Εἶπε ὁ ἀββᾶς: «Ὑπάρχουν διάφορες ὁρμές τῆς προαίρεσης. Μιά προαίρεση θερμή μπορεῖ μέσα σέ μιά ὥρα να προσφέρει στον Θεό ὅσα δεν προσφέρει ἄλλη προαίρεση νωθρή μέσα σέ πενήντα χρόνια. Καί ἄν δοῦν οἱ δαίμονες ὅτι κάποιος βρίσθηκε ἤ ἐξευτελίσθηκε ἤ ἀδικήθηκε ἤ ὁτιδήποτε ἄλλο ἔπαθε καί λυπᾶται, ὄχι γιατί ἄδικα ἔπαθε, ἀλλά γιατί δέν σήκωσε μέ γενναιότητα τήν ἀδικία, μιά τέτοια ὁρμή τή φοβοῦνται οἱ δαίμονες· γιατί γνωρίζουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός πῆρε τόν δρόμο τῆς ἀλήθειας καί θέλει νά βαδίσει σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ».
Καί θυμήθηκε τό περιστατικό μέ τόν ἅγιο Παχώμιο, τότε πού τοῦ ἔβαλε τίς φωνές ὁ ἀδελφός του ὁ μεγαλύτερος λέγοντάς του «πάψε νά εἶσαι φανταγμένος», ἐπειδή ἤθελε νά ἐπεκτείνει τό μοναστήρι σύμφωνα μέ τήν πληροφορία πού εἶχε ἀπό τόν Θεό. Κι ἐκεῖνος μόλις τ᾽ ἄκουσε λέει ὁ βιογράφος του ταράχθηκε, γιατί πίστευε ότι κάνει κάτι καλό· ὅμως δέν ἀντιμίλησε καθόλου, καθώς πάντοτε κυριαρχούσε στά αἰσθήματά του· ἀλλ' ὅταν ἔφθασε ἡ νύκτα, κατέβηκε σ' ἕνα μικρό κατώι καί ἄρχισε νά κλαίει λέγοντας στην προσευχή του:
«Θεέ μου, ἀκόμη ὑπάρχει μέσα μου τό κοσμικό φρόνημα, ἀκόμη ζῶ κοσμικά, αλίμονό μου! Πρόκειται να πεθάνω, ὅπως λέει ἡ Γραφή (Ρωμ.8,13). ἐνῶ ἔχω κάνει τόση ἄσκηση καί τόση προετοιμασία ψυχική, πάλι ἁρπάζομαι ἀπό τόν θυμό, ἔστω καί γιά καλό. Ελέησέ με, μή χαθῶ, Κύριε. Γιατί ἄν βρεῖ μέσα μου τόπο ὁ ἐχθρός, ἔστω καί τόσο δά, καί δέν μέ στηρίξεις, θά μέ κάνει τοῦ χεριοῦ του. Αλλά κι ἄν ὅλο σου τόν νόμο τηρήσει κανείς καί φταίξει σέ ἕνα, εἶναι ἔνοχος σέ ὅλα ( Ἰακ. 2,10).
Το Μέγα Γεροντικόν τ. Α', σελ. 167, Κεφάλαιο Α´.
ἔκδ. Ίερόν Γυν. 'Ησυχαστήριον«Τό Γενέσιον της Θεοτόκου».