Ἅγιος Μαρτῖνος Ἐπίσκοπος Τουρώνης. Έργο της Ενετοκρητικής Σχολής, περίπου 1500
O Ἅγιος Μαρτῖνος ἦταν υἱὸς ἑνὸς Ἀξιωματικοῦ τῶν Ρωμαϊκῶν Λεγεώνων καὶ γεννήθηκε τὸ 316 στὴν Σαβαρία τῆς Παννονίας (Οὑγγαρία), στὴν Φρουρὰ τῆς ὁποίας ὑπηρετοῦσε ὁ πατέρας του.
Μεγάλωσε ὅμως στὴν πατρίδα τῆς οἰκογένειάς του, τὴν Παβία τῆς Ἰταλίας, καὶ σύμφωνα μὲ τὸν ἰσχύοντα νόμο, προοριζόταν καὶ αὐτὸς νὰ ὑπηρετήσει στὸν στρατό. Ἀπὸ ἡλικίας δέκα ἐτῶν, παρὰ τὸ ὅτι οἱ γονεῖς του ἦσαν εἰδωλολάτρες, τὸ μικρὸ παιδὶ σύχναζε στὴν Ἐκκλησία τῶν Χριστιανῶν καὶ ζήτησε νὰ γίνει δεκτὸς ὡς Κατηχούμενος.
Δέκα ἔτη ἀργότερα, ἀκούγοντας γιὰ τοὺς ἄθλους τῶν Μοναχῶν τῆς Ἀνατολῆς, ὀνειρευόταν νὰ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν τύρβη τοῦ κόσμου καὶ νὰ διάγει Μοναχικὸ Βίο. Ἔπρεπε ὅμως νὰ ὑποταχθεῖ στὴ θέληση τῶν γονέων του καὶ νὰ καταταχθεῖ στὸν στρατό. Τὸ ἐπάγγελμά του ὡστόσο δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ κάνει πράξη τὶς ἅγιες εὐαγγελικὲς ἀρετές.
Σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν, ἐνῶ ὑπηρετοῦσε στὴν Φρουρὰ τῆς Ἀμβιανῆς (σημ. Ἀμιένης) στὴν Γαλατία, συνάντησε μιὰ χειμωνιάτικη ἡμέρα ἕναν πτωχὸ ἄνθρωπο νὰ ξεπαγιάζει γυμνὸς στὶς πύλες τῆς πόλεως. Βλέποντας πὼς κανεὶς δὲν συνεκινεῖτο ἀπὸ τὸ θέαμα, καὶ μολονότι δὲν φοροῦσε παρὰ μόνον τὴν χλαμύδα του, ἔχοντας ἤδη μοιράσει σὲ ἐλεημοσύνες ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε, ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἔπιασε τὸ ξίφος του, ἔκοψε στὰ δύο τὴν χλαμύδα, ἔδωσε τὴν μισὴ στὸν φτωχὸ καὶ τυλίχθηκε ὁ ἴδιος μὲ τὴν ὑπόλοιπη, παρὰ τὶς κοροϊδίες τῶν ἄλλων γύρω. Τὴν ἑπόμενη νύκτα εἶδε νὰ ἐμφανίζεται ὁ Χριστός, φορώντας τὸ κομμάτι τῆς χλαμύδας, μὲ τὸ ὁποῖο εἶχε καλύψει τὸν φτωχό, καὶ Τὸν ἄκουσε νὰ λέει στὸ πλῆθος τῶν Ἀγγέλων ποὺ Τὸν περιέβαλλαν: «Ὁ Μαρτῖνος, Κατηχούμενος ἀκόμη, μὲ σκέπασε μὲ τὸ ἔνδυμα αὐτό».
Ὁ Μαρτῖνος ἔλαβε τὸ ἅγιο Βάπτισμα λίγο μετὰ τὸ συμβὰν αὐτὸ καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν στρατὸ γιὰ νὰ γίνει Μοναχός· ἐνέδωσε ὅμως στὶς παρακλήσεις τοῦ Χιλιάρχου του καὶ παρέμεινε στὸν κόσμο, ὄντας ὡστόσο Μοναχὸς στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του.
Μονάχα μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἀποστρατεύθηκε, ἐνῶ ἦταν Ἀξιωματικὸς τῆς Αὐτοκρατορικῆς Φρουρᾶς (Ἰούλιος 356).
