
Ἡ χριστιανική ἀγάπη καί ἡ ἀγαπολογία τῶν ἡμερῶν μας... και η συνήθης πια απόκρυψη της αλήθειας !

Περὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ
Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος
Ἄρα λοιπὸν δὲν ἔχει δίκαιον νὰ μᾶς ἀποστρέφεται καὶ νὰ μᾶς τιμωρῇ, ὅταν εἰς ὅλα μᾶς παρέχει τὸν ἑαυτόν Του καὶ ἐμεῖς ἀντιδρῶμεν; Εἶναι εἰς τὸν καθένα ὁπωσδήποτε φανερόν. Διότι, ἐὰν θέλῃς νὰ καλλωπισθῇς, λέγει, στολίσου μὲ τὸν ἰδικόν μου καλλωπισμόν. Ἐὰν θέλῃς νὰ ὁπλισθῇς, ὁπλίσου μὲ ἰδικά μου ὅπλα. Ἐὰν θέλῃς νὰ ἐνδυθῇς, φόρεσε τὸ ἰδικόν μου ἔνδυμα. Ἐὰν θέλῃς νὰ τραφῇς, φᾶγε εἰς τὴν ἰδικήν μου τράπεζαν. Ἐὰν θέλῃς νὰ ὁδοιπορήσῃς, ἀκολούθησε τὴν ἰδικήν μου ὁδόν. Ἐὰν θέλῃς νὰ κληρονομήσῃς, κληρονόμησε τὴν ἰδικήν μου κληρονομίαν. Ἐὰν θέλῃς νὰ εἰσέλθῃς εἰς τὴν πατρίδα, ἔμπα εἰς τὴν πόλιν τῆς ὁποίας τεχνίτης καὶ δημιουργὸς εἶμαι ἐγώ. Ἐὰν θέλῃς νὰ κτίσῃς οἰκίαν, ἔλα εἰς τὰς ἰδικάς μου σκηνάς. Διότι ἐγὼ δι᾿ ὅσα δίδω δὲν ζητῶ ἀμοιβήν, ἀλλὰ ἐὰν θελήσῃς νὰ χρησιμοποιήσῃς ὅλα τὰ ἰδικά μου, διὰ τὴν πρᾶξιν σου αὐτὴν θὰ σοῦ ὀφείλω ἐπιπλέον καὶ ἀμοιβήν. Τί θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ ἰσάξιον πρὸς αὐτὴν τὴν γενναιοδωρίαν;
Ἐγὼ εἶμαι πατέρας, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφή, ἐγὼ ἔνδυμα, ἐγὼ ρίζα, ἐγὼ θεμέλιον, κάθε τί τὸ ὁποῖον θέλεις ἐγώ· νὰ μὴν ἔχεις ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε. Ἐγὼ καὶ θὰ σὲ ὑπηρετήσω· διότι ἦλθα νὰ ὑπηρετήσω, ὄχι νὰ ὑπηρετηθῶ. Ἐγὼ εἶμαι καὶ φίλος, καὶ μέλος τοῦ σώματος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφός, καὶ ἀδελφὴ καὶ μητέρα, ὅλα ἐγώ· ἀρκεῖ νὰ διάκεισαι φιλικὰ πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ ἔγινα πτωχὸς διὰ σέ· ἔγινα καὶ ἐπαίτης διὰ σέ· ἀνέβηκα ἐπάνω εἰς τὸν Σταυρὸν διὰ σέ· ἐτάφην διὰ σέ· εἰς τὸν οὐρανὸν ἄνω διὰ σὲ παρακαλῶ τὸν Πατέρα· κάτω εἰς τὴν γῆν ἐστάλην ἀπὸ τὸν Πατέρα ὡς μεσολαβητὴς διὰ σέ. Ὅλα δι᾿ ἐμὲ εἶσαι σύ· καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ μέλος τοῦ σώματος. Τί περισσότερον θέλεις;
π. Αθανάσιος Μυτιληναίος, Ο Θεός είναι αγάπη αλλά είναι και κριτής

Αν αυτό ισχύει για τις αμαρτίες μας, πόσο περισσότερο ισχύει για την αίρεση!

Τὰ δύο προσωπεῖα τῆς ἀγαπολογίας καὶ ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος
Τοῦ Ἀδαμαντίου Τσακίρογλου
Εἶναι πιὰ φανερό καὶ γιὰ τοὺς πιὸ ἀδαεῖς, ὅτι οἱ ὀπαδοὶ τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τίς πράξεις τους διαστρεβλώνουν καὶ διαστρέφουν τὴν κορυφαία ἔκφραση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, τὴν ἀγάπη ἀναπτύσοντας μία νέα «ἀγάπη», τὴν «ἀγαπολογία». Τὸ κύριο ἐπιχείρημά τους εἶναι, ὅτι ὁ ὁ νόμος τῆς ἀγάπης μας διδάσκει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κοιτᾶμε, τί μᾶς χωρίζει ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ βλάσφημους, ἀλλὰ τί μᾶς ἑνώνει. Ἔτσι χρησιμοποιοῦν ἀποκομμένα χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τίς πράξεις τους καὶ νὰ πλανέψουν τοὺς πιστούς, ὅπως «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν», «ἵνα ἑν ὦσιν», «ἡ ἀγάπη ὅλα τὰ ὑπομένει» κλπ. ὑποκρύπτοντας παράλληλα τὸν πραγματικὸ χαρακτῆρα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὅπως μᾶς τὸν παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες.
Τὸ ὅτι ἡ «ἀγαπολογία» ἀποτελεῖ διαστρέβλωση καὶ διαστροφὴ φανερώνει τὸ γεγονός, ὅτι ἐνῶ φοροῦν τὸ προσωπεῖο τῆς ἀγάπης ὡς πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ὡς πρὸς τοὺς ὀρθόδοξους φοροῦν ἕνα ἄλλο προσωπεῖο, αὐτὸ τῆς ἀκραίας αὐστηρότητας καὶ τοῦ χλευασμοῦ, καταδικάζοντας, ὑβρίζοντας καὶ διώκοντας μὲ ἀκραῖο παράδειγμα τὴν Οὐκρανία, ὁποιονδήποτε τολμήσει νὰ ἀμφισβητήσει καὶ νὰ ἀπορρίψει αὐτήν τους τὴν στάση.
Ὁ ἐπιφανῇς γέροντας π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος σὲ ἐπιστολή του τοῦ ἔτους 1969 πρὸς τὸν τότε Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, τονίζει ἀκριβῶς καὶ μὲ μεγάλη εὐστοχία τὰ δύο προσωπεῖα τῆς «ἀγάπης» τοῦ Οἰκουμενισμοῦ:
Το δίχτυ της αγάπης
Γι’ αυτόν που επιθυμεί να γνωρίσει τον Θεό με σφοδρό έρωτα!

Άγιος Διάδοχος Επίσκοπος Φωτικής Ηπείρου.
(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Αγίου Διαδόχου Φωτικής, τα «Εκατόν γνωστικά κεφάλαια»
13. Εγώ εγνώρισα κάποιον, τόσο πολύ αγαπώντα τον Θεόν και παρά ταύτα πενθούντα πνευματικώς, διότι ησθάνετο ότι δεν αγαπούσε όσον ήθελε.
Η δε ψυχή του ευρίσκετο διαρκώς εις τόσον θερμήν επιθυμίαν, ώστε ήθελε μόνον ο Θεός να δοξάζεται διά της ζωής του, αυτός δε να χάνεται ως ανύπαρκτος.
Αυτός ο ίδιος ούτε καν υποπτεύετο την υψηλήν του και όταν ακόμη τον επαινούσαν.
Ο άνθρωπος αυτός, μέσα στην θερμήν επιθυμίαν να ταπεινούται δεν αντιλαμβάνεται την αξίαν του, αλλά υπηρετεί τον Θεόν όπως οι ιερείς τον Μωσαϊκόν νόμον.
Με την φλογεράν διάθεσιν της λατρείας του Θεού, εξαφανίζει από την μνήμην του την ιδέαν της αρετής του μέσα στο αόριστον βάθος της αγάπης του Θεού, τον θησαυρόν της οποίας αποκρύπτει διά του πνεύματος της ταπεινώσεως, διά να βλέπη τον εαυτόν του, εις την διάνοιάν του πάντοτε, ως κάποιον αχρείον δούλον και αλλότριον της αξίας του, και έτσι να ευρίσκεται εν ταπεινώσει.


