Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Κάλλιστος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νικηφόρος Κάλλιστος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΗΘΟΣ ΚΑΙ ΔΟΓΜΑ

 


Όταν κάποτε ρώτησε κάποιος τον άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη (συγγραφέα τῆς “Κλίμακος”) ποια αμαρτία είναι βαρύτερη, ο φόνος ή η άρνηση της πίστης, εκείνος απάντησε η άρνηση της πίστης.

   Τότε εκείνος ξαναρώτησε: Γιατί τότε η Εκκλησία τους αιρετικούς, όταν αποκηρύξουν την αίρεση, τους αποδέχεται αμέσως σε μυστηριακή κοινωνία, ενώ τον πόρνο, όταν εξομολογηθεί και παύσει την αμαρτία, τον αποκόπτει επί αρκετά χρόνια από την κοινωνία των αχράντων μυστηρίων σύμφωνα με τους αποστολικούς κανόνες;

Για να μαθαίνουν Ποιμένες και λαϊκοί, οι κοινωνούντες με τους αιρετικούς Οικουμενιστές, την Παράδοση της Εκκλησίας

«...Καίπερ ποιμένα μὴ ἔχοντες, ὅμως τὰ ποιμένων ἔδρων»!




  Ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος (13ος-14ος αἰ.) διακρίθηκε ὡς ἱστορικός, ἐξηγητὴς τῶν Γραφῶν, ποιητὴς ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων κ.λπ.

    Ἀπὸ τὴν «Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία» του παίρνουμε πολύτιμες πληροφορίες -ἐκτὸς τῶν ἄλλων- καὶ γιὰ τὴν στάση τῶν πιστῶν ἀπέναντι στὶς αἱρέσεις. Παρουσιάσαμε καὶ ἄλλοτε κάποια κείμενα γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Σήμερα παρουσιάζουμε τὴν στάση τῶν πιστῶν τῶν Σαμοσάτων, στὸ μεσοδιάστημα μεταξὺ Α΄ καὶ Β΄ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὅταν μὲ παρεμβάσεις τῶν αἱρετικῶν αὐτοκρατόρων ἢ τῶν εὐνοουμένων ἀπ’ αὐτοὺς Ἀρειανοφρόνων Ἐπισκόπων, ἐδιώκοντο οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι καὶ στὴν θέση τους ἐγκαθίσταντο Ἀρειανόφρονες, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν καταδικαστεῖ ἀπὸ Σύνοδο. Στὴν περίπτωση αὐτὴ οἱ πιστοὶ ἐφάρμοζαν τὴν ἁγιοπατερικὴ στάση τῆς Διακοπῆς Κοινωνίας ἢ Ἀποτειχίσεως, πολὺ πρὶν αὐτὸ κατοχυρωθεῖ ἀπὸ τὸν ΙΕ΄ Κανόνα τῆς ΑΒ Συνόδου.

    Ὅπως, λοιπόν (μᾶς διηγεῖται ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος) ἡ συμμορία τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου εἶχε ἐκδιώξει ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες τοὺς Ὀρθοδόξους Ποιμένες, τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ στὰ Σαμόσατα· ἔδιωξε τὸν Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο Εὐστάθιο καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἐγκατέστησε τὸν Εὐνόμιο. Καὶ τότε οἱ Ὀρθόδοξοι ὅλοι, ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου, σταμάτησαν νὰ ἐκκλησιάζονται! Καὶ ὁ Ἐπίσκοπος ἔμεινε μόνος στὸ Ἐπισκοπεῖο, καὶ κανεὶς δὲν τὸ ἐπισκεπτόταν, οὔτε τοῦ μιλοῦσε!

    «Ὡς γὰρ οἱ τῆς Ἀρείου συμμορίας ὅλας τὰς ἐκκλησίας τῶν ποιμένων γυμνώσαντες, καὶ ἐπὶ Σαμόσατα ἕτερον ἀντ’ Εὐσταθίου, Εὐνόμιον ὄνομα ἀντεισήγαγον· οὐδεὶς τῶν ἁπάντων, οὐ πένης, οὐ πλούσιος, οὐ νέος, οὐ πρεσβύτης, ἁπλῶς οὐδεὶς φάναι εἰς τὴν ἐκκλησίαν εἰσῄει, ὥσπερ ἦν ἔθος· μόνος δ’ ἐκεῖνος τῷ ἐπισκοπείῳ διῆγεν, οὐδενὸς αὐτὸν οὐθ’ ὁρῶντος, οὔτε τὸ παράπαν λόγον μεταδιδόντος. Καίτοι φασὶν αὐτὸν ἄλλως ἐπιεικῆ τε ὄντα καὶ μέτριον· καὶ τοῦτο παρίστησιν».

Η στάση των Ορθοδοξοφρονούντων απέναντι στην αίρεση


Ὅταν ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἐπέστρεψε στὴν Ἀλεξάνδρεια ἐφοδιασμένος καὶ μὲ τὴν ἐπιστολὴ πρὸς Ἀλεξανδρεῖς τοῦ ἐπισκόπου Ρώμης Ἰουλίου, πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν «Ἀντιόχειαν, ὅπου τηνικαῦτα διέτριβεν ὁ Κωνστάντιος» (Νικοφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 146, 317D) καὶ ἀπέφυγε νὰ κοινωνήσει μὲ τὸν κανονικό, ἀλλ' αἱρετίζοντα ἐπίσκοπο Λεόντιο («ἐξετρέπετο»). Ἦλθε ὅμως σὲ κοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους, ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Εὐστάθιο, καὶ ποὺ τελοῦσαν τῆν Θ. Λειτουργία σὲ σπίτια ὀρθοδόξων:
«Τῆς δ’ ἐκεῖσε ἐκκλησίας τὰς ἱερᾶς ἡνίας τότε διεῖπε Λεόντιος… Ὃν Ἀθανάσιος ὡς περὶ τὸ δόγμα κίβδηλον ἐξετρέπετο· τοῖς δ’ ἀπὸ τοῦ Εὐσταθίου ἐν ἰδιωτῶν οἰκίαις ἐκκλησιάζουσιν ἐκοινώνει» (P.G. 146, 320Α).

Στὴν Κων/πολη, ὁ Ἀρειανόφρων πατριάρχης Μακεδόνιος «οὐ μόνον ἀπηνῶς ἐδίωκε (τοὺς Ὀρθοδόξους) τοὺς ἐκτρεπομένους αὐτῷ κοινωνεῖν, ἀλλὰ καὶ εἱρκτοῖς περιέκλειε... Καὶ «πολλὰς τῶν ἐκκλησιῶν εἰς ἔδαφος ἔρριπτε, βασιλέως γράμματα προϊσχόμενος, ἃ προσέταττον  τοὺς εὐκτηρίους οἴκους τῶν τὸ ὁμοούσιον  κηρυττόντων εὐθὺς ἀνατρέπεσθαι» (P.G. 146, 389ΒD). «Λυομένης γὰρ ἐκείνης (σ.σ.: καὶ ὅταν κατεστράφη ἡ ἐκκλησία-ναός τους) πανδημεῖ συναθροισθέντες ἐκεῖνοι, καὶ γυναῖκες καὶ παῖδες, τὸ προσῆκον ἕκαστος μετακομιζόμενοι, ὑπερφυῶς ἐπόνουν· καὶ ἀκαριαίως εἰς τὸν ἀντιπέραν τόπον τῆς πόλεως… ἀθρόως ἕτερον οἶκον ἀνίστων· καὶ Ἀναστασίαν τὸν οἶκον ὠνόμασαν» (P.G. 146, 392ΑΒ).

Για να παραμείνει και κοινωνήσει με τους αποτειχισμένους θυσιάζει τη ζωή της και το βρέφος της!

Ἡ στάση των πιστῶν ἀπέναντι στους αἱρετίζοντες ψευδεπισκόπους

  Κάποια ἀκόμα παραδείγματα ἀποτειχίσεως τοῦ πιστοῦ λαοῦ μᾶς παραδίδει ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος, ποὺ πρέπει νὰ τὰ μελετήσουμε ὅλοι, γιὰ νὰ δοῦμε, πόσο πίσω εἴμαστε ἀπὸ τοὺς ἀληθινοὺς Χριστιανούς. Ἰδιαιτέρως πρέπει νὰ τὰ δοῦν οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστές ἡμι-αποτειχισμένοι καὶ νὰ ξανασκεφτοῦν, πόσο κακὸ κάνουν μὲ τὴν ἐσφαλμένη διδασκαλία τους, διὰ τῆς ὁποίας, ἀντὶ οἱ πιστοὶ νὰ διδάσκονται νὰ ἐφαρμόσουν τὴν ἁγιοπατερικὴ πρακτικὴ τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς κι ἀπ’ ὅσους κοινωνοῦν μαζί τους, προτρέπονται –ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Θεσσαλονίκης καὶ Πτολεμαΐδος– νὰ κοινωνοῦν μαζί τους!

   Ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης ἐκδίωξε ἀπὸ τὴν ἐπισκοπὴ τῶν Ἐδεσσηνῶν τὸν Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπο Βάρσην, ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος «τὰς τῆς ἀρετῆς ἀπήστραπτε λαμπηδόνας» (Νικηφόρος Κάλλιστος, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 146, 636D),  καὶ στὴ θέση του τοποθέτησε κάποιον ἀρειανόφρονα ποὺ ἦταν “ὄνομα καὶ πρᾶμα” Λύκος!
     «Ἐπειδὴ γὰρ τὸν εἰρημένον Βάρσην τῆς ποίμνης ἐστέρησεν, Λύκον ἀντικαθίστη» (ὅπ. παρ.).
    Ὅμως τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν ἀντέδρασε μὲ σφοδρότητα καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἔρθει σὲ κοινωνία μὲ τὸν προβατόσχημο λύκο καὶ ψευδεπίσκοπο Λύκο. Γι’ αὐτὸ ΟΛΟΙ βγῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη καὶ συγκεντρώθηκαν σὲ ἕναν εὐκτήριο οἶκο ἀφιερωμένο στὸν ἀπόστολο Θωμᾶ.
     Καὶ ὁ βασιλιᾶς Οὐάλης ἔδωσε ἐντολὴ στὸν ἔπαρχο Μόδεστο νὰ ἐκδιώξει μὲ στρατιωτικὴ ἐπιχείρηση τὸ πλῆθος ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο, κάνοντας χρήση ἀκόμα καὶ τῶν σπαθιῶν!
    Ὁ Μόδεστος ἑτοιμάστηκε νὰ πραγματοποιήσει τὴν διαταγή. Ἀλλ’ ὅμως τὴν προηγούμενη ἡμέρα (γιὰ ἀδιευκρίνιστους λόγους)

εἰδοποίησε κρυφὰ τοὺς Ἐδεσσηνοὺς νὰ μὴν προσέλθουν στὸ μέρος ποὺ ἔκαναν τὶς συναθροίσεις τους καὶ νὰ προφυλαχτοῦν γιατὶ ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης ἔχει δώσει ἐντολή, ὅσοι εὑρεθοῦν ἐκεῖ νὰ τιμωρηθοῦν.
    «Ὡς δὲ τὸ πλῆθος δυσχεραῖνον τὴν κοινωνίαν σφοδρῶς ἀπεσείετο, πάντες τὴν πόλιν καταλιπόντες πρὸ τοῦ ἄστεος συνηθροίζοντο· ἦν δὲ ἐκεῖσε Θωμᾶ τῷ ἀποστόλῳ ἐπιφανὲς εὐκτήριον· ὃ ἱστορῆσαι βουλόμενος Οὐάλης, σύναμα τῷ ὑπάρχῳ, Μόδεστος οὗτος ἦν, ἦκεν ἐντειλαμένος πρότερον, τὸ συνιστάμενον ἐκεῖσε πλῆθος μετὰ τῆς ὁπλιτικῆς περὶ αὐτὸν δυνάμεως διασκεδάσαι, ράβδοις καὶ ροπάλοις παίοντας, εἰ δὲ δεήσει, χρησομένους καὶ ξίφει. Ὁ δὲ τὸ κελευόμενον ἔδρα· καὶ λάθρα τοῖς Ἐδεσσηνοῖς ἐδήλου φυλάξασθαι τὴν ὑστεραίαν, μὴ εἰς τὸν εἰωθότα συνελθεῖν τόπον· πρόσταγμα γὰρ βασιλέως εἶναι τιμωρίαν ἐπάγειν οἷς ἁλῶναι συμβαίη. Καὶ ὁ μὲν οὗτος ἠπείλει καίπερ ἑτερόδοξος· ἢ μηδένα ἢ ὀλίγους κινδυνεῦσαι προμηθούμενος, ἢ ἴσως καὶ παραιτούμενος ἑαυτὸν πρὸς τὴν τοῦ κρατοῦντος ὀργήν» (ὅπ. παρ. 637Β).
     Ὅμως οἱ Ἐδεσσηνοὶ ὀρθόδοξοι πιστοί, ὄχι μόνον ἀγνόησαν τὶς ἀπειλές, ἀλλὰ πρωΐ-πρωῒ μετέβησαν μὲ μεγαλύτερη προθυμία στὸν καθορισμένο τόπο τῆς συνάξεως πραγματοποιώντας τὰ λατρευτικά τους καθήκοντα.
    «Ἐδεσσηνοὶ μέντοι ἐν δευτέρῳ θέμενοι τὰς ἀπειλάς, ἅμα ἕῳ πρόθυμοι μᾶλλον ἢ πρότερον ἐπὶ τὸν τόπον ἐχώρουν, καὶ τὸ εἰωθὸς ἔπραττον» (ὅπ. παρ. 637C).
    Στὴν συνέχεια ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος μᾶς διηγεῖται τὸ ἑξῆς συγκινητικὸ περιστατικό. Ὁ Μόδεστος, πηγαίνοντας μὲ στρατιωτικὸ ἄγημα στὸ μέρος ποὺ ἦσαν συγκεντρωμένοι οἱ Χριστιανοί, συνάντησε μιὰ γυναῖκα ποὺ μὲ τὸ βρέφος της πήγαινε στὴν συνάθροιση τῶν πιστῶν. Διέταξε νὰ τὴν συλλάβουν καὶ ζητοῦσε νὰ μάθει, ποῦ πηγαίνει ἔτσι βιαστικά. Αὐτὴ ἀπάντησε:
 «Ἐπὶ τὸ πεδίον ἔνθα οἱ τῆς εὐσεβείας θεράποντες».
    Καὶ συνέχισε· γνωρίζω καλὰ τὰ κακὰ ποὺ μᾶς ἑτοιμάζετε καὶ τρέχω νὰ προλάβω κι ἐγὼ νὰ ἀξιωθῶ νὰ πάθω τὰ ἴδια, γιὰ νὰ μὴ χάσω τὴν δόξα ποὺ χαρίζει ὁ Θεὸς (σ’ ὅσους παραμένουν πιστοὶ στὶς Ἐντολὲς Του, μὴ κοινωνοῦντες μὲ τοὺς αἱρετικούς):
    «…καὶ σπεύδω καὶ αὐτὴ τῶν ἴσων ἐκείνοις ἀξιωθῆναι γερῶν, ἵνα μὴ κατόπιν δρόμου γεγενημένη τῆς παρὰ Θεῷ δόξης ἁμάρτω»!
    Καὶ ὁ ἔπαρχος ρώτησε· γιατὶ σέρνεις μαζί σου καὶ τὸ βρέφος; Κι αὐτὴ ἀπάντησε:
«Ἵνα καὶ αὐτὸ τῆς ἴσης ἀξιωθήσεται τιμῆς, μετασχὸν τῶν παθῶν»! (ὅπ. παρ. 637D).
    Καὶ ὁ Μόδεστος μένοντας ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν ἀνδρεία ἀπάντηση, τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴν γενναιότητα τῆς γυναίκας καὶ συμπεραίνοντας ὅτι, ἂν μιὰ γυναῖκα εἶχε τέτοια ἀνδρεία στάση, πόσο μᾶλλον ἦταν ἀποφασισμένοι καὶ πρόθυμοι νὰ πάθουν ὁτιδήποτε γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ οἱ ὑπόλοιποι πιστοί,  ἐπέστρεψε στὰ βασίλεια. Συναντήθηκε μὲ τὸν αὐτοκράτορα Οὐάλη καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὸν πείσει νὰ μὴν πραγματοποιήσει τὴν διωκτικὴ τῶν Χριστιανῶν ἀπειλή (ὅπ. παρ. 637-640).
    Ὁ Οὐάλης ὅμως δὲν πείστηκε, ἀλλὰ διέταξε νὰ συλληφθοῦν οἱ «ἡγούμενοι τοῦ πλήθους», ἐκτὸς ἐάν –ὅπως σημειώνει ὁ Νικηφόρος– «τῶ λύκῳ καὶ οὐ ποιμένι» κοινωνήσουν. Διαφορετικὰ θὰ τοὺς ἐκδίωκε ἀπὸ τὴν πόλη, καὶ θὰ τοὺς ἐξόριζε σὲ ἀπομακρυσμένες περιοχές (ὅπ. παρ. 640Α).
    Ὁ ἔπαρχος συγκέντρωσε τοὺς πιστοὺς καὶ προσπαθοῦσε νὰ τοὺς πείσει νὰ ὑπακούσουν. Αὐτοὶ τὸν ἄκουγαν ἐν σιωπῇ καὶ δὲν ἀπαντοῦσαν, ἀφήνοντας τὴν πρωτοβουλία τῆς ἀπαντήσεως στὸν Ἐπίσκοπό τους Εὐλόγιο, ποὺ ἦταν «ἀνὴρ βίῳ καὶ λόγῳ τὸ ἀξιέπαινον ἔχων» (ὅπ. παρ. 640Β).
    Τότε ὁ ἔπαρχος ἐστράφη πρὸς τὸν Εὐλόγιο καὶ διελέγετο μὲ αὐτόν. Κι ὅταν τὸν ρώτησε ἂν θὰ κοινωνήσει μὲ τὸν αἱρετικὸ αὐτοκράτορα Οὐάλη, ὁ Εὐλόγιος μειδιάσας καὶ μὲ χαριτωμένο τρόπο εἶπε: «Προσφέρει γὰρ καὶ μετὰ τῆς βασιλείας καὶ τὸ ἱερᾶσθαι κεκλήρωται»!
    Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπάντηση ὁ ἔπαρχος, ἀφοῦ ἐπέπληξε τὸν Εὐλόγιο καὶ τὸν εἰρωνεύτηκε, εἶπε: Δὲν ἐννοοῦσα αὐτό, ἀλλὰ τὸ νὰ κοινωνήσεις μὲ ἐκείνους τοὺς ἐπισκόπους ποὺ ὁ αὐτοκράτορας διατάσσει.
    Καὶ ὁ Εὐλόγιος ἀπάντησε ὅτι ἀκολουθεῖ τοὺς «καλοὺς ποιμένες» κι ὄχι τοὺς αἱρετικοὺς ποὺ προσφέρουν μολυσμένη καὶ  δηλητηριώδη τροφή:
    «Ἀλλ’ ἐγὼ καὶ ποιμένας οὐκ ἄμοιρος· οὗ τῆς φωνῆς ὡς γνησίας ἐπῃσθημένος, καὶ τοῖς ἐκείνου δόγμασι ἕπομαι· καὶ οὐ χρή μοι τῆς τοιαύτης νοσερᾶς πόας καὶ θανασίμου» (ὅπ. παρ. 640CD).
    Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια ἔγινε ἔξαλλος ἀπὸ θυμὸ ὁ ἔπαρχος καὶ συνέλαβε καὶ ἐξόρισε ὀγδόντα πιστούς, ἐκείνους ποὺ ἦσαν οἱ ἐξέχοντες καὶ «τὰ στηρίγματα» τῶν πιστῶν. Ἐξ  αὐτῶν τὸν «Εὐλόγιο μέντοι καὶ Πρωτογένην τὰ δεύτερα μετ’ ἐκεῖνον ἔχοντα εἰς Ἀντινὼ τὴν Θηβαίων ἐξόριζεν. Ὅσην δ’ ἐκείνων ἡ ἀρετή, ἐντεῦθεν δειχθήσεται. Ἐπεὶ γὰρ σύμφρονά τινα ἐπίσκοπον εὗρον ἐκεῖσε, κοινωνεῖν εἵλοντο, καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν μετεῖχον συλλόγων» (Νικηφόρος Κάλλιστος, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 146, 641Α).  
Σημάτης Παναγιώτης

ΟΙ Επίσκοποι υποχρεούνται να ελέγχουν τους αιρετικούς και να τους απομακρύνουν από την Εκκλησία

Στιγμιότυπα από την εκκλησιαστική ιστορία
 
      Ὁ αἱρετικὸς Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς,  ὑπὸ Συνόδου «ἐκκήρυκτος γίνεται καὶ τοῦ κλήρου ἐξάγεται καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἐκρίπτεται»!

       Ἕνας ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς αἱρετικοὺς τῶν πρώτων αἰώνων ἦταν ὁ Παῦλος ὁ Σαμοσατεύς, ὁ ὁποῖος «ταπεινὰ καὶ χαμερπῆ περὶ Χριστοῦ ἐδογμάτιζεν». Ἡ διδασκαλία του φυσικὰ «δημιούργησε ὀξύτατα προβλήματα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιοχείας» καὶ πρὸς τοῦτο «σύνοδοι συγκλήθηκαν στὴν Ἀντιόχεια [264-268] (Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, σελ. 246).  Γι' αὐτὸ οἱ Ἐπίσκοποι δὲν ἀδρανοῦν, δὲν ἀφήνουν νὰ σέρνεται ἀνάμεσα στοὺς πιστοὺς ἡ μολυσματικὴ νόσος αὐτῆς τῆς αἱρέσεως (ὅπως κάνουν οἱ σύγχρονοι ποιμένες), ἀλλὰ συγκρότησαν Σύνοδο.  «Τοῦτο μαθόντες οἱ τηνικάδε τῶν ἐκκλησιῶν ποιμένες, οὐχ ὑπεριδεῖν τοσαύτην ἕρπουσαν νόσον ἐδοκίμασαν δεῖν· καὶ ταῦτα συνεργὸν τοῦ μίσους καὶ τοσαύτην μεγίστην πόλιν χειρωσάμενην». Στὴ Σύνοδο συμμετεῖχαν «περηφανοῖς ἀστέρες» Γρηγόριος ὁ μέγας «ὁ ἐν θαύμασι περιβόητος», καὶ Φιρμιλιανός, Ἕλενος, Ὑμέναιος Ἱεροσολύμων, Μάξιμος «τῶν κατὰ Βόστραν» κ.ἄ. (Νικηφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 145, 1181ΒD).
Καὶ στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία διαβάζουμε: Οἱ ἐπίσκοποι «προφανῶς δὲν ἦταν δυνατὸν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ θεμελιώσουν» τὸ δόγμα τῆς Πίστεως γιὰ  τὴν «ἀιδίως διακρινόμενη θεία ὑπόσταση τοῦ Λόγου ὡς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ γραπτῶν πηγῶν τῆς παραδόσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἀποδείξουν τὰ συγκεκριμένα σημεῖα  τῆς αἱρετικῆς ἐκτροπῆς τοῦ ἐπισκόπου τῆς Ἀντιοχείας». Παρὰ τὴν δυσκολία αὐτὴ ὅμως, οἱ «δύο πρῶτες σύνοδοι, οἱ ὁποῖες πραγματοποιήθηκαν ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ ἐπισκόπου τῆς Καισαρείας τῆς Καπποδικείας Φιρμιλιανοῦ καὶ μὲ τὴν συμμετοχὴ πολλῶν ἐξεχόντων ἐπισκόπων, ὑπέδειξαν στὸν Παῦλο τὴν αἱρετικὴν πλάνη καὶ ἔλαβαν ἀπὸ αὐτὸν τὴν ὑπόσχεση ὅτι θὰ τὴν ἐγκαταλείψη» (Φειδᾶ Βλ., ὅπ. παρ., σελ. 246).
Καὶ ὅπως πάλι μᾶς πληροφορεῖ ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος, ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι Ποιμένες προσπαθοῦσαν νὰ ἀποκαλύψουν τὴν αἵρεση, οἱ αἱρετικοὶ προσπαθοῦσαν νὰ τὴν δικαιολογήσουν καὶ νὰ κρύψουν τὰ αἱρετικά τους φρονήματα· εἶχαν δηλαδὴ κάποια συστολή, δὲν ἦταν ξεδιάντροποι, ὅπως εἶναι σήμερα οἱ περὶ τὸν Βαρθολομαῖο καὶ τὴν φατρία του, ποὺ διατυπώνουν καὶ ἐνεργοῦν τὶς κακοδοξίες τους καθοδηγούμενοι φανερὰ ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Πίστεως (ἐχθροὶ καὶ αὐτοὶ τοῦ Θεοῦ καθιστάμενοι):
             Οἱ «περὶ τὸν Παῦλον συσκιάζειν ἐπειρῶντο, καὶ τὴν αἵρεσιν ὥς γ’ ἐνῆν ἐπικρύπτειν». Οἱ Ὀρθόδοξοι ὅμως, «διὰ σπουδῆς ἐγίνετο μάλιστα τὴν αἵρεσιν ἀναφαίνειν, καὶ τὴν εἰς Χριστὸν βλασφημίαν πᾶσι ἔκδηλον καθιστᾷν. Εἰσηγήσεσι μὲν γὰρ τὰ πρῶτα καὶ συμβουλαῖς μεταθεῖναι διεπειρῶντο Παῦλον, καὶ τοῦ ἐναντίου φρονήματος ἀφιστᾷν· ὡς δ’ εἰς μέγα διομνύμενος προφανῶς ἀπέλεγε μηδὲν τοιοῦτον φρονεῖν, τοῖς δ’ ἀποστολικοῖς ὅροις καὶ δόγμασιν ἐμμένειν, καὶ τούτοις στοιχεῖν, τότε μὲν τὸν κοινὸν σωτῆρα Θεὸν ἐπὶ τῇ τῶν ἐκκλησιῶν συμφωνίᾳ ὑμνήσαντες, διελύοντο, καὶ ἐπὶ τὰ σφέτερα ἕκαστος ἐπορεύοντο ποίμνια» (P.G. 145, 1184AB).
Ἐκτὸς τῶν καίρων δογματικῶν θέσεων ὁ Σαμοσατεὺς νεωτέριζε καὶ ἐπὶ πολλῶν ἄλλων θεμάτων καὶ γι' αὐτὰ «κατεκρίθη ὑπὸ τῆς συνόδου τῶν Ἐπισκόπων, (260μ.Χ.)». Ἕνας ἀπὸ αὐτὰ ἦταν καὶ τὸ ὅτι «συνέστησε χορὸν ἐκ γυναικῶν, ἵνα ψάλλῃ ἐν τῷ ναῷ κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα. Καὶ εἶναι ἀξιοσημείωτοι αἱ φράσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Σύνοδος ἐχαρακτήρισε τὸ τόλμημα τοῦτο τοῦ Σαμοσατέως. Αἱ φράσεις αὗται ἐμπεριεχόμεναι εἰς τὴν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἡ σύνοδος ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Διονύσιον Ρώμης καὶ Μάξιμον τὸν Ἀλεξανδρείας, ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: «Ψαλμοὺς δὲ τοὺς μὲν εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν παύσας ὡς δὴ νεωτέρους καὶ νεωτέρων ἀνδρῶν συγγράμματα, εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐν μέσῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ τῇ μεγάλῃ τοῦ Πάσχα ἡμέρᾳ ψαλμωδεῖν γυναῖκας παρασκευάζων, ὧν καὶ ἀκούσας ἂν τις φρίξειεν» (Τρεμπέλα Π., «Ἡ γυνὴ ἐν τῇ ψαλμῳδίᾳ»).
Ὁ Σαμοσατέας ὅμως δὲν συνεμορφώθη, σύμφωνα μὲ τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδωσε στὴ Σύνοδο. Γράφει ὁ Φειδᾶς: «Ἡ συμπεριφορὰ ὅμως τοῦ Παύλου ὑπῆρξε ἀντίθετη καὶ κατέστησε ἀναγκαία τὴ σύγκληση μιᾶς τρίτης συνόδου στὴν Ἀντιόχεια (268)… (ἡ ὁποία) καθαίρεσε τὸν Παῦλο καὶ χειροτόνησε ὡς ἐπίσκοπο Ἀντοχείας τὸν Δόμνο» (Φειδᾶ Βλ., ὅπ. παρ., σελ. 245).
Καὶ ὁ Κάλλιστος: «Χρόνον δὲ διελθόντος, ἡ φήμη αὖθις πανταχόσε διαρρέει τὴν ἐκτροπὴν τοῦ Παύλου μηνύουσα. Οἱ δὲ πανεύφημοι ἐκεῖνοι …γράμμασι πρότερον τὸ τραῦμα θεραπεύειν ἐπειρῶντο, τὴν θανατηφόρον διδασκαλίαν φθείρειν οἱόμενοι» (P.G. 145, 1184ΒC).
Ὅταν δὲ ἔλαβε τὴν ἀρχὴν ὁ Αὐρηλιανός, οἱ ἐπίσκοποι «ὑστάτη καὶ τελευταῖα σύνοδον συγκεκρότητον (P.G. 145, 1184D) καὶ ἀφοῦ παρουσίασαν τὶς κακοδοξίες τοῦ Παύλου Σαμοσατέως καὶ τὸ «κρυψίνου καὶ ἀπάτης γέμον» φρόνημά του, «καὶ τοίνυν ἑτερόδοξος φωραθείς, ὡς ἀρχηγὸς τῆς αἱρέσεως, τῆς ὑπὸ τὸν οὐρανὸν καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐκκήρυκτος γίνεται καὶ τοῦ κλήρου ἐξάγεται τῶν πιστῶν· οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἐκρίπτεται. Καὶ Δόμνος ἀντ’ αὐτοῦ τῆς Ἀντιόχου τοὺς οἴακας ἐγκεχείριστο» (P.G. 145, 1185Α).
Ὅταν λοιπόν, κάθε ἀνοχὴ τῆς Συνόδου ἐξέλιπε, τότε πλέον ὁριστικὰ καὶ τελεσίδικα ἡ Σύνοδος κι ὄχι κάποιος ἱερωμένος ἢ πιστοί, τὸν ἀπέκοψαν ἀπὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας.
Καὶ παρόλα αὐτά:
«Ἡ ἀπόφαση τῆς συνόδου αὐτῆς, καίτοι ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ ὅλες τὶς τοπικὲς ἐκκλησίες τῆς οἰκουμένης, δὲν ἐκτελέστηκε, ἀφοῦ ἡ βασίλισσα Ζηνοβία… δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἐφαρμογή τῆς συνοδικῆς ἀποφάσεως. Ὁ Παῦλος ἀρνήθηκε νὰ ἐγκαταλείψη τὸ ἐπισκοπεῖο καὶ παρέμεινε ἀκλόνητος στὴν Ἀντιόχεια» (Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησ. Ἱστορία, σελ. 245-246).
Μόλις τὸ 272 ὁ Σαμοσατέας ἐγκατέλειψε τὸ ἐπισκοπεῖο τῆς Ἀντιοχείας μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ αὐτοκράτορα καὶ ἀνέλαβε ὁ Δόμνος «τὸν ὁποῖον ἀναγνώριζαν οἱ ἐπίσκοποι Ρώμης καὶ Ἰταλίας» (Φειδᾶ Βλ., ὅπ. παρ., σελ. 246).
Σημάτης Π.