοτέχνης) Χέρμαν Ἔσσε ἔγραφε, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του (1919), γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ περίπου τὰ ἑξῆς:
«Αὐτὸς εἶναι ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν Δύσι. Οἱ ἥρωές του, οἱ Καραμαζώφ, εἶναι ἀνατολικοὶ τύποι, πολὺ ἐπικίνδυνοι, σκοτεινοί, μὲ ἀσιατικὸ βάθος καὶ ἀποτελοῦν ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο». Αὐτὴ ἡ πόλωση, «Ἀνατολικοὶ – Δυτικοί», ποὺ ἔβλεπε τότε ὁ Ἔσσε, τὴν ἔχουν λίγο-πολὺ καὶ σήμερα οἱ περισσότεροι, ποὺ γράφουν γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους λαούς…
Εἶναι,
ὅμως,
τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ἱστορίας ὅτι ὁ Χ.
Ἔσσε,
ἀφοῦ πέρασε καὶ ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πάλι οἱ Γερμανοὶ ἠττήθησαν στὰ Βαλκάνια, ἔγινε βουδδιστής, δηλαδὴ ἄκρως Ἀνατολικός. Καὶ διερωτᾶται κανείς, μήπως οἱ λεγόμενοι Δυτικοὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στοὺς ἄπω Ἀνατολίτες, παρὰ σὲ μᾶς ἐδῶ τοὺς κοντινοὺς Βαλκάνιους. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ποὺ δὲν εἴμαστε Δυτικοί, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ Ἀνατολικοί του Ἔσσε· δὲν εἴμαστε Εὐρωπαῖοι τοῦ Ἔσσε, ἀλλ᾿ ἀκόμη λιγότερο Ἀσιάτες του.
Οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κατατάσσονται στὰ σχήματα αὐτά, οὔτε ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτά: «Ἀνατολὴ-Δύσι, Εὐρώπη-Ἀσία, Ἀνατολικοί-Δυτικοί». Ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ πατρίδα τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Μεσογειακὴ λεκάνη μὲ τὰ περίχωρά της, ὅπου περιλαμβάνονται ἡ χερσόνησος τοῦ Αἴμου, τὰ Βαλκάνια (ἀλλὰ καὶ ἡ Ρωσσία), ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Παλαιστίνη, ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος,
ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἡ Ν.
Ἰταλία, δηλαδὴ ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, καὶ ὅπου γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν παράδοσί της τὴν ζωντανή.



