Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρκάς Ιω.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρκάς Ιω.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τό «μοναρχιανικό» πνεῦμα τῆς «Συνόδου» τοῦ Κολυμπαρίου ὡς κατ’ἐξοχήν διασπαστικό στοιχεῖο στήν ἑνότητα τῆς Όρθοδόξου Ἐκκλησίας

                             

Ἰωάννης Μαρκάς
Μ.Δ.Ε. Δογματικῆς Θεολογίας Α.Π.Θ.

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ
ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ - ΚΥΡΙΑΚΗ 3 ΜΑΪΟΥ 2026
ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ

Σεβαστοὶ Πατέρες,

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ καὶ φίλοι τῆς Ε. Π. Μ. ,

Χριστὸς Ἀνέστη!

Ὅταν τὸ 2007, ὁ πρὸ τριετίας ἀποθανὼν Μητροπολίτης Περγάμου, Ἰωάννης Ζηζιούλας, συνέταξε καὶ παρουσίασε γιὰ λογαριασμὸ τῆς «Μικτῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Θεολογικοῦ Διάλογου μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν», τὸ γνωστὸ «Κείμενο τῆς Ραβέννας» (ἕνα κείμενο ποὺ εἶχε ἀναιρέσει ἐπιτυχῶς μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἔγκριτων θεολόγων κι ὁ μακαριστὸς πατὴρ Σαράντης[1] - αἰωνία του ἡ μνήμη!), οὐσιαστικὰ ἐρχόταν σὲ μία κρίσιμη καμπὴ τοῦ «θεολογικοῦ διαλόγου» νὰ κατοχυρώσει σὲ πρῶτο βαθμὸ τὴν (ἀποδεχθεῖσα ἀπὸ τὴ «Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο») θεωρία του π. Νικολάου Afanassieff, περὶ «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας»[2], καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ καλύψει τὸ κενὸ ποὺ εἶχε ἀφήσει στὴν οἰκουμενιστικὴ θεολογία του ὁ Afanassieff, ποὺ ἀφοροῦσε τὸ «παγκόσμιο πρωτεῖο» τοῦ Πάπα. Τούτη τὴν ἐργολαβικὴ διεκπεραίωση, τῆς νομιμοποίησης τοῦ παπικοῦ «πρωτείου ἐξουσίας», τὴν ἐπέτυχε ὁ Ζηζιούλας ἐνεργῶντας σαφῶς κατὰ τρόπο ἀντικανονικό, καθὼς μὲ μιὰ ἔξοχη «μεταπατερική», ἢ μᾶλλον «μετά - ἀποστολικὴ» μαεστρία, παρερμήνευσε σκοπίμως τὴ διάταξη τοῦ 34ου Ἀποστολικοῦ Κανόνα ποὺ κάνει λόγο γιὰ «πρῶτο τῇ τάξει σὲ ἐπαρχιακὸ (τοπικὸ) ἐπίπεδο»[3] , καὶ τὴν ἐπέκτεινε αὐθαίρετα σὲ διοίκηση «παγκοσμίου ἐπιπέδου».

Ὡς «θεολογικὴ» τεκμηρίωση αὐτῆς τῆς ἀντικανονικῆς ἀβελτηρίας προέταξε τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία τῆς «ἐνδοτριαδικῆς μοναρχίας», ποὺ προβάλλει τὴν κυριαρχικὴ καὶ ὑπεροχικὴ θέση τοῦ Θεοῦ Πατέρα εἰς βάρος τῶν δύο ἄλλων Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ βολικοῦ ἀρειανικοῦ ἀφηγήματος, ὁ Ζηζιούλας διατύπωσε τὴν ἄποψη πώς, ὅπως ὁ Θεὸς Πατέρας εἶναι «πρῶτος τῇ τάξει» στὴν Ἁγία Τριάδα, ἔτσι καὶ ὁ ἐπίσκοπος εἶναι «πρῶτος τῇ τάξει» στὴν Ἐκκλησία. Στὸ «Κείμενο τῆς Ραβέννας», αὐτὴ ἡ τριαδολογικὴ αἵρεση ποὺ καταλήγει σὲ βαρύτατη ἐκκλησιολογικὴ ἐκτροπή, ἀποτυπώθηκε ξεκάθαρα καὶ προβλήθηκε θεσμικὰ ἐκ μέρους του τότε Περγάμου, πλὴν ὅμως, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ σχετικῶς ὁ ὁμότιμος καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., Γεώργιος Μαρτζέλος, τὸ ἀρειανικὴς φύσεως σκεπτικό του, δὲν ἦταν μία καινοφανὴς σύλληψη τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ μᾶλλον ἀποτέλεσε τὴν κορύφωση τῆς ἐκκλησιολογικῆς του σκέψης, ἡ ὁποία διέτρεξε καὶ τὰ τέσσερα κοινὰ κείμενα τοῦ θεολογικοῦ αὐτοῦ διαλόγου, ἤτοι ἀπὸ τὸ «Κείμενο τοῦ Μονάχου» (1982) μέχρι καὶ τὸ «Κείμενο τῆς Ραβέννας» (2007)[4] .

Καθιερώνοντας ἐπισήμως λοιπόν, στὸ πλαίσιο τῶν διμερῶν θεολογικῶν διαλόγων Ὀρθοδόξων-Παπικῶν, τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία περὶ «μοναρχίας τοῦ Πατρὸς» (ἑρμηνεύοντας ἐσφαλμένα τὸν ὅρο «μοναρχία», οὐχὶ ὡς ἀρχὴ καὶ αἴτιο ὑπάρξεως τῶν δύο ἄλλων Προσώπων -ὁ Πατὴρ ὡς πηγὴ τῆς Θεότητας, γεννᾶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον- ποὺ εἶναι τὸ ὀρθόν, ἀλλὰ ὡς χρονικὴ ἀρχὴ προϋπάρξεως καὶ δεσποτείας σὲ βάρος τῶν ἄλλων δύο), ὁ θεολογικὸς παραβάτης Ζηζιούλας θέλησε νὰ πετύχει τὴν «θεολογικὴ» κατοχύρωση ἑνὸς παγκόσμιου πρωτείου (ἐξουσίας), μὲ δύο συνιστῶσες: ἕνα «γενικὸ» γιὰ τὸν Πάπα Ρώμης, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ὑποταχθεῖ σύμπασα ἡ χριστιανικὴ οἰκουμένη, καὶ ἕνα «εἰδικὸ» γιὰ τὸν Πατριάρχη, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ὑποταχθοῦν ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες κάτω ἀπὸ τὸν δικό τους «πρῶτο», κάτω ἀπὸ ἕναν «Πάπα τῆς Ἀνατολῆς» δηλαδή!

«Τό Πάσχα τῶν ἑτεροδόξων ἀλλότριον τῶν Ὀρθοδόξων»: Τά διαχρονικά μηνύματα τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μὲσα ἀπό τόν καθορισμό τοῦ Ὀρθοδόξου Πασχαλίου

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΠΟΥ ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕ Η ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΣΤΙΣ 01.02.25 ΣΤΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ OTEACADEMY ME ΘΕΜΑ:
ΠΑΣΧΑΛΙΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ: ΟΡΟΣ ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΟΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

κ. Ἰωάννη Μαρκά,
Μ.Δ.Ε. Δογματικῆς Θεολογίας Α.Π.Θ.


«Τό Πάσχα τῶν ἑτεροδόξων ἀλλότριον τῶν Ὀρθοδόξων»: Τά διαχρονικά μηνύματα τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μὲσα ἀπό τόν καθορισμό τοῦ Ὀρθοδόξου Πασχαλίου

 Σεβαστοί Πατέρες

Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί καὶ φίλοι τῆς Ε. Π. Μ.

Χίλια ἑπτακόσια χρόνια μετά τὴ σύγκληση, ὑπό τοῦ ἁγίου βασιλέως Μεγάλου Κωνσταντίνου, τῆς Α' ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καὶ τῆς καταδίκης τοῦ αἱρεσιάρχη Ἀρείου ἀπό τούς 318 Θεοφόρους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τό πνεῦμα τοῦ ἀρειανισμοῦ συνεχίζει νά ἐπιβιώνει καὶ νά μεταλλάσσεται, καὶ σάν ἕνας καρκινικός ἱστός μὲ συνεχεῖς μεταστάσεις, νά τυραννᾶ τόν χριστιανικό κόσμο μὲ τὴν ἴδια ἀμείωτη ἔνταση, ὅπως καὶ στά χρόνια τοῦ γεννήτορά του.

Ἐτούτη ἡ ἀρχαία πάλη μεταξύ Θεανθρώπου καὶ ἀνθρώπου, ὅπως πολύ ὀρθά διέγνωσε ὁ χαρισματικός νοῦς τοῦ ὁσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς[1], ὑπῆρξε ἡ πρώτη μεγάλη παναίρεση, πάνω στὴν ὁποία θεμελιώθηκε καὶ ἡ νεώτερη παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μὲ κοινό χαρακτηριστικό πώς καὶ οἱ δυό ἑδράζονται στὴν ἀνυπακοή καὶ στὴν ἀνταρσία ἀπέναντι στό Θεῖο Θέλημα καὶ ἀποτελοῦν προετοιμασία γιά τὴν ἕνωση τοῦ κόσμου μὲ τόν Ἀντίχριστο.

Ὁ Ἄρειος λοιπόν μπορεῖ νά καταδικάστηκε τό 325 μ.Χ., τό πνεῦμα ὅμως τοῦ ἀρειανισμοῦ παραμὲνει ζωντανό μετά ἀπό τόσους αἰῶνες καὶ κατατρώγει τά σπλάχνα τοῦ σύγχρονου χριστιανικοῦ κόσμου, ἑνός κόσμου πού ἀντί νά στραφεῖ πρός τὴ μετάνοια καὶ τὴν παραίτηση ἀπό τὴν παθογένεια τοῦ ὑπερήφανου ἀτομικοῦ νοῦ, δείχνει νά ἔχει αὐτομολήσει γιά τά καλά στὴν ἀρειανική μεθοδολογία, μὲ ἀποτέλεσμα νά βυθίζεται μεταφυσικῶς στό σατανισμό καὶ ψυχολογικῶς στὸν ὀρθολογισμό[2]. Ἔχοντας προσλάβει ὡς δόγμα τό: «μὲτρον πάντων ὁ ἄνθρωπος», ἀδυνατεῖ νά διακρίνει τούς Λόγους τῶν ὄντων, ἐπανανοηματοδοτεῖ μὲ τρόπο ἑωσφορικό τὴν ἀνθρώπινη ὀντολογία, κάνοντας Λόγο γιά «μετανθρωπισμό», καὶ ὡς ἐκ τούτου καταδικάζει τό νοῦ του νά φυτοζωεῖ στό ἔρεβος τῆς πλάνης καὶ τῆς ἁμαρτίας, καθώς δέν ἀναγνωρίζει καμμία πραγματικότητα μεγαλύτερη ἀπό τόν ἑαυτό του.

Ἐνάντια σέ αὐτὴ τὴν παρά φύσιν κατάσταση, τὴν ἀνταρσία τοῦ νοός, θά παρέμβει ὁ ἐμπειρογνώμων ὅσιος Ἰουστίνος· καὶ θά μᾶς ὑπενθυμίσει, ὅτι τὴν ἀπεμπλοκή τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ ἀπό τὴ βαβυλώνια αἰχμαλωσία τῆς ὑπερηφάνειας καὶ τοῦ ὀρθολογισμοῦ, τὴν διεκήρυξε πανηγυρικῶς μὲ τίς ἀποφάσεις της ἡ Ἀ' Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία ὅρισε ἅπαξ διά παντός τόν ρόλο τοῦ νοῦ στὴν ἑρμηνεία τῆς Προσωπικότητας τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τό ρόλο τῆς ὑπακοῆς[3]. Μὲ τὴν πνευματική αὐτὴ ἀποκρυπτογράφηση τοῦ νοός, ἐξ ἐπόψεως Ὀρθοδόξου, ὁ κορυφαῖος ἐμπειρικός δογματολόγος τοῦ 20ου αἰώνα, κατέδειξε κάτι πάρα πολύ σημαντικό - ὅτι εἶναι μεγίστης σωτηριολογικῆς σημασίας ἡ ἀπροϋπόθετη ὑπακοή τοῦ Ὀρθοδόξου πιστοῦ στίς ἀποφάσεις καὶ τούς ὅρους τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀκριβῶς ἐπειδή ἔχουν ὡς κέντρο καὶ ἀναφορά τους, ὄχι κάποιον τυχαῖο ἄνθρωπο, ἀλλά τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο (ἄλλως, « τό θεσμοθέτησαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, τό 'πε ἡ Ἐκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τέλος! »).