«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι ὐποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας. οὕτω καὶ ὑμεῖς ἔξωθεν μὲν φαίνεσθε τοῖς ἀνθρώποις δίκαιοι, ἔσωθεν δὲ μεστοί ἐστε ὑποκρίσεως καὶ ἀνομίας» (Ματθ. 23,27-28)
Ο γέροντας ἐπίσκοπος ποὺ σᾶς ὁμιλεῖ, ἀγαπητοί μου, εἶνε πλέον πολὺ μεγάλος, ἐνενήντα ἐτῶν. Ἄρχισα τὸ κήρυγμα νέος, τριανταπέντε ἐτῶν, στὸ Μεσολόγγι, τὴν ἱστορικὴ πόλι ποὺ ἔχει μερικὰ κοινὰ μὲ τὴν ἀκριτική μας Φλώρινα. Πέρασαν ἀπὸ τότε ἑξηντα-πέντε χρόνια. Κήρυξα σὲ πόλεις, σὲ χωριά, σὲ στρατόπεδα, σὲ φυ λακές, σὲ μαθητὰς καὶ μαθήτριες, παντοῦ. Ἐργάστηκα ἀρκετὰ χρόνια. Κάθε κήρυγμά μου διαρκοῦσε πάνω ἀπὸ ἕνα τέταρτο, μερικὰ κρατοῦσαν μία ὥρα καὶ πλέον. Τώρα ἴσως θὰ ἔπρεπε πιὰ λόγῳ γήρατος νὰ ἔχω σταματήσει. Παρ᾽ ὅλες τὶς δυσκολίες συνεχίζω νὰ μιλῶ ὅπως μπορῶ. Τώρα ὅμως δὲν κάνω μεγάλα κηρύγματα· περιώρισα τὴ διάρκεια σὲ λίγα λεπτά.
Ἀκούω ἀπόψε, ὅπως κ᾽ ἐσεῖς, τοὺς ὕμνους τῆς ἀκολουθίας τοῦ Νυμφίου, τοῦ ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τρίτης, ποὺ ψάλλουν οἱ ψαλτάδες, καὶ νιώθω ἐ πιταγή· μοῦ θυμίζουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐπιτάσσει νὰ ἐργάζωμαι. Διαβάστε πάλι τὸ δοξαστικὸ τῶν αἴνων, τὸ ὁποῖο λέει· «Τοῦ κρύψαντος τὸ τάλαντον τὴν κατάκρισιν ἀκούσασα, ψυχή, μὴ κρύπτε λόγον Θεοῦ· κατάγγελλε τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, ἵνα πλεονάζουσα τὸ χάρισμα εἰσέλθῃς εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου» (δοξ. αἴν. Μ. Τρ.) . Ὁ ὑμνογράφος μονολογεῖ· στρέφεται στὴν ψυχή του καὶ λέει·
Ἄκουσες, ψυχή μου, στὸ Εὐαγγέλιο (βλ. Ματθ. 25,14-30. Λουκ. 19,11-27) πῶς κατακρίθηκε ἐκεῖνος ὁ ἀμελὴς δοῦλος ὁ ὁποῖος, ἀντὶ νὰ ἀξιοποιήσῃ ὅσο μποροῦσε τὸ τάλαντο ποὺ τοῦ ᾽δωσε ὁ Θεός, αὐτὸς πῆγε καὶ τό ᾽κρυψε μέσα στὸ χῶμα. Μὴν ἀμελεῖς λοιπὸν καὶ μὴν κρύβεις μὲ τὴ σιωπή σου τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κήρυττε τὰ μεγαλεῖα του· ὥστε, αὐξάνοντας ἔτσι τὸ χάρισμα ποὺ ἔλαβες, ν᾽ ἀξιωθῇς νὰ μπῇς καὶ σὺ στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου σου.