Τά δύο αὐτά ὀνόματα ἀποτελοῦν ὁμολογουμένως τό καύχημα τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Καποδίστριας πολιτικός μέ ἄριστη στρατηγική στούς χειρισμούς του καί ὁ Κολοκοτρώνης στρατηγός μέ ζηλευτή πολιτική διάκριση καί διορατικότητα. Δύο προσωπικότητες πού συνεργάστηκαν μεταξύ τους μέ ἀμοιβαῖο σεβασμό καί τιμή.[1] Δύο ἀκούραστοι συνοδοιπόροι μέ ἕναν καί μοναδικό σκοπό, τήν ἀνασύσταση καί ἀναγέννηση τῆς πατρίδος. Ἐνῶ αὐτοί πού παραμέρισαν τό προσωπικό τους συμφέρον γιά τό συμφέρον τοῦ γένους, οἱ συμπαρτιῶτες τους, ἀντί νά τούς ἀνταποδώσουν τήν δέουσα εὐχαριστία καί εὐγνωμοσύνη, τούς ἔλεγξαν καί τούς τιμώρησαν. Θέλησαν νά δομήσουν τό νεοσύστατο Ἑλληνικό κράτος μέ πυλῶνες τήν πίστη στόν Θεό καί τήν θυσιαστική προσφορά στά κοινά χωρίς ἰδιοτέλειες, καί τό πλήρωσαν.
Ἐν συνεχείᾳ θά ἐξετάσουμε ὁρισμένες πτυχές τῆς ζωῆς, τοῦ χαρακτήρα τους, τῆς δράσης τους, ἐπισημαίνοντας τά κοινά σημεῖα ἤ καί τίς διαφορές τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων ἀνδρῶν, λαμβάνοντας χρήσιμες πληροφορίες, πολύτιμα συμπεράσματα, ἴσως καί ἀφορμές προβληματισμοῦ γιά τήν κατάσταση στίς μέρες μας, ἀφοῦ ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται.
Ποιά εἶναι ὅμως ἡ πρώτη «ἐπικοινωνία» τῶν δύο αὐτῶν ἀνδρῶν; Εἶναι καταγεγραμμένο στήν ἱστορία ὅτι ὁ Κολοκοτρώνης ἐργάστηκε γιά νά τοποθετηθεῖ ὁ Καποδίστριας κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος.
Πράγματι, ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ,[2] εἶναι τό πρόσωπο ἐκεῖνο πού ὄχι μόνο πίστεψε στήν ἰδέα ὁ Καποδίστριας νά γίνει ὁ κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά ἐργάστηκε σκληρά γιά τόν σκοπό αὐτό. Στά Ἀπομνημονεύματά του φαίνεται ἀπογοητευμένος μέ ὅσους ἐκ τῶν Ἑλλήνων θέλησαν νά κυβερνήσουν καί θεωροῦσε τόν Καποδίστρια ὡς τήν καλύτερη λύση στό ζήτημα τῆς ἡγεσίας. Καταγράφουμε τήν ὑπόθεση ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει: «Καί ἐσηκώθηκα καί ἔκραξα τόν Μεταξᾶν, καί ἐπῆρα καί δέκα νομάτους τό μεσημέρι, καί δέν ἤξευρε ἄλλος κανένας ποῦ ὑπάγω, μόνον τόν Νικηταρᾶν ἔκραξα καί τοῦ εἶπα νά ἔχῃ τήν ἔγνοιαν, νά μήν γίνῃ κανένα σκάνδαλον, ἕως ὅπου νά ἔλθω. Ἡ συνέλευσις τῆς ἤρχετο θαῦμα, μήν ἠξεύροντας ποῦ ὑπάγω. Καί ἐπῆγα εἰς τό ποτάμι τοῦ Πόρου, καί οἱ βάρκες τοῦ Ἄμιλτον ἔκαναν νερό, καί ἐμπήκαμεν εἰς μίαν βάρκα, καί ἐπήγαμεν ἐπάνω στήν φρεγάτα. Μᾶς ἐδέχθηκε ὁ Ἄμιλτον καί ἐκάτσαμεν εἰς ὁμιλίαν, τοῦ λέγω:
