Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ενότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ενότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ερώτηση προς τα αξιότιμα μέλη της ημερίδος: Και τί πρέπει να κάνουν οι πιστοί, αν οι Οικουμενιστές γράψουν (σχεδόν βέβαιο) στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τα πορίσματά σας;

Πορίσματα Ημερίδας με θέμα : Ενότητα της Εκκλησίας και ένωση των εκκλησιών

ΠΟΛΕΜΙΚΟ

 ΜΟΥΣΕΙΟ -

 ΚΥΡΙΑΚΗ 3 ΜΑΪΟΥ

 2026

ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ

 ΜΕΛΕΤΩΝ

Στὶς 21μ.μ. τῆς 3ης Μαῒου 2026 ὁλοκληρώθηκαν μὲ ἐπιτυχία οἱ ἐργασίες τῆς ἡμερίδος ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ποὺ διοργάνωσε ἡ ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ μὲ μεγάλη συμμετοχὴ πιστῶν.  Μετὰ τὶς ἕξη εἰσηγήσεις ἐξήχθησαν  τὰ ἀκόλουθα πορίσματα :

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ  ὡς «καινὴ κτίσις» ἔχει ὡς θεμελιώδη ἰδιότητά της τὴν ἑνότητα, ἡ ὁποία ἔχει ὡς βασική της προϋπόθεση τὴν Ἀλήθεια, ὅπως παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Κυρίου στοὺς Ἀποστόλους καὶ διατρανώθηκε ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων  στὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους  διὰ τῶν Ὅρων καὶ τῶν Ἱερῶν Κανόνων. Ὅλες μαζὶ οἱ τοπικὲς Ἐκκλησίες καὶ ἡ καθεμία χωριστὰ ἀποτελεῖ τὴν «Μία» Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.  Διὰ τῆς αὐτῆς πίστεως ἐν τῆ θείᾳ Χάριτι ὑφίσταται ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας.  Ἀντιθέτως ὁ ὅρος «Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» προϋποθέτει διάσπαση, τὴν ὕπαρξη πολλῶν αἱρετικῶν ὁμάδων ποὺ μὲ τεχνάσματα εἶναι ἀδύνατον νὰ συγκολληθοῦν καὶ νὰ ἀποτελέσουν ἕνα ὅλο. Γι’αὐτὸ ἡ δέησις ἐντὸς τῆς Θ. Λειτουργίας «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» δὲν σημαίνει προσευχὴ γιὰ ἕνωση τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, πολλῷ μᾶλλον ἕνωση τῆς Ἐκκλησίας μὲ αἱρετικὲς ὁμάδες,  ἀλλὰ προσευχὴ γιὰ συνάντηση ὅλων τῶν πιστῶν στὴν τήρηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.

ΗΜΕΡΙΔΑ 3 ΜΑΪΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ: ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: ΗΜΕΡΙΔΑ 3 ΜΑΪΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ: ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

Ἡ συνάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μὲ τὸν Πάπα στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, οἱ ἀνταλλαγὲς ἐπισκέψεων ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων, ἡ πύκνωση τῶν συμπροσευχῶν μὲσα σὲ ὀρθοδόξους Ναοὺς κι άκόμη ἡ μετάδοση τῶν ἀχράντων μυστηρίων σὲ αἱρετικοὺς εἶναι δείγματα τῆς ὲπίμονης προσπάθειας τοῦ Οἰκουμενισμοῦ γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς λεγομένης «ὁρατῆς ἑνότητας τῶν ἐκκλησιῶν» ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ὅραμα τῶν ἁπανταχοῦ οἰκουμενιστῶν.

Ἡ ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ἀπέναντι σ΄αὐτὴ τἠ βίαιη προπαγανδιστικὴ προσπάθεια ἀμβλύνσεως τῆς συνειδήσεως τῶν ὀρθοδόξων ὀργανώνει τὴν Κυριακὴ 3 Μαΐου καὶ ὥρα 16.30  στὸ Πολεμικὸ Μουσεῖο ἡμερίδα μὲ θέμα :

ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ

Δύο Ὁσιολογιώτατοι ἁγιορεῖτες Πατέρες,  καὶ 4 ἐκλεκτοὶ καὶ διακεκριμένοι θεολόγοι θὰ ἀναπτύξουν ἀφ’ἑνὸς ὅλες τῆς πτυχὲς τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀφ΄ἑτέρου τὶς ἀποκλίνουσες καὶ αἱρετικὲς παρεκτροπὲς τῶν οικουμενιστῶν ποὺ τραυματίζουν τὴν ἑνότητα τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Σκοπός τῆς ἡμερίδος εἶναι :

α) ἡ βαθύτερη κατανόηση τῆς Ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας ἐκ μέρους τῶν συμμετεχόντων καὶ τῆς σημασίας τῆς Μοναδικότητος καὶ Ἑνότητός Της.

β) ἡ ἐνημέρωση  γιὰ τὸ τί εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός, ποιοὶ εἶναι οἱ στόχοι του καῖ οἱ μέθοδοί του καὶ πληροφόρηση  γιὰ ὅσα συμβαίνουν σήμερα στὶς ποικίλες συναντήσεις τῶν φορέων  τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ

 γ) ἡ ἐπιβεβλημένη στάση τῶν πιστῶν ἀπέναντι στὴν περιφρόνηση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ παραδόσεως καὶ τὴν ἐπιθετικότητα τῶν οικουμενιστῶν.

Ποιες είναι οι «Αδελφές Εκκλησίες»;

                     

Ο Οικουμενισμός προχωρά τόσο δυναμικά που ορισμένες Εκκλησίες χρησιμοποιούν τον όρο «Αδελφή Εκκλησία» σε σχέση με άλλες Ομολογίες. Ας καταλάβουμε περί τίνος πρόκειται;

Στις 10 Οκτωβρίου 2021 ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρος Β΄ στην συνάντηση με τον επικεφαλής της Εκκλησίας της Αγγλίας Αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρυ Τζάστιν Γουέλμπι, είπε ότι οι Ορθόδοξοι και οι Αγγλικανοί είναι Αδελφές Εκκλησίες. Τώρα έχει γίνει τόσο της μόδας η χρήση τέτοιων όρων: «Μητέρα Εκκλησία», «Κόρη Εκκλησία», «Αδελφή Εκκλησία» που η αρχική σημασία αυτών των όρων άρχισε να χάνεται.

Η αρχική σημασία των όρων

Για όσους επιθυμούν να εξερευνήσουν αυτό το θέμα με περισσότερες λεπτομέρειες, προτείνουμε το βιβλίο: E. Lann. «Εκκλησία-αδελφή και Εκκλησία-μητέρα στην κατανόηση της αρχαίας Εκκλησίας».

Αν αναλογιστούμε την εποχή των τριών πρώτων, ή και περισσότερων, αιώνων του Χριστιανισμού, θα δούμε ότι ο όρος «Μητέρα Εκκλησία» σήμαινε αποκλειστικά την παλαιοχριστιανική αποστολική κοινότητα στην Ιερουσαλήμ. Υπάρχουν πολλά στοιχεία για αυτό. Για παράδειγμα, ο Άγιος Ειρηναίος της Λυών στο βιβλίο του «Κατά των Αιρέσεων» λέει για την Εκκλησία της Ιερουσαλήμ: «Τέτοιες είναι οι φωνές της Εκκλησίας, από τις οποίες κάθε Εκκλησία έλαβε την καταγωγή της. Τέτοιες είναι οι φωνές της μητροπολίτης των πολιτών της Καινής Διαθήκης. Τέτοιες είναι οι φωνές των Αποστόλων. τέτοιες είναι οι φωνές των μαθητών του Κυρίου».

Πρέπει να σημειωθεί ότι μιλάμε συγκεκριμένα για την κοινότητα της Ιερουσαλήμ, και όχι για την Τοπική Εκκλησία της Ιερουσαλήμ όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Στους πρώτους αιώνες, κάθε χριστιανική κοινότητα ήταν μια τοπική Εκκλησία (για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τη δομή της αρχαίας Εκκλησίας, δείτε το άρθρο «Από πού προέρχεται το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως;»). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η Μητέρα Εκκλησία της Ιερουσαλήμ είναι μια κοινότητα των πρώτων δεκαετιών του Χριστιανισμού και όχι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70, οι ντόπιοι Χριστιανοί αποχώρησαν από την πόλη και όταν μερικές δεκαετίες αργότερα η κοινότητα επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, ήταν ήδη διαφορετική τόσο στην εθνοτική της σύνθεση όσο και στη σημασία της στον χριστιανικό κόσμο.

Κάλεσμα ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ! Η Δύναμη στην Κοινή μας Πορεία!

    

Η Ενότητα στον Αγώνα για την Ορθόδοξη Παράδοση:

π. Σπυρίδωνα και π. Σωτηρίου

Σε μια εποχή όπου οι προκλήσεις για την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι πολλές και σύνθετες, η ανάγκη για διατήρηση της ακεραιότητας της πίστης και της παράδοσης αναδεικνύεται ως κεντρικό ζήτημα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φωνή κληρικών που εκφράζουν ανησυχίες για σύγχρονες τάσεις, όπως η αίρεση του Οικουμενισμού, ο Καισαροπαπισμός και η «φεουδαρχία» των Αρχιερέων, γίνεται η μεγάλη φωνή των χριστιανών ορθοδόξων πιστών.

Η Ενότητα στον αγώνα αυτόν αποτελεί η κοινή στάση του

π. Σπυρίδωνα και του π. Σωτηρίου.

❖❖❖

«Θαυμάζω ὅτι οὕτω ταχέως μετατίθεσθε ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον,

ὃ οὐκ ἐστὶν ἄλλο, εἰ μή τινές εἰσιν οἱ ταράσσοντες ὑμᾶς καὶ θέλοντες μεταστρέψαι τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ.

Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω.

Ὡς προειρήκαμεν, καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ’ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω».

(Αποστόλου Παύλου, προς Γαλατας Α Επιστολή, 6-9)

Μετά λύπης μας μεγάλης, διαπιστώνουμε καθημερινά, πως ζούμε σε μια εποχή, που βλέπουμε, γνωρίζουμε και βιώνουμε, ίσως πέρα από κάθε εποχή, είτε αφορά τα κράτη, είτε τις κυβερνήσεις και τον πολιτικό κόσμο, είτε ακόμα και την εκκλησία ως σύστημα διοίκησης, με βιασύνη ανεξήγητη, να προωθούν νέα πρότυπα και να αθετούν την Έλληνο-χριστιανική Παράδοση, τους νόμους της ηθικής και της ορθής πίστης, όπως –προφανώς- ως χριστιανοί πιστεύουμε ότι ετέθησαν από τον ίδιο τον Χριστό.

❖❖❖

Η Κοινή μας Ανησυχία: Να παραμείνει ακέραια και αμόλυντη η Ορθόδοξη Πίστη και Παράδοση!

Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ σύγχρονος χριστιανικὸς κόσμος


Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος Χαλκηδόνα, 451. Λεπτομέρεια ἀπό χειρόγραφο.

ἱερομονάχου Λουκᾶ Γρηγοριάτου

Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔζησαν σέ βάθος τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό ἐβίωσαν βαθύτατα τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, καί γι’ αὐτό κατενόησαν τήν σημασία καί τήν ἀπόλυτη ἀναγκαιότητα τῆς ἑνότητός της. Σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τους καί ἐμεῖς πιστεύουμε καί ὁμολογοῦμε «Εἰς Μίαν Ἁγίαν Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν». Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας φανερώνεται στό δόγμα, στήν Εὐχαριστία, στήν ἁγιότητα. 

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία, ἐπειδή μόνη αὐτή εἶναι Ἁγία καί Καθολική καί Ἀποστολική. Σύγχρονες ἑρμηνεῖες πού θέλουν τήν Ἐκκλησία νά εἶναι Μία καί νά περιλαμβάνῃ καί τίς διάφορες χριστιανικές ἐκκλησίες-ὁμολογίες, δέν ἔχουν ἔρεισμα στήν ὀρθόδοξο Ἐκκλησιολογία, διότι κατά τούς ἁγίους Πατέρας ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας συνυφαίνεται μέ τήν Ὀρθοδοξία. Οἱ χριστιανικές κοινότητες πού ἔχουν διολισθήσει σέ ἑτεροδοξία καί παραμένουν σέ αὐτήν, ἔχουν ἐκπέσει ἀπό τήν ἁγιότητα, τήν καθολικότητα καί τήν ἀποστολικότητα τῆς Ἐκκλησίας. 

Οἱ ἅγιοι Πατέρες περιφρούρησαν τόν θησαυρό τῆς ἑνότητός της μέ ἀδιαπραγμάτευτο κριτήριο τήν ἀποστολική Πίστι καί Παράδοσι, ἡ ὁποία συνιστᾶ τήν Ὀρθοδοξία. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος βλέπει τίς ἄλλες «χριστιανικές» κοινότητες, πού δέν βρίσκονται στήν ἑνότητα τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς «κακές παραφυάδες πού γεννοῦν θανατηφόρο καρπό, διότι δέν εἶναι φυτεία τοῦ Πατρός» [1]. Γι’ αὐτό διασφαλίζει τήν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν στήν Καθολική Ἐκκλησία μέ τήν προτροπή γιά ὁμολογία μιᾶς πίστεως καί τήν τέλεσι μιᾶς εὐχαριστίας: «μιᾷ πίστει καὶ ἑνὶ κηρύγματι καὶ μιᾷ εὐχαριστίᾳ χρῆσθαι· … ἓν θυσιαστήριον πάσῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ εἷς ἐπίσκοπος ἅμα τῷ πρεσβυτερίῳ καὶ τοῖς διακόνοις, τοῖς συνδούλοις μου … ἓν δὲ καὶ τὸ κήρυγμα καὶ ἡ πίστις μία καὶ τὸ βάπτισμα ἓν καὶ μία ἡ Ἐκκλησία, ἣν ἱδρύσαντο οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι ἀπὸ περάτων ἕως περάτων ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ» [2]. 

Ἡ «ἑνότητα» τῶν Οἰκουμενιστῶν δὲν εἶναι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας


Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

Μία ἀπὸ τὶς πιὸ γνωστὲς διαστροφὲς καὶ παραχαράξεις τῶν Οἰκουμενιστῶν σὲ βάρος τῆς Μίας Ἀληθείας εἶναι τὸ μήνυμα τους γιὰ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα. Τὸ μήνυμα τους αὐτὸ ἐκφράζεται συνήθως μὲ τὴν ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ συνολικὸ κείμενο καὶ νόημα εὐαγγελικὴ ἔκφραση «ἵνα ἓν ὦσιν» καὶ ἐπανέρχεται δριμύτερο στὴν ἐπιθυμία κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα μὲ τοὺς ἀμετανόητους παντὸς εἴδους αἱρετικούς, χρησιμοποιώντας μάλιστα ὡς παράδειγμα καὶ ἀφορμὴ τὴν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο. Φυσικὰ ἀποσιωποῦν ὅτι ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ καταδίκασε ὅσους αἱρετικούς, Ἀρειανοὺς καὶ ἄλλους, δὲν μετανόησαν καὶ φυσικὰ δὲν ἐόρτασαν μαζί τους Πάσχα, ὅπως θέλουν οἱ σημερινοί, ἀκόμα κι ἂν ἡ ἡμερομηνία ἦταν κοινή. Διότι ἡ ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν Πίστη, πάνω στὴν ὁποία (καὶ μόνο σ' αὐτή) στηρίζεται ἡ ἑνότητα. Ἀκόμα κι ἂν οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες ἀλλάξουν τὴν ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, ὅσο δὲν ἀλλάζουν τὶς πλάνες τους παραμένουν αἱρετικοὶ καὶ μὴ ἐκκλησία. Οἱ Οἰκουμενιστὲς ξέρουν ὅμως τί κάνουν.

Διαφημίζοντας καὶ προσφέροντας τὴν πολυπόθητη γιὰ τὸν μεταμοντέρνο, παθολογικὰ ἀνασφαλὴ καὶ κατακερματισμένο σὲ πάμπολλες ἀτομικότητες ἄνθρωπο ἑνότητα, ἔχουν καταφέρει νὰ σπρώξουν τὸ ποίμνιο σὲ μία λατρεία καὶ ἄκριτη ὑπέρασπιση της, ἀκόμα κι ἂν τὸ θυσιαζόμενο στὸν βωμό της διακύβευμα εἶναι ἡ ὑπεράσπιση τῆς Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του καὶ φυσικὰ ἀποκρύπτουν ἐπιμελῶς, ὅτι οἱ οἱ πρόγονοί μας δὲν θυσίαζαν ποτὲ τὴν Ἀλήθεια στὸν βωμὸ τῆς ἑνότητας.

Ἂν ἐξετάσει ὅμως κανεὶς τὴν ὅλη αὐτὴ προσπάθεια γιὰ ἑνότητα μὲ τὶς ἄλλες «Ἐκκλησίες» θὰ διαπιστώσει, ὅτι ἡ ἑνότητα τῶν Οἰκουμενιστῶν εἶναι στὴν πραγματικότητα μία παραγωγὴ διχασμοῦ τῶν πιστῶν σὲ ἑνωτικοὺς καὶ σὲ ἀνθενωτικούς. Ἂν καὶ αὐτοὶ οἱ χαρακτηρισμοὶ μᾶς φαίνονται γνωστοὶ καὶ μᾶς γεννοῦν συνειρμοὺς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ παρελθόντος, ἔχουν πάρει σήμερα μία νέα ὀντολογία: τὴν γνωστὴ οἰκουμενιστικὴ καὶ ἐσχατολογικὴ χροιά (δὲν ἀναφέρονται δηλ. μόνο στὴν προσπάθεια ἑνότητας μὲ τὸν Παπισμό) περιλαμβάνοντας τὴν ἑνότητα πρώτα μὲ ὅλες τὶς αἱρέσεις καὶ μελλοντικὰ μὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες. Δηλαδὴ πρόκειται περὶ μίας μεγίστου πλάνης.

Τὰ αἴτια αὐτῆς τῆς «ἑνωτικῆς» πλάνης εἶναι πολλά. Τὸ κυριώτερο ὅμως —ὡς φυσικὸ ἐπακόλουθο τῆς ἔλλειψης κατήχησης ἀπὸ τοὺς ποιμένες— εἶναι ἡ ἄγνοια τῶν πιστῶν ὡς πρὸς τὴν φύση καὶ τὴν σημασία τῆς ἑνότητας στὴν Ἐκκλησία.

Ἑνότητα γιὰ τὴν Ἐκκλησία (βλ. καὶ Κωνσταντῖνο Μουρατίδη, «Ἡ οὐσία καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας», σελ. 180-182) σημαίνει πρῶτον τὴν παραδοχὴ ἀπὸ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας —ἄνευ ἐξαιρέσεως— τῶν δογματικῶν ἀληθειῶν, ποὺ μᾶς ἀπεκάλυψε ὁ Χριστός, κήρυξαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ διατύπωσαν καὶ ἑρμήνευσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι μὲ τοὺς ἀνάλογους ὅρους.

Προβληματισμός για την κατακερματισμένη ενότητα, όσων αγωνίζονται κατά του Οικουμενισμού, με οδηγό τον απ. Παύλο και με αφορμή την Πεντηκοστή.

                                                  
Τοῦ  δαμαντίου  Τσακίρογλου

    Ἡ αἵρεση προχωράει ἀκάθεκτη καὶ γίνεται θρασύτερη, κινεῖται πιὰ ἀπροκάλυπτα καὶ διαβρώνει ὅλο καὶ πιὸ πολλὲς ψυχές. Πολλοὶ πιστοὶ θέλουν νὰ πράξουν τὸ σωστὸ καὶ αὐτονότητο: Νὰ σταματήσουν τὴν μνημόνευση τῶν παναιρετικῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ νὰ ἀποτειχίσουν τὴν αἵρεση. Ἀλλὰ οἱ διχόνοιες στοὺς κόλπους τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἀγώνα τοὺς κάνει διστακτικοὺς καὶ τοὺς προτρέπει νὰ μὴν πράξουν αὐτὰ ποὺ πρέπει. Διότι οἱ πιστοὶ βλέπουν ἄλλους νὰ συμπροσεύχονται καὶ νὰ συμπορεύονται μὲ αἱρετικοὺς μὲ πρόσχημα τὴν ἑνότητα, ἄλλους νὰ συμβιβάζονται μὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση πάλι μὲ πρόσχημα τὴν ἑνότητα, ἄλλους νὰ τὴν καταδεικνύουν, χωρὶς ὅμως νὰ ἀγωνίζονται ἁγιοπατερικὰ ἐναντίον της, προβάλλοντας μία ὑποτιθέμενη ἑνότητα, ἄλλους νὰ ἀγωνίζονται –ὑποτίθεται γιὰ τὴν ἑνότητα– ἀλλὰ παράλληλα νὰ ἀναλίσκονται σὲ μία προσπάθεια αὐτοδικαίωσης, κατηγορώντας παράλληλα, ὅποιον δὲν τοὺς ἀκολουθεῖ, ἄλλους νὰ ζοῦν ἀπομονωμένοι ἀγωνιζόμενοι ὅμως κι αὐτοὶ γιὰ τὴν ἑνότητα. Ὡς ἐκ τούτου φαίνεται χρήσιμο νὰ ξανασυζητηθεῖ καὶ νὰ ξανατονισθεῖ ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας –μὲ βάση κυρίως τὸν μέγα αὐτὸν ἀπόστολο Παῦλο τοῦ ὁποίου τιμοῦμε τὴν μνήμη καὶ καλούμαστε νὰ μιμηθοῦμε– περὶ ἑνότητας.

    Ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Κυπριανὸς «ἡ Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία καὶ μοναδική» (De Catholicae Ecclesiae unitate) καὶ ἐκτὸς Αὐτῆς σωτηρία δὲν ὑπάρχει. Βάση τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ θεανθρωπίνου σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέλη τοῦ ὁποίου –ἀνεξαρτήτου θέσεως ἢ γνώσεων– εἶναι οἱ πιστοί, ἀποτελεῖ ἡ Μία καὶ πραγματικὴ Κεφαλή Της, δηλ. ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός (Ἐφ. 5,23). Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Κυπριανὸς τόνιζε τὴν ἑνότητα ὅλων μὲ βάση τὴν ἰδιότητά τους ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου, «οἱ πολλοὶ ἕν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ’ εἷς ἀλλήλων μέλη» (Ρωμ. ιβ΄ 5) καὶ ὄχι μὲ βάση τὸ χωρισμὸ σὲ λαϊκοὺς καὶ κληρικούς! Οὔτε πάλι εἰσηγήθηκε κάποιο ἐπισκοπικὸ πρωτεῖο «neque enim quisquam nostrum episcopum se episcoporum constituit», «κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους μας δὲν ἔχρισε μόνος του τον ἑαυτό του ἐπίσκοπο», ἢ κάποιο ἄλλο πρωτεῖο ἢ στρατηγεῖο, ὅπως δυστυχῶς ὑποστηρίζουν καὶ ἐπιζητοῦν σήμερα πολλοί. Ἡ ἑνότητα αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι χρονικὰ περιορισμένη, ἀλλὰ εἶναι διαχρονική. Ὁ σημερινὸς ἀληθινὸς πιστὸς εἶναι μυστηριακὰ ἑνωμένος μὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἱδρύσεώς Της μέχρι τῆς συντέλειας τοῦ κόσμου.

    Τὴν ἑνότητα αὐτὴ ἐνεργεῖ καὶ διασφαλίζει ὁ Παράκλητος, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖο καὶ ζωοποιεῖ τὸ ἕνα σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἑνώνει ὅλα τὰ μέλη της μὲ τὸν Χριστό. Γι’ αυτὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Εκκλησία διδάσκει, –σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς παναιρετικοὺς Οἰκουμενιστές– πὼς ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν χάνεται, οὔτε ὅταν ἀποκόπτονται διὰ τῆς αἱρέσεως οἱ ἑκάστοτε ποιμένες μιᾶς –ἢ καὶ περισσοτέρων– τοπικῆς Ἐκκλησίας καὶ παραμένουν ἐντὸς αὐτῆς οἱ πιστοί, οὔτε ὅταν καταδικάζονται ἢ ἀποχωροῦν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία οἱ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες αἱρετικοί, μιᾶς κι Ἐκείνη ὡς σῶμα Χριστοῦ, εἶναι ἀδιανόητο ποτὲ νὰ διαιρεθεῖ: «Μεμέρισται ὁ Χριστός;».

Νέος Πύργος Βαβέλ ὁ Οἰκουμενισμός

Ἀπὸ ὁμιλία π. Ἀθαν. Μυτιληναίου γιὰ τὴν Πεντηκοστή

Τὸ μεγάλο θέμα τῆς ἑνότητος ἀνοίγει ἡ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς. Θέτει ὅλους, καὶ ἰδίως τοὺς ποιμένες, πρὸ τῶν εὐθυνῶν μας —ἄλλη μιὰ φορά, πάλι καὶ πάλι— καθὼς καλούμεθα νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸ ἄμεσο, ταχέως ἐξελισσόμενο, διαβρωτικὸ τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, διαλυτικὸ τῆς ἀγάπης, θέμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, θέμα ποὺ σχετίζεται μὲ τὴ σωτηρία μας. Ἕνα θέμα γάγγραινα στὴ ζωή τῆς σύγχρονης Ἐκκλησίας, ποὺ κατὰ τὸν π. Ἀθανάσιο ἀποτελεῖ τὸ ὄχημα τῆς ἐκ δευτέρου τελικῆς προσπάθειας ἀνεγέρσεως τοῦ Πύργου τῆς Βαβέλ, λίγο πρὶν τὸ τέλος τῆς ἱστορίας.

Καὶ γεμᾶτοι ἀπορία ρωτᾶμε, τοὺς ἀδιαφοροῦντας ἢ ἀρνουμένους νὰ πορευτοῦν σύμφωνα μὲ τὴν σωτηριολογικῆς σημασίας διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων: Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ὑπάρχει ἑνότητα πνεύματος σ’ αὐτὸ τὸ κρίσιμο ζήτημα; Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύουμε στὸ ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ εὐνοοῦμε τὴν διάδοση τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀντιχρίστου πνεύματος μὲ τὴν ἀντιΠατερικὴ στάση μας; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἀντιμετωπίζουμε κατὰ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων τὴν χειρότερη αἵρεση τῆς ἱστορίας, τὴν ἔσχατη παναίρεση, τὸν Οἰκουμενισμό, μὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα, τὸ αὐτὸ φρονοῦντες μὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, Μάρτυρες, Ὁμολογητές, Πατέρες καὶ Μητέρες;


ς διαβάσουμε να μικρ πόσπασμα το είμνηστου π. θανάσιου Μυτιληναίου γι τ θέμα, π μιλία πο κανε τν ούνιο το 2000 γι τν Πεντηκοστή:

Ποιοί είναι οι βαρείς λύκοι, οι μη φειδόμενοι του ποιμνίου και λαλούντες διεστραμμένα, που αναφέρει ο Παύλος στην σημερινή αποστολική περικοπή; Ιδού ένας από αυτούς

Μεσσηνίας Χρυσόστομος: "Στο «Ήθος της Ορθοδοξίας» η ύπαρξη των διαφορών δεν σημαίνει και διάσπαση και η ενότητα στηρίζεται στην αποδοχή της ετερότητας και όχι στην ισοπεδωτική ομογενοποίηση".

Απόστολος Παύλος: "“Ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ”“Νὰ λέγετε ὅλοι τὸ ἴδιο καὶ νὰ μὴν ὑπάρχουν διαιρέσεις μεταξύ σας, ἀλλὰ νὰ εἶσθε ἑνωμένοι μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα καὶ τὴν ἴδια γνώμη”(Α’ Κορ. 1, 10)."

Ποιός έχει δίκιο και ποιόν θα ακολουθήσουμε;

messinias keimeno

Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου στον "Ελεύθερο Τύπο"


Και πάλι φαίνεται ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το «φάντασμα» του ολοκληρωτισμού το οποίο στην σημερινή κοινωνία, μέσα από εκλογικές αναμετρήσεις, μας δείχνει την δύναμη του.

Το θέμα επανέρχεται στην επικαιρότητα γι’ αυτό θα πρέπει να προβληματίσει όχι μόνο τον πολιτικό κόσμο αλλά και τον θρησκευτικό πολιτισμό μας, γιατί βρισκόμαστε μπροστά σε μία πρόκληση διαχρονική.

Για τον λόγο αυτό οι Θρησκείες και οι Εκκλησίες καλούνται να αναλάβουν και πάλι ένα πρωταρχικό ρόλο στην διαμόρφωση του «νέου κοινωνικού μοντέλου», ώστε να συμβάλλουν εποικοδομητικά και ουσιαστικά στην εδραίωση μιάς έμπρακτης εφαρμογής των αγαθών της ανεκτικότητας, της ειρήνης, της καταλλαγής, της αλληλεγγύης και της συνεργασίας μεταξύ των λαών και των πολιτισμών.

Οι Θρησκείες, οι Εκκλησίες και οι Κυβερνήσεις δεν μπορούν να καλλιεργούν και να επιστηρίζουν την βία και τον θάνατο.

Όσοι βρίσκονται στην Εκκλησία, πρέπει να είναι ενωμένοι (Άγιος Νικόδημος)



Όσοι βρίσκονται στην Εκκλησία, πρέπει να είναι ενωμένοι

(Άγιος Νικόδημος) 


Σ
υγγραφέας: kantonopou 

    Όσοι από σας, Χριστιανοί, πηγαίνετε στην Εκκλησία του Χριστού, φυλαχθείτε καλά να μην είσθε διαιρεμένοι και χωρισμένοι μεταξύ σας, έχοντας έχθρες και μίση και διχόνοιες, αλλά να έχετε αγάπη και ομόνοια και συμφιλίωση, όλοι να έχετε το ίδιο φρόνημα, «πάντες το εν πνέοντες», όλοι να είστε σαν ένα σώμα και ένα πνεύμα, με μία ελπίδα της κλήσεώς μας, κατά τον Απόστολο. Και ας σας παρακινεί σ’ αυτήν την πνευματική αγάπη και ένωση αυτό το όνομα της Εκκλησίας στην οποία συναθροίζεστε, επειδή Εκκλησία σημαίνει ένωση και συγκέντρωση. Και καθώς αυτή ενώνει όλους εσάς τους Χριστιανούς σωματικά σε έναν τόπο και σας δίνει ένα κοινό λόγο της διδασκαλίας, έναν άγιον άρτο, το σώμα του Κυρίου, και ένα κοινό ποτήριο του αίματος του Χριστού, έτσι παρόμοια απαιτεί αυτή από εσάς να είσθε ενωμένοι κατά το πνεύμα, το φρόνημα και την διάθεση.

        Για αυτό και ο μακάριος Παύλος θέλοντας να παρακινεί στην αγάπη και στην ένωση τους τότε Χριστιανούς συνήθιζε να αναφέρει συχνά το όνομα της Εκκλησίας· γι’ αυτό λοιπόν πότε μεν έγραφε· «Προς τους πιστούς της Εκκλησίας του Θεού στην Κόρινθο» (Α΄ Κορ. 1:2), πότε δε «Προς τις εκκλησίες της Γαλατίας» (Γαλ. 1:1), τα οποία
ερμηνεύοντας ο Χρυσορρήμων, σχετικά με το πρώτο έλεγε· «Ονομάζει Εκκλησία Θεού, δείχνοντας ότι πρέπει να είναι ενωμένοι [...] διότι το όνομα της Εκκλησίας είναι όνομα ενώσεως και όχι διαχωρισμού»· και για το δεύτερο έλεγε· «Γι’ αυτό έβαλε και το όνομα της Εκκλησίας, για να τους κάνει να ντραπούν και να συγκεντρωθούν σε ένα· διότι όσοι είναι διαιρεμένοι σε πολλά μέρη, δεν μπορούν να ονομάζονται με αυτή την ονομασία· διότι το όνομα της Εκκλησίας είναι όνομα συμφωνίας και ομόνοιας».

   Έξω λοιπόν από την Εκκλησία του Χριστού οι διχόνοιες, έξω οι έχθρες, έξω τα μίση και οι μνησικακίες· μέσα στην Εκκλησία του Θεού η ομόνοια, μέσα η αγάπη, μέσα η συμφωνία.

      Γι’ αυτό λοιπόν ένα από τα δύο από ανάγκη πρέπει να κάνετε, Χριστιανοί· ή να αφήνετε την έχθρα και το μίσος προς τους αδελφούς σας και τότε να μπαίνετε στην Εκκλησία του Θεού ή έχοντας μίσος και διχόνοια δεν είσθε άξιοι να μπείτε στην αγία Εκκλησία. Διότι Εκκλησία και έχθρα, Εκκλησία και μίσος, Εκκλησία και διχόνοια, είναι δύο άκρα αντίθετα, που δεν είναι δυνατόν να σμίξουν ποτέ.

(Απόσπασμα από το «Χρηστοήθεια Χριστιανών», του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη, σελ. 409-410).

Πηγή

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, Η ενότητα των πιστών και η αίρεση του οικουμενισμού. (Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου)

"Δέν μπο­ρῶ ἐ­γώ νά ἔ­χω ἑ­νό­τη­τα μ’ ἐσέ­να, ὅ­ταν ἐσύ δέν πι­στεύ­εις τοῦ­το ἤ ἐ­κεῖ­νο καί ἡ πί­στη σου εἶ­ναι παρ­δα­λή"!!! Κι όμως, επικαλούνται τον μακαριστό π. Αθανάσιο αλλά δεν υπακούν σε αυτά που λέει.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ΟΙΚΟΥΜ.ΣΥΝΟΔΟΥ

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:

«Η ΕΝΟ­ΤΗ­ΤΑ ΤΩΝ ΠΙ­ΣΤΩΝ ΚΑΙ Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ»

[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 19-5-1991] 

    Σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας, ἀ­γα­πη­τοί μου, τι­μᾶ τήν μνή­μη τῶν ἁ­γί­ων τρι­α­κο­σί­ων δεκαο­κτώ Πα­τέ­ρων τῆς Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, τῆς ἐν Νι­καί­ᾳ. Καί τήν τι­μᾶ ἀ­φε­νός μέν γιά νά δο­ξά­σει τόν Ἅ­γιο Τρι­α­δι­κό Θε­ό, πού πάν­το­τε δι­α­σώ­ζει τήν ἀ­λή­θεια μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α Του –δι­ό­τι οἱ Σύ­νο­δοι πάν­το­τε δι­έ­σω­ζαν τήν ἀ­λή­θεια τήν δογ­μα­τι­κή– καί ἀφετέρου δέ γιά νά τι­μή­σει τούς θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες πού συγ­κρο­τοῦ­σαν αὐ­τές τίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους.

     Ἀλ­λά ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ὁ­μοί­ως θέ­λει νά προ­βάλ­λει –ἔ­τσι του­λά­χι­στον φαί­νε­ται στή ση­με­ρι­νή εὐ­αγ­γε­λι­κή πε­ρι­κο­πή–[ Ἰωάν. 17, 1-13] τήν ἑ­νό­τη­τα τῶν πι­στῶν «ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ». Προ­σέξ­τε: τήν ἑνότητα «ἐν ἀ­γά­πῃ καί ἀ­λη­θεί­ᾳ»!

Στο ίδιο έργο θεατές: οι Γ.Ο.Χ. δημοσιεύουν μία συνέντευξη του μακαριστού π. Βασιλείου Βολουδάκη που δικαιώνει όλα όσα λέγαμε εδώ και χρόνια, και παρόλα αυτά δεν αλλάζουν στάση συνεχίζοντας την διάσπαση του αντιαιρετικού αγώνα.

"Ἦταν προτιμότερο τὸ Σχίσμα ἀπὸ τὴν διαφορετικότητα στόν ἑορτασμό;... τὸ ἀνυπέρβλητο ἐμπόδιό μας γιὰ νὰ ἔλθουμε σὲ ἐκκλησιαστικὴ Κοινωνία μὲ τοὺς πιστοὺς Χριστιανοὺς καὶ τὴν Ἱεραρχία τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου εἶναι καθαρὰ Ἐκκλησιολογικό: Ἡ δημιουργία ἐκ μέρους τῶν ἀκολούθων του Παλαιοῦ Ἡμερολογίου μιᾶς Ἱεραρχίας ἀποκεκομμένης ἀπό ὅλα τὰ Ὀρθόδοξα Πατριαρχεῖα καὶ τὶς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες".
Ἐδῶ καὶ τόσα χρόνια γράφαμε, ὅτι ἦταν πράγματι κακὴ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἡμερολογίου, ἀλλὰ δὲν δικαιολογεῖ σχίσμα καὶ κατηγορηθήκαμε γι' αὐτό. Γράφαμε ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς πρωτοεκφράστηκε στὴν Ἐκκλησἰα ὄχι τὸ 1924 ἀλλὰ τὸ 1902 καὶ ὅμως τότε δὲν ἔγινε σχίσμα καὶ κατηγορηθήκαμε γι' αὐτό. Γράφαμε ὅτι θὰ μπορούσαμε κάλλιστα νὰ ποῦμε ὅτι τὸ πρῶτο βῆμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἦταν ἡ Βαυαροκρατία καὶ κατηγορηθήκαμε γι' αὐτό. Γράφαμε ὅτι κι ἄλλες Ἐκκλησίες διατήρησαν τὸ Παλαιό, ἀλλὰ δὲν χωρίστηκαν. Γράφαμε ὅτι τὸ ἡμερολόγιο δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀγωνιστοῦμε ἀπὸ κοινοῦ ἐνάντια στὴν αἵρεση καὶ κατηγορηθήκαμε γι' αὐτό. Γράφαμε ὅμως παράλληλα, ὅτι ὁ κοινὸς ἀγῶνας δὲν εἶναι δυνατὸς ἐκκλησιολογικά, ὅσο οἱ Γ.Ο.Χ. ἐπιμένουν στὶς "ἱεραρχίες" τους, διότι δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρχουν δύο ἱεραρχίες χωρίς κοινωνία μεταξύ τους καὶ κατηγορηθήκαμε γι' αὐτό. Γράφαμε ὅτι κοινὸς ἀγῶνας δὲν σημαίνει τὴν ἀναγνώριση τοῦ σχίσματος (ἡ ἐπιδίωξη τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ ἀποτελεῖ πονηριά) καὶ κατηγορηθήκαμε γι' αὐτό. Γράφαμε ὅτι ἡ ὀρθὴ λύση εἶναι ἡ ἀποτείχιση μέχρι Θεοῦ θέλοντος ἀποκατασταθεῖ ἡ Ὀρθοδοξία καὶ κατηγορηθήκαμε γι' αὐτό. Ἡ παρακάτω συνέντευξη του μακαριστοῦ π. Βασιλείου δικαιώνει τὶς παραπάνω θέσεις μας. Καὶ ἐρωτοῦμε γιατί δημοσιεύετε αὐτὴ τὴν συνέντευξη πρὸς τιμὴν τοῦ π. Βασιλείου, ἀφοῦ δὲν ἀκολουθεῖτε ὅσα εἶπε; Μήπως γιατὶ θέλετε νὰ δείξετε ὅτι ὁ π. Βασίλειος σᾶς ἐκτιμοῦσε; Ὅμως στὴν συνέντευξη φαίνεται ξεκάθαρα  (γιὰ λογικοὺς ἀνθρώπους καὶ ὄχι ἄβουλους) ὅτι μπορεῖ μὲν ὁ π. Βασίλειος νὰ σᾶς ἀναγνωρίζει εὐσέβεια, ἀλλὰ σᾶς καταλογίζει τὸ σχίσμα καὶ λέει ξεκάθαρα, ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνατε δὲν ὑπάρχει στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, κι ὅτι δὲν δύναται ἡ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μαζί σας, ὅσο ἐπιμένετε στὶς σχισματικές "συνόδους" σας, κάτι ποὺ εἴπαμε κι ἐμεῖς καὶ κατηγορηθήκαμε γι' αὐτό. Κι ἂν πεῖ κάποιος πότε τὰ εἴπατε, εὐτυχῶς ὑπάρχουν περίσσιες ἀποδεικτικὲς σελίδες. Ἁκόμα ὅμως ὑπάρχει ἡ δυνατότητα γιὰ τὸ καλὸ τῆς Πίστεως ὅλα αὐτὰ νὰ γίνουν πράξη.
Ὅποιος διαβάσει τὴν συνέντευξη θὰ καταλάβει τοῦ λόγου τὸ ἀληθές.
Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου


Εις μνήμην π. Βασιλείου Βολουδάκη (μια ανέκδοτη συνέντευξή του)

κ. Ν. Μάννης ιστολόγιο "κρυφό σχολειό"


                                                



Σήμερα πληροφορήθηκα με θλίψη την εκδημία του π. Βασιλείου Βολουδάκη, ενός αγωνιστού κληρικού της Εκκλησίας της Ελλάδος, με τον οποίο είχαμε άριστες σχέσεις. Το καλοκαίρι μάλιστα του 2015 είχαμε οργανώσει μία συνέντευξή του περί του ημερολογιακού στο παρόν ιστολόγιο, η οποία τελικά δεν ολοκληρώθηκε λόγω της έλλειψης χρόνου αμφοτέρων. Την θυμήθηκα και την δημοσιεύω σήμερα (έστω και λειψή) εις μνήμην του. Ο Θεός να τον αναπαύσει!


Ερώτηση 1:

Ο έλεγχος είναι απόδειξη φιλίας και όχι έχθρας, προσπάθεια ενότητας και όχι διάσπασης.

Άγιος Φώτιος ο Μέγας: 
«Να μη ζητής ν’ ακούης τα ευχάριστα από τους φίλους, αλλά μάλλον τα αληθινά».

                

Άγιος Φώτιος ο Μέγας.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)


Προς τον εκλαμπρότατο και ενδοξότατο Μιχαήλ ηγεμόνα της Βουλγαρίας εκ Θεού αγαπημένο εν Κυρίω πνευματικό υιό

Συνέχεια από εδώ: http://www.pemptousia.gr/?p=366076

Η φιλία

49. Να μη είσαι γρήγορος στη σύναψι φιλίας· όταν όμως συνάψης δεσμό, να τον διατηρής άλυτο με κάθε τρόπο,(36) σηκώνοντας όλο το βάρος του συνανθρώπου, με την προϋπόθεσι ότι δεν επιφέρει κίνδυνο στην ψυχή. Διότι οι διαστάσεις προς τους φίλους εκφαυλίζουν όλη την προαίρεσι των ανθρώπων και υποβάλλουν όχι μόνο τον υπαίτιο αλλά και τον αναίτιο στην ίδια υπόνοια.

Φίλους να κάμης εκείνους, οι οποίοι διατηρούν παντοτινά άδολη την φιλία προς τους άλλους και μήτε όταν ευημερούσαν τους εφθόνησαν μήτε όταν δυστυχούσαν τους παραμέλησαν.

Πράγματι πολλοί εβοήθησαν κι επόνεσαν τους φίλους όταν ευρίσκονταν σε δυστυχία, αλλά όταν ήσαν ευτυχείς δεν εβάσταξαν την ευημερία τους· έτσι αυτούς που δεν τους ήλεγξε ο καιρός της συμπαθείας, τους εξεσκέπασε το πάθος του φθόνου.

Ν’ αποκτάς λοιπόν φίλους όχι τους φαύλους αλλά τους αρίστους· διότι τα ήθη των φίλων κρίνονται συνήθως από την ποιότητα των φιλουμένων(37) διά των εντίμων φίλων εύκολα επαναφέρεται κανείς και όταν παραπέση, οι φαύλοι όμως φθείρουν και την υπάρχουσα καλοκαγαθία· οι πρώτοι καλύπτοντας οι ίδιοι την έλλειψι των φίλων στην αρετή την κάμουν να φαίνεται ανελλιπής, ενώ η συναναστροφή με τους φαύλους καθιστά νόθο και ο,τι υπόλοιπο αρετής υπάρχει.

«Τραγωδία δε και γέλως άντικρυς…»!



                                
Δυστυχῶς στὸ χῶρο τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἀγώνα, ἀντὶ γιὰ ἑνότητα καὶ κοινὴ δράση κατὰ τῆς αἱρέσεως, συνεχίζεται καὶ ἐντείνεται ἡ προσπάθεια ἐπικρατήσεως προσώπων καὶ προσωπικῶν ἐπιλογῶν.
Τὸ μεγάλο κατόρθωμα τῶν Χριστιανῶν τὸ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εὐλογούμενο καὶ μακαριζόμενο, ἡ ἑνότητα, ἔχει διαγραφεῖ ἀπὸ τὸ λεξιλόγιό κυρίως   τῶν Ποιμένων καὶ τὶς ἐπιδιώξεις τῶν καθ’ ὁμάδας ἀγωνιζομένων. Ἡ ἔκκληση –ποὺ καὶ παλαιότερα πολλὲς φορὲς ἔγινε– γιὰ τὴν συμπόρευση ὅλων καὶ τὴν συμφωνία γιὰ τὸ πρωτεῦον, περιφρονήθηκε καὶ ἔπεσε στὸ κενό! Καὶ τὸ πρωτεῦον αὐτὴ τὴν στιγμὴ εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν πανθομολογούμενη παναίρεση, ἀπὸ ὅσους τὴν διακινοῦν καὶ ὅσους κοινωνοῦν μαζί τους, μὲ βάση τὴν στάση τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν Συνόδων, ὅπως αὐτὴ ἀποδεδειγμένα μαρτυρεῖται ἀπὸ τὰ κείμενα κι ὄχι ὅπως ἑρμηνεύεται ἀπὸ τὸν καθένα.
Ἂς προσέξουν οἱ ὑπεύθυνοι μήπως ὁδηγοῦν τὸν ἀγώνα –μὲ πεῖσμα καὶ ἀντιπάθειες– σὲ τραγικὴ ἀδιέξοδο. Ὅπως αὐτὴ ποὺ διεκτραγωδεῖ ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος ἱστορώντας τὰ πρὶν τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (325) γεγονότα καὶ τὴν φοβερὴ σύγχυση ποὺ τότε ἐπικρατοῦσε καὶ συναγωνίζεται τὴν σύγχυση τῶν ἡμερῶν μας.
Γράφει ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος:
«Τοῖς δὲ κατ’ Αἴγυπτον καὶ ταῖς ἁπανταχοῦ ἐκκλησίαις διασπαρείσης τῆς αἱρέσεως (σ.σ.: πρόκειται γιὰ τὸν Ἀρειανισμό, ποὺ ἤδη εἶχε καταδικαστεῖ ἀπὸ δύο (2) Συνόδους ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας), ἔρις ἐν ἑκάστοις ἄμαχος ἀνηγείρετο. Ὁ δὲ κοινὸς ὄχλος κρίνων ἦν τὰ τοιαῦτα· καὶ ἐπ’ ἀγοραῖς προὔκειντο, τῶν μὲν τοῖσδε, τῶν δ’ ἐκείνοις προστιθεμένων καὶ ἐπικλινομένων. Τραγῳδία δὲ καὶ γέλως ἄντικρυς τὰ δρώμενα ἦσαν. Οὐ γὰρ ἀλλόγλωσσοι ταῖς ἐκκλησίαις ἐπεστράτευον, ἀλλ’ ὁμοδίαιτοι καὶ ὁμόφιλοι κατ’ ἀλλήλων ὡπλίζοντο, ταῖς γλώσσαις οἷα δόρασι χρώμενοι· καὶ ὑπ’ ἀλλήλων κατησθίοντο ἕκαστοι.

Το αυτονόητον

                                                

Του αειμνήστου θεολόγου Παναγιώτη Σημάτη

Ὁ Μ. Ἀθανάσιος στὸν «Πρὸς Ἀντιοχεῖς Τόμο», γράφει πὼς πληροφορήθηκε ὅτι πολλοί, ποὺ προηγουμένως ἦσαν πλησίον τῶν αἱρετικῶν, τώρα ἐπιδιώκουν νὰ ἔχουν ἐπικοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους. Αὐτὸ μᾶς χαροποιεῖ –λέγει– γι’ αὐτὸ προσευχόμαστε γιὰ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται ἀκόμα μακριά μας καὶ πλησίον τῶν αἱρετικῶν, ὥστε νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν «μανίαν» (ὅπως τὴν χαρακτηρίζει) τῆς αἱρέσεως.
Καὶ αὐτὸ εἶναι φυσικό, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχει ἑνότητα ἐν Χριστῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι, ἐὰν δὲν ἔχουμε ἑνότητα φρονημάτων καὶ πίστεως. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουμε κοινωνία, εἴτε μὲ ὅσους κοινωνοῦν καὶ ἀποδέχονται τὶς κακόδοξες θέσεις τῶν Ἀρειανῶν (τότε, τῶν Οἰκουμενιστῶν σήμερα), εἴτε μὲ τοὺς οἰκουμενίζοντες, οἱ ὁποῖοι, παρότι καταδικάζουν τὶς κακόδοξες θέσεις τους, ὅμως κοινωνοῦν συνειδητά μαζί τους. Μόνο ἂν συμφρονήσουμε καὶ ἔχουμε τὴν ἴδια εὐσέβεια, μόνο τότε θὰ μποροῦμε νὰ λέμε ὅλοι μαζὶ τὸ «εἷς Κύριος, μία πίστις».
Καὶ παρακάτω γράφει ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ δεχόμαστε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποδεχόμαστε καὶ ὅλα, ὅσα δὲν καταγράφονται-περιέχονται σ’ αὐτό, ἀλλὰ ὑπονοοῦνται. Δὲν μποροῦν π.χ., νὰ λέγονται Χριστιανοί, ὅσοι δέχονται ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι ὁμοούσιος τοῦ Πατρὸς καὶ ὄχι κτίσμα, ἀρνοῦνται ὅμως τὴν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ λέγουν ὅτι αὐτὸ εἶναι κτίσμα. [Ὑπ’ ὄψιν ὅτι τότε δὲν εἶχαν ἀκόμα προστεθεῖ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τὰ τελευταῖα πέντε ἄρθρα περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, περὶ τῆς Μίας Ἐκκλησίας κ.λπ., καὶ ἄρα ὁ Μ. Ἀθανάσιος διδάσκει ὅτι πρέπει νὰ φερόμαστε τὸ ἴδιο, καὶ στοὺς καταδικασμένους ἀπὸ τὴν ἐν Νικαίᾳ Σύνοδο Ἀρειανούς, καὶ στοὺς μὴ καταδικασμένους Πνευματομάχους, δηλαδὴ νὰ διακόπτουμε τὴν κοινωνία μαζί τους. Ὡς γνωστόν, οἱ Πνευματομάχοι καταδικάστηκαν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μ. Ἀθανασίου, στὴν Β΄ Οἰκουμενική].

Ποιό ἦταν τελικὰ τὸ πρῶτο βῆμα τοῦ Οικουμενισμοῦ; Τὸ ἑλληνικὸ Αὐτοκέφαλο καὶ ἡ Βαυαροκρατία.

ναδημοσιεύουμε τὸ ἀκόλουθο, πάλι ἐπίκαιρο ἄρθρο. Σ’ αὐτὸ ὑποστηρίζεται μὲ σοβαρὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα, ὅτι τὰ «πρῶτα βήματα» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἔχουν δογματικὲς καὶ Κανονικὲς διαστάσεις καὶ προεκτάσεις, ἀρχίζουν στὴν Βαυαροκρατία, στὴν ὁποία ἀποφασίστηκε καὶ θεσπίστηκε καὶ ἡ Αὐτοκεφαλία καὶ ἡ ὑποδούλωση τῆς Ἐκκλησίας στὸ κράτος, ἡ ὁποία σήμερα τόσο ἔχει ἀλλοιώσει τὴν ἡγεσία της καὶ ἀπὸ ποιμένες τὴν μετέτρεψε σὲ ἀδίστακτους κρατικοὺς ὑπαλλήλους.




Ποιό ἦταν τελικὰ τὸ πρῶτο βῆμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ;

Μία μικρὴ μελέτη ὡς πρόταση γιὰ τὴν ἐπίτευξη μίας ἐν ἀληθείᾳ ἑνότητας

Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

πόλεμος ἐνάντια στὴν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι πρωτίστως πόλεμος ἐνάντια στὸν πατέρα της τὸν διάβολο. Ὡς ἐκ τούτου στὴν προκειμένη περίπτωση δὲν πρόκειται γιὰ ἕναν εὔκολο πόλεμο, μιᾶς καὶ ὁ διάβολος, παρόλο ποὺ εἶναι ἀνίσχυρος μπροστὰ στὴν ἀληθινὴ πίστη τοῦ Χριστιανοῦ, διαθέτει χιλιάδες χρόνια πείρα καὶ παρατηρήσεων καὶ τὰ σχέδιά του εἶναι ἀνάλογα μακροχρόνια. Ἔτσι ἐφευρίσκει συνεχῶς καινούργιους τρόπους ἐπιβολῆς τῶν σκοπῶν του καὶ σπείρει τὴν σύγχυση καὶ τὴν διχόνοια σὲ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ τοῦ ἀντισταθοῦν.

Κατὰ τὴν προσωπική μου γνώμη ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς τρόπους ἀποτελεῖ τὸ ἐρώτημα γιὰ τὸ πρῶτο βῆμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ ἐπικράτηση τῆς ἄποψης ὅτι ἡ διόρθωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἡμερολογίου τὸ 1924, μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἔγινε, ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο βῆμα πρὸς τὸν Οἰκουμενισμό, ἔχει ἀποδεδειγμένα ὄχι μόνο διχάσει τὸ ποίμνιο, ἀλλὰ δὲν στέκει καὶ ἱστορικά.

Θέλοντας, λοιπόν, νὰ προσφέρω σ’ αὐτὴν τὴν συζήτηση περὶ πρώτου βήματος, θὰ προσπαθήσω μὲ αὐτὸ τὸ κείμενο νὰ ὑποστηρίξω ὅτι τὸ πρῶτο βῆμα πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ πρωτίστως στὸ ἑλληνικὸ Αὐτοκέφαλο τοῦ 1833 καὶ στὶς πατριαρχικὲς ἐγκυκλίους τοῦ 1902, 1904, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὸ τὸ κείμενο κυρίως τοῦ 1920 μὲ τὴν πρωτόγνωρη γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἀναγνώριση τῆς θεωρίας τῶν κλάδων καὶ τῶν αἱρέσεων ὡς «Ἐκκλησίες» καὶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ὅρου «διευρημένη Ἐκκλησία».

Γιὰ τὶς πατριαρχικὲς ἐγκυκλίους ἔχουν γραφτεῖ πάρα πολλὰ κείμενα καὶ ἀναλύσεις. Ἐδῶ θὰ τονίσω μόνο τὸ σχετικὸ μὲ τὸ θέμα συμπέρασμα τοῦ π. Πέτρου Χίρς (ΟΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ, Ορόσημα στη προ του 1920 πορεία του, ἐδῶ):

«Η εγκύκλιος του 1920 χαιρετίστηκε ως ένα προφητικό και ρηξικέλευθο γεγονός, το οποίο όχι μόνο εισήγαγε τους Ορθοδόξους στην Οικουμενική Κίνηση, αλλά ήταν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνο για αυτήν την ίδια την Κίνηση... Μάλιστα η εγκύκλιος ήταν κάτι περισσότερο από αναχώρηση: αποτελούσε μια “σημαντική αλλαγή φρονήματος”. Με την εγκύκλιο το Πατριαρχείο δεν άλλαξε απλώς την στάση του έναντι των ετεροδόξων ομολογιών, αλλά άλλαξε και την αντίληψή του για την ίδια την Ορθόδοξη Εκκλησία».