«Προαίρεση θερμή μέσα σέ μιά ὥρα μπορεῖ νά προσφέρει στον Θεό ὅσα δέν προσφέρει νωθρή προαίρεση σε πενήντα χρόνια»
Έχει το σώμα προαίρεση ή θέληση;

Γράφει ο π. Στέφανος Στεφόπουλος
Στερείται το σώμα προαιρέσεως και θελήσεως κατά τον άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο.
Μεγάλη συζήτηση έχει γίνει, κι ακόμη καλά κρατεί, γύρω απ’ το αν η ομοφυλοφιλία είναι επιλογή ή όχι. Αν είναι γενετικό θέμα ή γονιδιακό ή αν συντρέχουν και άλλοι παράγοντες στο να διαφοροποιείται κάποιος από τα παραδεδομένα του φύλου του.
Προφανώς και ένα τόσο πολυσύνθετο κοινωνικοηθικό πρόβλημα δεν έχει μόνο ένα παράγοντα να το επηρεάζει αλλά πάντα υπάρχει και μιά βασική γενεσιουργός αιτία.
Στην περίπτωσή μας η αιτία ανάγεται στην ύπαρξη και λειτουργία της ψυχής που συμπαρασύρει ή μάλλον κινεί το σώμα κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας και κυρίως τους Νηπτικούς.
Και όταν ο Πονηρός κυριαρχεί ορίζοντας εκείνος τις διαθέσεις της ψυχής και άρα τις κινήσεις του σώματος μετά μπορεί, προφανώς, να δημιουργεί πολλές άλλες αφορμές διά καταστάσεων, προσώπων, γεγονότων, κλπ.
Ας ρίξουμε, όμως, μιά ματιά στη θεολογία του θεόπνευστου αγίου Συμεών του Θεολόγου για να βρούμε απάντηση εκ του ασφαλούς. Γιά το λόγο αυτό θα στηριχθώ στις πανεπιστημιακές παραδόσεις του Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής Αθηνών κ. Χαραλάμπους Σωτηρόπουλου (“Νηπτικοί Πατέρες – 1- Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Αθήναι 1986).
Ἡ φύση τοῦ κακοῦ
Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μιλοῦν γιὰ τὸ κακὸ μὲ τρεῖς ἔννοιες, μὲ ὀντολογικὴ ἔννοια, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας καὶ γιὰ τὸ φυσικὸ κακό.
Τὸ κακό δεν ἔχει ὀντολογικὴ ὕπαρξη. Είναι στέρηση τοῦ ἀγαθοὺ καὶ παρεκτροπή, ἀπὸ τὴν κατὰ φύση κατάσταση στὴν παρὰ φύση. Τίποτε ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουν δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς κακό, γιατί ὅλα εἶναι κτίσματα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὰ πάντα, χωρὶς Αὐτὸν τίποτε δὲν ἔγινε ἀπὸ ὅσα ἔχουν γίνει (Ἰω. ἀ’ 3) «ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα…τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται καὶ αὐτὸς ἐστὶ πρὸ πάντων καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε»· ὅλα συγκρατοῦνται δι’ αὐτοῦ (Κόλ. ἀ’ 16-17). Ὅλα τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ εἶναι καλὰ καὶ τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ φύση του κακὸ. «Καὶ εἶδε ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γέν. α’ 31).
Ἂν ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ παρέμενε “κατὰ φύση”, ὅπως βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ, δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ πρόβλημα τοῦ κακοῦ. Υπήρξε, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν θέλησή του ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ “κατὰ φύση” καὶ προτίμησε τὴν “παρὰ φύση” κατάσταση. Ἐδῶ πρέπει νὰ ἀναζητήσουμε τὸ κακό· ὄχι σὲ ὀντολογικὴ ὕπαρξη.
Ἡ κακία λοιπὸν εἶναι ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ ἀγαθό, ἀπὸ τὸ “κατὰ φύση”, ὅπως τὸ σκοτάδι εἶναι ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ φῶς. «Ἐφ’ ὅσον παραμένουμε στὴ φυσική μας κατάσταση, εἴμεθα στὴν ἀρετή, ἂν ὅμως παρεκκλίνουμε ἀπὸ τὴ φυσική μας κατάσταση, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀρετή, πηγαίνουμε στὴν παρὰ φύση», λέγει ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, συνεχίζοντας τὴ διδαχὴ τῶν προηγουμένων ἀπὸ αὐτὸν πατέρων. «Ἡ κακία δὲν εἶναι κάτι ποὺ ὑπάρχει… Τὸ κακὸ εἶναι στέρηση τοῦ ἀγαθοῦ. Ὁ ὀφθαλμὸς κατεσκευάσθη. Ἡ τύφλωση, ὅμως, προέρχεται μὲ τὴν ἀπώλεια τῶν ματιῶν. Ὥστε ἐὰν ὁ ὀφθαλμὸς δὲν ἦταν ἀπὸ φθαρτὴ φύση, ἡ τύφλωση δὲν θὰ εἶχε θέση. Ἔτσι καὶ τὸ κακὸ, δὲν ἔχει ἰδία ὕπαρξη ἀλλ’ ἔρχεται κατόπιν στὶς ἀναπηρίες τῆς ψυχῆς» (Μ. Βασίλειος).