
Στο γραφείο ενός ηλικιωμένου αξιωματικού της KGB, ανακρινόταν ένας άντρας που πίστευε στον Θεό. Όλες οι προσπάθειες να τον πείσουν να συνεργαστεί είχαν αποδειχθεί ανεπιτυχείς.

Όταν η αθεΐα γίνεται μισαλλοδοξία
Θα διαβεί η θύελλα από τη ρωσική τη γηΑμαρτίες του λαού ο Θεός θα τις συγχωρήσειΗ θεία του σταυρού Του ομορφιά θα αναφανείΣτις εκκλησίες του Θεού τους θόλους να φωτίσειΣτην Αγία μας απ’ άκρη σε άκρη τη ΡωσίαΤα σήμαντρα το καινούριο κάλεσμα θα ηχήσουνΑπ το βαθύ λήθαργο – τη δικιά μας την αμαρτίαΣτο σωτήριο δρόμο τα παιδιά της να βαδίσουνΗ πίστη όλους θα ενώσει μέσα στην ΕκκλησίαΚι οι άγιες μονές στον κόσμο πάλι θα ανοίξουν(του στάρετς Σεραφείμ της Βύριτσα 1866-1949)
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς καί Ὁμολογητής τοῦ Χριστοῦ Βαλεριάνος Νοβίτσκι (1897- 1930)

Για να μην ξεχνούν οι σύγχρονοι "προοδευτικοί": Ανακρίσεις στις φυλακές της σοβιετικής NKVD (Απὸ τις σημειώσεις ενὸς πρώην κρατουμένου στα Σολόβκι)
ΙΒΑΝ ΜΙΧΑΗΛΟΒΙΤΣ ΑΝΤΡΕΕΒΣΚΙ
Ανακρίσεις στις φυλακές της NKVD
(Ἀπὸ τὶς σημειώσεις ἑνὸς πρώην κρατουμένου στὰ Σολόβκι)
Ἡ ἀνάκριση στὴν ΕΣΣΔ ἔχει δύο πλευρές. Ἡ μία εἶναι ἡ προφορικὴ συνομιλία τοῦ ἀνακριτῆ μὲ τὸν κρατούμενο. Ἡ ἄλλη εἶναι τὸ ἐπίσημο γραπτὸ ἔγγραφο, τὸ πρωτόκολλο τῆς ἀνάκρισης, ὑπογεγραμμένο ἀπὸ τὸν κατηγορούμενο.
Τυπικὰ ἡ νομικὴ πλευρὰ στὴν ΕΣΣΔ παρουσιάζεται συχνὰ ἄψογη. Ἀπὸ τὰ πρωτόκολλα τῶν ἀνακρίσεων φαίνονται τὰ πάντα: καὶ ὁ χαρακτήρας τῆς κατηγορίας, καὶ ὁ χαρακτήρας τῆς ἔρευνας, καὶ τὸ περίπλοκο δίκτυο τῶν μαρτυρικῶν καταθέσεων, καὶ τέλος, ἡ ἀποκάλυψη, ἡ ἐνοχοποίηση τοῦ κατηγορουμένου, ἡ ὁμολογία του, ἐπικυρωμένη μὲ τὴν ὑπογραφή του. Μετὰ ἡ καταδίκη καὶ ἡ ποινή. Ὅλα εἶναι αὐστηρὰ νόμιμα, βάσει τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα καὶ τοῦ Συντάγματος.
Τίποτε ἄλλο δὲν φαίνεται. Δὲν ὑπάρχουν οὔτε ἴχνη συνομιλιῶν, οὔτε ἴχνη βασανιστηρίων. Οἱ συνομιλίες γίνονται κατ’ ἰδίαν· τὰ βασανιστήρια – χωρὶς μάρτυρες. Οἱ «σοβαροὶ» ἐγκληματίες στὶς σοβιετικὲς φυλακὲς πεθαίνουν πάντα. Κρατοῦνται σὲ κελιά ἀπομόνωσης, ἀνακρίνονται τὴ νύχτα, «ἐκκαθαρίζονται» πρὶν τὴν αὐγή. Οἱ σκοτεινοὶ διάδρομοι τοῦ DPZ (Σπίτι Προσωρινῆς Κράτησης) τῶν «Κρεστὺ» καὶ τῶν «Μπουτύρκα» (φυλακὲς στὸ Λένινγκραντ καὶ τὴ Μόσχα) – σιωποῦν. Τὸ βοηθητικὸ προσωπικὸ τῶν δεσμοφυλάκων εἶναι προσεκτικὰ ἐπιλεγμένο καὶ ἐπίσης γνωρίζει πῶς νὰ σιωπᾷ.
Γιὰ μένα, ὡς ψυχίατρο, εἶχε ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον νὰ παρατηρῶ τοὺς τύπους τῶν ἀνακριτῶν καὶ τῶν δεσμοφυλάκων. Εἶναι αὐστηρὰ ἐπιλεγμένοι. Μεταξύ τους ἡ πλειονότητα εἶναι ψυχοπαθεῖς: ἐπιληπτοειδεῖς, παρανοϊκοί, σχιζοειδεῖς. Πολλοὶ εἶναι σαδιστὲς καὶ ἠθικὰ ὑπολειμματικοί.
Ἡ ἀνάκριση στὴν ΕΣΣΔ εἶναι ἕνα ἐντελῶς ἰδιαίτερο εἶδος ἀθλήματος γιὰ τὸν ἀνακριτὴ καὶ πάντα ἕνα βασανιστήριο (σωματικὸ ἢ ψυχικὸ) γιὰ τὸν κατηγορούμενο.
…Ὁ ξαφνικὸς κρότος καὶ τὸ γδούπισμα τῆς κλειδαριᾶς ποὺ ἀνοίγει, συνήθως τὴ νύχτα, τὰ δυνατὰ βαριὰ βήματα τοῦ δεσμοφύλακα ποὺ εἰσέρχεται, τὶς περισσότερες φορὲς μὲ ἕνα κομμάτι χαρτὶ στὸ χέρι, ἡ σκόπιμη σιωπὴ γιὰ μερικὰ δευτερόλεπτα, μετὰ τὸ κάλεσμα μὲ τὸ ἐπώνυμο καὶ ἡ πρόσκληση: «ἔλα, ἔλα»… Ποῦ, γιατί, γιὰ ποιὸν λόγο – ποτὲ δὲν λέγεται… Καὶ ἔπειτα, τὸ βιαστικὸ ντύσιμο, ὑπὸ τὸ ἀνυπόμονο κέντρισμα: «ἔλα, ἔλα», καὶ ἡ πορεία τοῦ δεσμοφύλακα μπροστὰ μέσα ἀπὸ ἀτέλειωτα μακριοὺς διαδρόμους καὶ σκάλες, ὅλο καὶ πιὸ κάτω, ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὰ ὑπόγεια καὶ… στὴν κόλαση.
Μπαίνεις στὸ γραφεῖο τοῦ ἀνακριτῆ, κάθεσαι στὴν καρέκλα. Ἀρχίζει ἡ «κουβέντα». Στὴν ἀρχὴ ἀπὸ μακριά. Συχνὰ γιὰ οὐδέτερα θέματα. Μὲ χαμηλή, «ἐγκάρδια» φωνή. Ἡ ὄρεξη ἔρχεται τρώγοντας. Ὁ ἀνακρινόμενος βρίσκεται στὴν πλήρη ἐξουσία τοῦ ἀνακριτῆ. Καὶ οἱ δύο τὸ γνωρίζουν: ὁ ἕνας μὲ τρόμο, ὁ ἄλλος μὲ εὐχαρίστηση.
Το μαρτύριο αλλά και το μεγαλείο των Ορθοδόξων στην άρνηση τους να δουλέψουν Κυριακή του Πάσχα.
Μία υπέροχη ιστορία, που δείχνει το απέραντο έλεος του Θεού και το πόσο απαραίτητο είναι να μην απελπιζόμαστε.
Πάντοτε πρὶν τὴν αὐγή εἶναι τὸ πιὸ πυκνὸ σκοτάδι
“Σὲ μία νύχτα, μὲ πολλὰ δάκρυα, ἀγοράζεται ὁ Παράδεισος…”
Ἡμερολόγιο τοῦ Ἰβᾶν Στάρτσκωφ, ὑπολοχαγοῦ Β’ τάγματος τοῦ Σοβιετικοῦ στρατοῦ
«…12 Δεκεμβρίου 1941… Βρίσκομαι στὸ Γενικὸ Νοσοκομεῖο κάποιας γερμανικῆς πόλεως… δὲν ξέρω τ’ ὄνομά της, ἀφοῦ μὲ μετέφεραν ἐδῶ ἀπὸ τὸ πεδίο μάχης ἐνῶ ἤμουν σὲ κῶμα… Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς δὲ θέλω νὰ μάθω τ’ ὄνομά της… τί μ’ ἐνδιαφέρει ἄλλωστε; Ἐκτὸς αὐτοῦ, κανεὶς δὲν ἔκανε τὸν κόπο νὰ μοῦ τὸ πεῖ.
Ἡ κατάστασή μου εἶναι κυριολεκτικὰ τραγική. Πρὸ τριῶν μηνῶν περίπου στὴ φοβερὴ μάχη τοῦ Λένινγκραντ ἡττηθήκαμε ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς Ναζί, μὲ μεγάλες ἀπώλειες καὶ ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρές. Ἐγὼ πληγώθηκα θανάσιμα στὰ δυὸ πόδια ἀπὸ ἔκρηξη χειροβομβίδας καὶ στὸ ἀριστερὸ χέρι ἀπὸ κάποια ἀδέσποτη σφαῖρα.
Μὲ βρῆκαν πλημμυρισμένο στὸ αἷμα, ἀνάμεσα σ’ ἕνα σωρὸ νεκροὺς συναδέλφους δυὸ Γερμανοὶ στρατιῶτες, ποὺ μετὰ τὴ λήξη τῆς μάχης ἔψαχναν ἀνάμεσα στὰ πτώματα γιὰ ὁτιδήποτε χρήσιμο ἢ πολύτιμο.
Μὲ ἕνα αὐτοκίνητο τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ μὲ μετέφεραν σὲ κάποιο σταθμὸ πρώτων βοηθειῶν ὀποῦ συνῆλθα λίγο, ἔπειτα μὲ φόρτωσαν στὸ βαγόνι ἑνὸς τρένου, ἀφοῦ μοῦ κόλλησαν ἕνα νούμερο στὸ στῆθος καὶ στὴν πλάτη. Αὐτὸ ἦταν φυσικό, ἀφοῦ γιὰ ἐκείνους δὲν ἤμουν τίποτε ἄλλο ἀπὸ ἕνα νούμερο…
Γεννήθηκα στὸ Σμολένκ, μία κωμόπολη Ρωσική, περίπου ἑκατὸ χιλιόμετρα ἀπὸ τὴ Μόσχα, τὸ 1912. Ἀπό μικρὸ παιδὶ ἤμουν σχεδὸν ἄθεος, μεγαλώνοντας ἀσπάσθηκα τὸν κομμουνισμό. Ὁ πατέρας μου ἦταν αὐστηρὸς μπολσεβίκος καὶ εἶχε λάβει μέρος στὴν κομμουνιστικὴ ἐπανάσταση τὸ 1917, ποὺ ἀνέτρεψε τὸ καθεστὼς τοῦ Τσάρου.


