Αυτός καταγόταν από την πόλη της Αντιόχειας και επειδή αγάπησε την ερημική και φιλόσοφη ζωή, πρώτα έκλεισε τον εαυτό του μέσα σε ένα μικρό κελλάκι. Αργότερα πήγε σε μια κορυφή υψηλότερη και κατασκεύασε από ξύλα ένα σεντούκι τόσο μικρό, που δεν χωρούσε ούτε αυτό το σώμα του και έτσι αναγκαζόταν ο αοίδιμος να σκύβει πάντοτε. Επειδή το σεντούκι δεν είχε ύψος ανάλογο με το μέγεθος του σώματός του, ούτε ήταν καλά δεμένο με σανίδια, αλλά ήταν και χαμηλό και παρόμοιο με τα ανοικτά κάγκελα, οπότε ούτε από την βλάβη της βροχής έμενε ελεύθερος, ούτε από την φλόγα του ηλίου, αλλά και από τα δυο εξ ίσου εβλάπτετο.
Αφού λοιπόν πέρασε τέτοια ταλαίπωρη ζωή για πολλά χρόνια, βγήκε από το σεντούκι, υπακούοντας στις συμβουλές του τότε μακαριωτάτου Πατριάρχου Αντιόχειας κυρίου Θεοδότου. Μολονότι όμως βγήκε από εκεί, όμως πάλι στεκόταν αδιάκοπα έχοντας τα χέρια του απλωμένα στον ουρανό, και δοξολογώντας τον των όλων Θεό, έχοντας δε σκεπασμένο όλο το σώμα του με χιτώνα δερμάτινο, μόνο στην μύτη και στο στόμα άφησε μικρή τρύπα, για να αναπνέει από εκεί αυτόν τον κοινό αέρα.
