Αλέξανδρος Κατσιάρας
Ἀπὸ τὶς πρῶτες κιόλας ἡμέρες τῆς Βιομηχανικῆς Ἐπανάστασης, στὰ τέλη τοῦ 18ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰώνα, ἡ εἴσοδος τῶν μηχανῶν στὴν ἀνθρώπινη ἐργασία καὶ καθημερινότητα προκάλεσε ἀντιδράσεις φόβου καὶ ἀντιστάσεως. Στὴν Ἀγγλία, π.χ., οἱ Λουδῖτες ἔσπαγαν καὶ κατέστρεφαν τὶς ὑφαντουργικὲς μηχανές (1811-13), φοβούμενοι πὼς αὐτὲς οἱ κατασκευὲς θὰ ἀντικαθιστοῦσαν τὸν ἀνθρώπινο μόχθο, κάνοντας τὸν ἐργάτη περιττό. Ἡ ἀγωνία αὐτή, ποὺ ἡ ἱστορία ἀπέδειξε ἐν πολλοῖς βάσιμη, εἶχε κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ διάσταση. Πέρα ἀπὸ αὐτὲς ὅμως, ἐδῶ θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὴν ὑπαρξιακὴ ἀνησυχία, ποὺ συνοδεύει τὴν τεχνολογικὴ πρόοδο: τὸν φόβο, πὼς κάποτε οἱ ἴδιες οἱ μηχανές θὰ παύσουν νὰ ὑπακοῦν στὸν «δημιουργό» τους.
Βεβαίως, ἡ ἀγωνία αὐτὴ δὲν εἶναι σύγχρονη. Τὴν ἐντοπίζουμε σὲ πλῆθος ἀφηγήσεων, μύθων καὶ ἔργων τέχνης, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ἀκόμη. Ἀπὸ τὸν μῦθο τοῦ Προμηθέα, ποὺ ἔκλεψε τὴν φωτιὰ τῶν θεῶν, γιὰ νὰ τὴν δώσει στὸν ἄνθρωπο, μέχρι τὸν Γκόλεμ, τὸ μυθικὸ ἀνθρωπόμορφο πλάσμα τῆς ἐβραϊκῆς λαογραφίας, ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ πηλὸ ἢ λάσπη, καὶ τὸν Φρανκενστάιν τῆς νεώτερης λογοτεχνίας, ἐπαναλαμβάνεται τὸ ἴδιο μοτίβο: ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ κάτι ἰσχυρότερο ἀπὸ τὸν ἴδιον, γιὰ νὰ τὸν ἐξυπηρετήσει (π.χ. τὶς μηχανές), καὶ κάποια στιγμή, τὸ «δημιούργημα» ἐπαναστατεῖ. Εἶναι δὲ ἐνδιαφερον, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀπέδωσε τὸν ἵδιο φόβο στούς θεούς, ποὺ ἐπινόησε, ὅπως ὁ Δίας, π.χ., ποὺ ἀπαγορεύει στοὺς ἀνθρώπους τὴν χρήση τῆς φωτιᾶς, ἐπειδὴ φοβᾶται ὅτι θὰ ἐξεγερθοῦν ἐναντίον του. Στὴν ἐποχή μας, ὁ ἀρχέγονος αὐτὸς φόβος ἀναζωπυρώνεται ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξη τῆς ψηφιακῆς τεχνολογίας, καὶ δὴ τῶν ρομπὸτ καὶ τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης.
Γιατί ὅμως φοβᾶται ὁ ἄνθρωπος, ὅτι ἡ τεχνολογία θὰ ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὸν ἐλεγχό του καὶ θὰ καταστεῖ αὐθύπαρκτη; Θεολογικὰ μιλώντας, ἡ ἀπάντηοη ἴσως εὑρίσκεται στὸν τρόπο, ποὺ σχετίσθηκε ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν Δημιουργό του, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν προπατορικὴ ἀνυπακοή.





