Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή Α Λουκά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή Α Λουκά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ἁλιεία ψυχῶν

«Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν» (Λουκ. 5,10)


            Κυριακὴ Α΄ Λουκᾶ (Λουκ. 5,1-11)

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Οσοι, ἀγαπητοί μου, κατοικοῦμε στὴ γωνία αὐτὴ τῶν Βαλκανίων, ποὺ λούζεται ἀπὸ τὰ κύματα τῆς Μεσογείου, θὰ ἔχουμε δεῖ τὸ ὡραῖο θέαμα ποὺ παρουσιάζει ἡ ἁλιεία, τὸ ψάρεμα. Περιγραφὴ τῆς ἁλιείας ἔδωσε ὁ Ὅμηρος κι ἄλλοι ἀρχαῖοι ποιηταί.
Ὅπως τότε ἔτσι καὶ σήμερα μικρὰ πλοῖα, οἱ τράτες, σχίζουν τὰ νερά, προχωροῦν στὸ βάθος, ῥίχνουν τὰ δίχτυα ἡμικυκλικά, καὶ με τὰ οἱ ψαρᾶδες κρατώντας τὶς δύο ἄκρες τῆς τράτας τὴ σέρνουν στὴν ἀκτή.

Πλησιάζει· τί ἆραγε νὰ φέρνῃ; ἡ περιέργεια ὅλων κορυφώνεται, τὰ παιδιὰ ἀνυπόμονα περιμένουν νὰ δοῦν. Ψαρᾶδες, χαρῆτε! τὸ δίχτυ εἶνε γεμᾶτο, ψάρια μικρὰ καὶ μεγάλα…
—Ἀλλὰ γιατί τὰ λέτε αὐτά; θὰ ρωτήσετε· μάθημα ἁλιευτικῆς θέλετε νὰ παραδώσετε;
Ὄχι. Γιὰ ἁλιεῖς μιλάει ἡ Γραφὴ καὶ μιὰ θαυμαστὴ ἁλιεία περιγράφει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο.
Στὴ λίμνη ἔρριχναν ὅλη νύχτα τὰ δίχτυα τους ὁ Πέτρος κι ὁ Ἀνδρέας, ὁ Ἰωάννης κι ὁ Ἰάκωβος. Ἀλλ᾿ ὅλοι οἱ κόποι τους ἔμειναν ἄκαρποι. Οὔτε λέπι στὰ δίχτυα. Δὲν θὰ πᾶνε σήμερα νὰ πουλήσουν, καὶ πῶς θὰ ζήσουν οἱ οἰκογένειές τους;
Ἐνῷ ἁπλωνόταν κάποια μελαγχολία, ξαφνικὰ ἔρχεται νὰ σκορπίσῃ αἰσιοδοξία καὶ χαρὰ ὁ ἥλιος, ὁ πνευματικὸς ἥ λιος τῆς ἀνθρωπότητος, ὁ Χριστός. Ἀρέσκεται νὰ συναναστρέφεται ἐργατικοὺς ἀνθρώπους.
Ὁ πρῶτος Ἐργάτης ἔρχεται στοὺς ἐργάτες. Καὶ τὸ πρῶτο ἔργο ποὺ θὰ κάνῃ ἀνάμεσά τους εἶνε ἡ διδασκαλία. Ἀλλὰ ποῦ νὰ σταθῇ γιὰ νὰ διδάξῃ; Οὔτε συναγωγὴ οὔτε κάποια αἴθουσα ὑπάρχει ἐκεῖ.
Ὁ Ἰησοῦς ἀνεβαίνει σ᾽ ἕνα πλοιάριο, τοῦ Πέτρου, κάνει τὴν πρύμη ἄμ βωνα, κι ἀπὸ ᾽κεῖ διδάσκει τὰ πλήθη, ποὺ ἔχουν μαζευτῆ στὴν ἀκτή. Ὅταν τελείωσε, θέλοντας νὰ δώσῃ τὴν εἰκόνα μιᾶς μεγάλης ἀλήθειας, λέει στὸν Πέτρο νὰ ὁδηγήσῃ τὸ σκάφος στ᾽ ἀνοιχτὰ καὶ νὰ ῥίξῃ πάλι τὰ δίχτυα.

Γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου: ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ΛΟΥΚΑ[: Β΄Τιμ.3,10-15] «ΟΙ ΠΟΝΗΡΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ» 24-9-1989 [Β223]

                        

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ [: Β΄ Τιμ.3,10-15]

    Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

      σχετικά με την ευαγγελική περικοπή της Κυριακής Α΄ Λουκά με θέμα:

                                      «ΟΙ ΠΟΝΗΡΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ»

       [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 24-9-

1989] [Β223]

       Ο Απόστολος Παύλος, αγαπητοί μου, γράφει στην Β΄ του προς Τιμόθεον επιστολή του που ακούσαμε σήμερα, από την Ρώμη, κάπου στα 66-67 μ.Χ. φυσικά. Είναι η τελευταία του επιστολή. Και θεωρείται το κύκνειον άσμα του, γιατί ο Απόστολος Παύλος μετά εμαρτύρησε στη Ρώμη, την ιδίαν χρονολογία, δηλαδή το 67 με 68.

     Στην επιστολή του αυτή στον Τιμόθεο, που πολύ αγαπούσε και ήταν ήδη επίσκοπος Εφέσου, του γράφει πολύ σπουδαία από ποιμαντικής πλευράς πράγματα. Μεταξύ άλλων του τονίζει την επικειμένη αποστασία και μάλιστα παραθέτει έναν μακρύ κατάλογο, που κατά τις έσχατες ημέρες θα φθάσουν εκεί. Κατάλογο χαρακτηρισμών. Θα φθάσουν εκεί ως κατάντημα οι Χριστιανοί.

    «Τοῦτο δὲ γίνωσκε»,του γράφει, «ὅτι ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροὶ χαλεποί (:Θα ‘ρθουν, θα σταθούν δύσκολοι καιροί)·ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι». Και παραθέτει, αγαπητοί μου, και απαριθμεί είκοσι δύο χαρακτηρισμούς! Όταν λέει «οι άνθρωποι» εννοεί οι Χριστιανοί! Θα είναι τέτοιοι, τέτοιοι, τέτοιοι. Βαρύτατα δε αμαρτήματα και πολύ δικαιολογημένα βάζει πρώτα το «φίλαυτοι». Διότι εκ της φιλαυτίας, είναι εκείνη η νοσηρά αγάπη του ανθρώπου προς τον εαυτόν του, απορρέουν όλα τα κακάόλα τα πάθη, όλες οι κακίες, απορρέουν από την φιλαυτία. Μην το ξεχνούμε αυτό ποτέ.

     Έναντι αυτής της φοβεράς καταστάσεως που ανεμένετο και φυσικά καταστάσεως αποστασίας, και φυσικά αυτή αρχίζει, κάθε κατάσταση, στους προφήτας, από την στιγμή που γράφουν την προφητεία· αρχίζει. Βεβαίως προοδευτικά, για να φθάσει εις το αποκορύφωμα. Έναντι λοιπόν αυτής της καταστάσεως, ο Απόστολος Παύλος γράφει εις τον Τιμόθεον, δια να τον καταστήσει ενήμερον και έτοιμον να προσέχει τόσο τον εαυτό του να μην πέσει, αλλά και το ποίμνιο που του ενεπιστεύθη ο Κύριος, να το επιμεληθεί και να το στηρίξει και να το προσέξει. Γι'αυτό γράφει: «Σύ δέ παρηκολούθηκάς μου…» κ.τ.λ. από τη σημερινή αποστολική περικοπή, «εν αντιθέσει με εκείνα που σου γράφω πιο πάνω», που δεν τα ακούσαμε σήμερα στην αποστολική περικοπή, «Σύ δέ», αυτό το «δέ» το αντιθετικόν, «αυτά μεν για κείνους, συ όμως, ‘’σύ δε’’, μου έχεις παρακολουθήσει τον τρόπο μου, την ζωή μου, τους διωγμούς μου και μάλιστα τον διωγμόν στα Λύστρα», από τα οποία Λύστρα κατήγετο ο Τιμόθεος, και ήτο αυτόπτης μάρτυς του λιθοβολισμού του Στεφάνου, «και ότι απ΄ όλα αυτά με απήλλαξεν ο Κύριος», αλλά επιπροσθέτει: «Καὶ πάντες δὲ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ διωχθήσονται(:Και όποιος θέλει πραγματικά να ζήσει την ευσέβεια, θα διωχθεί)·  πονηροὶ δὲ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι(:Αλλά πονηροί άνθρωποι και γόητες- ἐπαοιδοί, ἐπαοιδός, δηλαδή μάγος- αυτοί, λέγει, θα προκόψουν στο χειρότερο. Πλανώντες και πλανώμενοι. Πλανούν και πλανώνται). Σὺ δὲ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καὶ ἐπιστώθης». «Συ όμως, πρόσεξε, Τιμόθεε. Θα μείνεις σε εκείνα που έμαθες και σε εκείνα που πήρες την πίστωσιν ότι είναι αληθή)».

Κυριακή Α’ Λουκά Ἕβγα ἀπ’ τὴ βάρκα μου, Κύριε, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλός.


(Λουκ. ε΄. 1-11)

«Τὸν ἐστρίμωχναν τὰ πλήθη, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ κι αὐτὸς στεκόταν κοντὰ στὴ λίμνη Γενησαρέτ. Εἶδε δυὸ βάρκες ἀραγμένες στὴν ἀκρολιμνιά· οἱ ψαράδες πιὸ κεῖ ἔπλυναν τὰ δίχτυα τους. Μπῆκε σὲ μιὰ ἀπ’ αὐτὲς ποὺ ἦταν τοῦ Σίμωνα καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ξεμακρύνη λίγο ἀπὸ τὴ στεριά. Κι ἀφοῦ κάθισε ἄρχισε νὰ διδάσκη τὸν κόσμο μέσ’ ἀπὸ τὴ βάρκα. Ὅταν τέλειωσε εἶπε στὸ Σίμωνα· Γύρισε στ’ ἀνοιχτὰ καὶ ρίξετε τὰ δίχτυα γιὰ ψάρεμα.

Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Σίμωνας καὶ τοῦ εἶπε· Δάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα κοπιάσαμε καὶ δὲν πιάσαμε τίποτα. Θὰ ρίξω ὅμως τὸ δίχτυ ἀφοῦ τὸ ὁρίζεις. Ἔκαμαν ἔτσι κι ἔπιασαν τόσο μεγάλο πλῆθος ψάρια ποὺ ἄρχισε τὸ δίχτυ νὰ σπάζη. Φώναξαν τοὺς συνεταίρους τους τῆς δεύτερης βάρκας νὰ πᾶν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Πῆγαν καὶ γέμισαν καὶ οἱ δύο βάρκες σὲ σημεῖο νὰ βουλιάζουν. Ὅταν τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Σίμωνας πέφτει στὰ γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλεῖ. Ἕβγα ἀπ’ τὴ βάρκα μου, Κύριε, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλός. Τὸν εἶχε γεμίσει θάμπος κι αὐτὸν κι ὅλους τοὺς συντρόφους του γιὰ τὰ ψάρια ποὺ εἶχαν πιάσει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμοια εἶχαν ξαφνιαστῆ κι ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου ποὺ ἦσαν συνέταιροι τοῦ Σίμωνα. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς εἶπε στὸν Σίμωνα· Μὴ φοβᾶσαι, ἀπὸ τώρα θὰ ψαρεύης ἀνθρώπους. Κι ἀφοῦ ἔσυραν τὰ πλοῖα στὴ στεριά, τὰ παράτησαν ὅλα καὶ τὸν ἀκολούθησαν».

Κυριακή Α’ Λουκᾶ

             (Λουκ. ε΄. 1-11)

«Τὸν ἐστρίμωχναν τὰ πλήθη, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ κι αὐτὸς στεκόταν κοντὰ στὴ λίμνη Γενησαρέτ. Εἶδε δυὸ βάρκες ἀραγμένες στὴν ἀκρολιμνιά· οἱ ψαράδες πιὸ κεῖ ἔπλυναν τὰ δίχτυα τους. Μπῆκε σὲ μιὰ ἀπ’ αὐτὲς ποὺ ἦταν τοῦ Σίμωνα καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ ξεμακρύνη λίγο ἀπὸ τὴ στεριά. Κι ἀφοῦ κάθισε ἄρχισε νὰ διδάσκη τὸν κόσμο μέσ’ ἀπὸ τὴ βάρκα. Ὅταν τέλειωσε εἶπε στὸ Σίμωνα· Γύρισε στ’ ἀνοιχτὰ καὶ ρίξετε τὰ δίχτυα γιὰ ψάρεμα.

Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Σίμωνας καὶ τοῦ εἶπε· Δάσκαλε, ὅλη τὴ νύχτα κοπιάσαμε καὶ δὲν πιάσαμε τίποτα. Θὰ ρίξω ὅμως τὸ δίχτυ ἀφοῦ τὸ ὁρίζεις. Ἔκαμαν ἔτσι κι ἔπιασαν τόσο μεγάλο πλῆθος ψάρια ποὺ ἄρχισε τὸ δίχτυ νὰ σπάζη. Φώναξαν τοὺς συνεταίρους τους τῆς δεύτερης βάρκας νὰ πᾶν νὰ τοὺς βοηθήσουν. Πῆγαν καὶ γέμισαν καὶ οἱ δύο βάρκες σὲ σημεῖο νὰ βουλιάζουν. Ὅταν τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Σίμωνας πέφτει στὰ γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν παρακαλεῖ. Ἕβγα ἀπ’ τὴ βάρκα μου, Κύριε, γιατὶ εἶμαι ἁμαρτωλός. Τὸν εἶχε γεμίσει θάμπος κι αὐτὸν κι ὅλους τοὺς συντρόφους του γιὰ τὰ ψάρια ποὺ εἶχαν πιάσει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμοια εἶχαν ξαφνιαστῆ κι ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου ποὺ ἦσαν συνέταιροι τοῦ Σίμωνα. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς εἶπε στὸν Σίμωνα· Μὴ φοβᾶσαι, ἀπὸ τώρα θὰ ψαρεύης ἀνθρώπους. Κι ἀφοῦ ἔσυραν τὰ πλοῖα στὴ στεριά, τὰ παράτησαν ὅλα καὶ τὸν ἀκολούθησαν».

Ἀποφεύγει ὁ Κύριος τὴ φήμη, κι αὐτὴ τόσο περισσότερο τὸν καταδιώκει. Ἐρχόταν ὁ κόσμος, κι ἐκεῖνος ἀνεβαίνει στὸ πλοῖο. Γιὰ νὰ μιλάη ἀπὸ τὸ πλοῖο σ’ αὐτοὺς ποὺ στέκονταν στὴν ἀμουδιά· ὅλοι ἀπέναντί του. Κι ἀφοῦ μίλησε στὸ πλῆθος, δὲν ἄφησε χωρὶς ἀμοιβὴ τὸν κύριο τοῦ πλοίου. Τὸν εὐεργετεῖ διπλά: τοῦ χάρισε πλῆθος ψάρια καὶ τὸν κάμει μαθητή του.

Θαυμάστε τὸν τρόπο τοῦ Κυρίου, πῶς προσελκύει καθένα μὲ τὰ δικὰ του καὶ τοὺς συντρόφους του. Προσέξετε καὶ τὴν ἠπιότητα τοῦ Χριστοῦ πῶς παρακαλεῖ τὸν Πέτρο ν’ ἀπομακρύνη τὸ πλοῖο ἀπὸ τὴ γῆ. Τὴ λέξη ἠρώτησε πρέπει νὰ τὴν πάρωμε στὴ θέση τῆς λέξης παρακάλεσε. Ἀλλὰ ὁ Πέτρος πόσο βολικὸς ἦταν ὥστε νὰ δεχθῆ στὸ πλοῖο του ἄνθρωπο ποὺ δὲ γνώριζε καὶ νὰ τὸν ἀκούη σὲ ὅλα. Ὅταν τοῦ εἶπε νὰ πᾶνε ἀνοιχτά, δὲν ἀρνήθηκε. Μποροῦσε νὰ πῆ. Ὅλη τὴ νύχτα κοπίασα καὶ δὲν ἐκέρδισα τίποτα καὶ τώρα νὰ σὲ ἀκούσω καὶ νὰ ὑποβληθῶ σὲ νέους κόπους; Δὲν εἶπε τίποτα ἀπ’ αὐτά. Ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο. Ἀφοῦ μὲ συμβουλεύεις θὰ ρίξω τὸ δίχτυ στὴ θάλασσα. Τόσο θερμὴ ἦταν ἡ πίστη του καὶ προτοῦ πιστέψη. Γι’ αὐτὸ καὶ πιάνει τόσα ψάρια, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ τραβήξη καὶ κάμει νόημα στοὺς συντρόφους του, στοὺς συνεργάτες στὸ ἄλλο πλοῖο.

Μὲ νοήματα τοὺς προσκαλεῖ γιατὶ ἡ ἔκπληξή του ἀπὸ τὴν ψαριὰ δὲν τὸν ἄφηνε οὔτε νὰ μιλήση.

Μὲ πολὺ σεβασμὸ ἔπειτα ὁ Πέτρος ζητεῖ ἀπὸ τὸ Χριστὸ νὰ μὴ μείνη στὸ πλοῖο του, χαρακτηρίζοντας ἁμαρτωλὸ τὸν ἑαυτό του κι ἀνάξιο νὰ μείνη μαζί του.

Ἑρμηνεύσετέ τα ἄν θέλετε καὶ ἀλληγορικά. Τὸ πλοῖο εἶναι ἡ Συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων. Ὁ Πέτρος δίνει τὸν τύπο τῶν δασκάλων τοῦ Νόμου. Ὅλη τὴ νύχτα κοπίασαν οἱ δάσκαλοι πρὶν ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ δὲν ἔπιασαν τίποτε. Νύχτα· ὁ καιρὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ.

Κι ὅταν ἦλθε ὁ Χριστὸς καὶ ἔγινε ἡμέρα, ἀφοῦ πῆραν τὴ θέση τῶν νομοδιδασκάλων οἱ ἀπόστολοι στὸ λόγο ἐκείνου δηλαδὴ στὴν προσταγή του, ρίχνουν τὸ δίχτυ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ συλλαμβάνουν πλῆθος ἀνθρώπους.

Μόνος του ὁ καθένας δὲν μπορῆ οἱ ἀπόστολοι νὰ τραβήξουν τὸ δίχτυ μὲ τὰ ψάρια ἀλλὰ κάμουν νόημα στοὺς συντρόφους καὶ συνεργάτες τους καὶ συνεργάζονται μαζί τους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κατὰ τὶς διάφορες ἐποχὲς ποιμένες καὶ διδάσκαλοι τῶν Ἐκκλησιῶν, ποὺ ἐξηγοῦν καὶ ἑρμηνεύουν τὴν ἀποστολικὴ διδασκαλία καὶ συνεργάζονται μὲ τοὺς ἀποστόλους γιὰ νὰ συλλάβουν τοὺς ἀνθρώπους.

Προσέξετε καὶ τὴ φράση ρίχουν τὰ δίχτυα. Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι τὸ δίχτυ, λέξη ταπεινὴ καὶ συνηθισμένη ποὺ ταιριάζει μὲ τὴν ἀσημότητα ἐκείνων ποὺ τὴν ἀκοῦν καὶ γι’ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος νὰ ριχτῆ στὴ θάλασσα. Κι ἄν κανένας ἔλεγε ὅτι φανερώνεται τὸ βάθος τῶν νοημάτων μὲ τὴν ἔκφραση ρίχουν τὸ δίχτυ στὴ θάλασσα, κι αὐτὸ δὲν θὰ ἦταν ἀταίριαστο.

Ἐκπληρώθηκε ὁ λόγος τοῦ προφήτου ποὺ εἶπε· Ἰδοὺ, ἐγὼ θὰ στείλω πολλοὺς ψαράδες, λέγει ὁ Κύριος. Κι ἔπειτα θὰ στείλω πολλοὺς κυνηγοὺς καὶ θὰ τοὺς συλλάβουν. Καὶ ψαράδες ἐννοεῖ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους, ἐνῶ κυνηγοὺς τοὺς κατὰ τὶς διάφορες ἐποχὲς προϊσταμένους καὶ διδασκάλους τῶν Ἐκκλησιῶν.

Πηγή

Η μεγάλη ψαριά

Κυριακή Α΄ Λουκά (ε΄ 1-11): Η μεγάλη ψαριά
Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

                                        

Δοτήρας κάθε αγαθού είναι ο Κύριος. Κι όλα τα δώρα του Θεού είναι τέλεια. Έχουν τέτοια τελειότητα, που κάνουν τους ανθρώπους να θαυμάζουν. Το θαύμα δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά ένα δώρο του Θεού, αξιοθαύμαστο. Οι άνθρωποι θαυμάζουν τα δώρα του Θεού, λόγω της τελειότητάς τους.

Αν οι άνθρωποι ζούσαν με την αγνότητα και την αναμαρτησία του παραδείσου, δε θα περίμεναν από το Θεό ν’ αναστήσει νεκρούς, να πολλαπλασιάσει τους άρτους ή να γεμίσει τα δίχτυα με ψάρια, για να πουν ύστερα: «Κοιτάξτε το θαύμα!» Θα το έλεγαν αυτό για κάθε πλάσμα του Θεού, κάθε στιγμή και με κάθε ανάσα της ζωής τους. Καθώς όμως οι άνθρωποι συνήθισαν στην αμαρτία, κάθε θαύμα από τ’ αναρίθμητα που κάνει ο Θεός στον κόσμο, έχει γίνει για τους ανθρώπους συνηθισμένο θέμα. Για να μη μείνουν τα θέματα αυτά όμως τελείως απαρατήρητα, για να μην υποβιβαστούν εντελώς, ο Θεός με την

ευσπλαχνία Του προς τον άρρωστο άνθρωπο του δίνει ένα ακόμα θαύμα από τ’ αμέτρητα που του έχει δωρίσει, για να τον ξυπνήσει από τη σκοτεινή και ψυχοφθόρα συνή­θεια να μη βλέπει κάτι υπερφυσικό στα θαύματα.

Με κάθε θαύμα Του ο Θεός θέλει να θυμίσει στους ανθρώπους πρώτο, πως παρακολουθεί τον κόσμο, τον κυβερνά με την παντοδύναμη θέλησή Του και τη σοφία Του· δεύτερο, πως οι άνθρωποι δεν μπορούν χωρίς Εκείνον να κάνουν τίποτα. Καμιά προσπάθεια δεν μπορεί να ευοδοθεί χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Καμιά συγκομιδή που έγινε χωρίς την ευλογία του Θεού δε φέρνει αποτέλεσμα. Κάθε ανθρώπινη σοφία που στρέφεται ενάντια στο Νόμο του Θεού, είναι αδύνατη να κάνει καλό από μόνη της ή να προσφέρει έστω κι ένα κόκκο σινάπεως. Ακόμα κι αν φαίνεται πως κάνει καλό για κάποιο διάστημα, δεν είναι η ανθρώπινη σοφία που το πραγματοποιεί, αλλά το έλεος του Θεού που, έστω για μια φορά, δεν εγκαταλείπει ακόμα και τον σκληρότερο από τους εχθρούς Του. Ο Θεός αγαπά τους ανθρώπους, δεν εκδικείται. Υπομένει τους ανθρώπους, περιμένει τη μετάνοιά τους. Θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. β΄ 4).

Κυριακή Α΄ Λουκά - Ερμηνεία της Ευαγγελικής περικοπής από τον Ιερό Χρυσόστομο

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ΛΟΥΚΑ [: Λουκά 5, 1-11]

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ


    «Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφόν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς.καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ(:Και ενώ περπατούσε κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, είδε δυο αδελφούς, τον Σίμωνα, τον οποίο κατόπιν ονόμασε Πέτρο, και τον Ανδρέα τον αδελφό του, οι οποίοι έριχναν δίχτυα στη θάλασσα, διότι ήταν ψαράδες. Και τους λέει: ‘’Ακολουθήστε με, και θα σας κάνω ικανούς να ψαρεύετε αντί για ψάρια ανθρώπους. Αυτούς θα ελκύετε στη βασιλεία των ουρανών με τα πνευματικά δίχτυα του κηρύγματος’’. Και αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυά τους και Τον ακολούθησαν)» [Ματθ. 4,18-20].

   (…) Βέβαια ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει ότι διαφορετικά προσκλήθηκαν αυτοί οι μαθητές από τον Κύριο. Επομένως, είναι φανερό ότι η παραπάνω πρόσκληση είναι δεύτερη. Αυτό επίσης μπορεί να το διαπιστώσει κανείς από πολλά σημεία. Εκεί λοιπόν λέγει ότι προσκλήθηκαν προτού κλειστεί στη φυλακή ο Ιωάννης ο Βαπτιστής [βλ. Ιω.1,35-36: «Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ Ἰωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, καὶ ἐμβλέψας τῷ Ἰησοῦ περιπατοῦντι λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος, καὶ ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ (:την επόμενη μέρα ο Ιωάννης στεκόταν πάλι στο συνηθισμένο μέρος που κήρυττε, και μαζί του ήταν και δύο από τους μαθητές του.

Άγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί, Κύριε...

Ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί, Κύριε... (Κυριακή Α'Λουκά).

Μπορεί να είναι εικαστικό 3 άτομα
«Ιδών δε Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοις γόνασιν Ιησού λέγων· έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι, Κύριε. θάμβος γαρ περιέσχεν αυτόν και πάντας τους συν αυτώ επί τη άγρα των ιχθύων η συνέλαβον. ομοίως δε και Ιάκωβον και Ιωάννην, υιούς Ζεβεδαίου, οι ήσαν κοινωνοί τω Σίμωνι» (Λουκ. ε’ 8-10). Γεμάτος δέος από το αναπάντεχο θέαμα, ο Πέτρος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Χριστού. Ούτε για μια στιγμή δεν αμφέβαλε πως τέτοια καλή ψαριά οφειλόταν στην παρουσία του Χριστού στο πλοιάριο κι όχι στις δικές του προσπάθειες. Το περιστατικό αυτό συγκλόνισε τον Σίμωνα ως τα τρίσβαθα της ψυχής του, γι’ αυτό και στη συνέχεια δεν ονόμασε πια τον Ιησού «επιστάτη», αλλά «Κύριο». Κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει «επιστάτης», «αφεντικό», μα μόνο ένας Κύριος υπάρχει. Όταν άκουγε το σοφό δάσκαλο να διδάσκει τα πλήθη από το πλοίο που βρισκόταν κοντά στην ακτή, ο Σίμων τον ονόμασε «Επιστάτη» ή «Διδάσκαλο». Τώρα όμως που είδε το θαυμαστό αυτό έργο Του, τον ομολόγησε «Κύριο».
Προσέξτε πόσο πιο δυνατά μιλάνε τα έργα από τα λόγια! Αν πούμε ακόμα και τα γλυκύτερα λόγια, οι άνθρωποι θα μας αποκαλέσουν διδάσκαλους των ανθρώπων. Αν όμως τα λόγια μας τα υποστηρίζουμε με τα έργα μας, τότε θα μας ονομάσουν ανθρώπους του Θεού. Ίσως την ώρα που άκουγε ο Σίμων τα λόγια του Χριστού, να σκεφτόταν μέσα του πόσο όμορφα και σοφά διδάσκει. Ο καρδιογνώστης που τα έβλεπε όλ’ αυτά, κάλεσε μετά το Σίμωνα στα βάθη, για να του αποδείξει πως πραγματοποιεί όσα λέει.

Κυριακή Α΄ Λουκά - Ερμηνεία της Ευαγγελικής περικοπής από τον Ιερό Χρυσόστομο

                          

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ΛΟΥΚΑ [:Λουκά 5,1-11]

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ


    «Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφόν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς.καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ (:Και ενώ περπατούσε κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, είδε δυο αδελφούς, τον Σίμωνα, τον οποίο κατόπιν ονόμασε Πέτρο, και τον Ανδρέα τον αδελφό του, οι οποίοι έριχναν δίχτυα στη θάλασσα, διότι ήταν ψαράδες. Και τους λέει: ‘’Ακολουθήστε με, και θα σας κάνω ικανούς να ψαρεύετε αντί για ψάρια ανθρώπους. Αυτούς θα ελκύετε στη βασιλεία των ουρανών με τα πνευματικά δίχτυα του κηρύγματος’’. Και αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυά τους και Τον ακολούθησαν)» [Ματθ.4,18-20].

   (…) Βέβαια ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει ότι διαφορετικά προσκλήθηκαν αυτοί οι μαθητές από τον Κύριο. Επομένως, είναι φανερό ότι η παραπάνω πρόσκληση είναι δεύτερη. Αυτό επίσης μπορεί να το διαπιστώσει κανείς από πολλά σημεία. Εκεί λοιπόν λέγει ότι προσκλήθηκαν προτού κλειστεί στη φυλακή ο Ιωάννης ο Βαπτιστής [βλ. Ιω.1,35-36: «Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ Ἰωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, καὶ ἐμβλέψας τῷ Ἰησοῦ περιπατοῦντι λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος, καὶ ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ (:την επόμενη μέρα ο Ιωάννης στεκόταν πάλι στο συνηθισμένο μέρος που κήρυττε, και μαζί του ήταν και δύο από τους μαθητές του. Κι αφού παρατήρησε με ευλάβεια τον Ιησού, που τη στιγμή εκείνη περπατούσε, είπε: “Αυτός είναι το Αρνίο που παρέδωσε ο Θεός Πατέρας Του να θυσιαστεί για χάρη μας”)»]ενώ εδώ στον Ευαγγελιστή Ματθαίο αναφέρεται ότι προσκλήθηκαν μετά τη φυλάκιση του Ιωάννη [Ματθ. 4,12: «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν (:Όταν άκουσε ο Ιησούς ότι ο Ιωάννης παραδόθηκε στη φυλακή απ’ τον βασιλιά Ηρώδη Αντύπα, αναχώρησε και πήγε στη Γαλιλαία)»- Ματθ. 4,18-19: «Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφόν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖςκαὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων»].

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Κυριακή Α΄ Λουκά – Κάνε αρχή

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ΛΟΥΚΑ

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου

σχετικά με την ευαγγελική περικοπή της Κυριακής Α΄ Λουκά με θέμα:

                                           «ΚΑΝΕ ΑΡΧΗ»

                        [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 23-9-1990]

    Η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, την πρώτη Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, κάνει αρχή ευαγγελικών περικοπών από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Αλλά και το περιεχόμενο της ευαγγελικής περικοπής σήμερα αναφέρεται στην αρχή του δημοσίου έργου του Κυρίου μας και την εκλογή των πρώτων μαθητών Του.  Γι' αυτό και εμείς σαν θέμα σήμερα να έχουμε τη σημασία ενός ξεκινήματος σε οποιοδήποτε τομέα της ζωής μαςΚαι μάλιστα ιδιαίτατα στον τομέα της σωτηρίας μας.

    Αλλά με δύο λόγια ας δούμε την ευαγγελική περικοπή για να έχουμε μία εικόνα. Ένα πρωινό, στην αμμουδιά της λίμνης Γενησαρέτ, είδε ο Κύριος δύο αραγμένα καΐκια, που οι νοικοκυραίοι τους ήταν ο Πέτρος, με τον αδελφό του τον Ανδρέα στο ένα και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης ο αδελφός του στο άλλο. Ο Κύριος ζήτησε από τον Απόστολο Πέτρο για λίγο να του παραχωρήσει το καΐκι του, επειδή ήταν πολύ το πλήθος που ήλθε να ακούσει τον λόγο Του και δεν ήταν δυνατό να μπορέσει να μιλήσει, να οράται και να ακούεται, και ζήτησε από το καΐκι να μπορέσει να μιλήσει στα πλήθη.

    Μετά από την ομιλία, προέτρεψε ο Κύριος τον Πέτρο να ανοιχτεί στη θάλασσα το καΐκι ,για ψάρεμα. Ήταν μεσημέρι. Παρά την ακαταλληλότητα του χρόνου, ο Πέτρος υπακούει. Και σε λίγο το δίχτυ σχιζόταν από το πλήθος των ψαριών τόσο, ώστε να φωνάξουν αι τους μετόχους αυτών, το άλλο καΐκι, του Ιακώβου και του Ιωάννου για να βοηθήσουν. Και τα πλοία και τα δύο κινδύνευαν να βυθιστούν από το πλήθος, το βάρος των ψαριών. Ο απόστολος Πέτρος, όπως και οι άλλοι συγκλονίστηκαν. «Θάμβος γὰρ»,λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς,-θάμπωμα, έκπληξις- «περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ».