Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πιστοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πιστοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ποιοί είναι οι άπιστοι και ποιοί οι πιστοί; Απόσπασμα από κείμενο του μακαριστού Καντιώτη για τον Προφήτη Ηλία

                                     

Ὅπως βλέπουμε, στὴν ἐποχή του ὑπῆρχαν τρεῖς κατηγορίες. Ἡ μία ἦταν οἱ ἄπιστοι. Πίστευαν ὄχι στὸ Θεὸ ἀλλὰ στὸν ψευτοθεό· αὐ­τοὶ ἦταν ὁ βασιλιᾶς, ἡ βασίλισσα καὶ ὁ πολὺς κόσμος. Δεύτερη κατηγορία ἦταν οἱ ἀμφιβάλ­λοντες· αὐτοὶ οὔ­τε ἄπιστοι ἦταν οὔτε πιστοί. Ἆραγε, σκέπτονταν, αὐτὰ ποὺ λέει ὁ Ἠλίας νά ᾽νε ἀληθινά; μήπως ἔ­χουν δίκιο οἱ ἄπιστοι; Ἔμοιαζαν μὲ ἄνθρωπο ποὺ κουτσαίνει κι ἀπὸ τὰ δύο πόδια· δὲν βαδίζει ἴσια τὸ δρόμο, γέρνει πότε δεξιά, πότε ἀριστερά. Τρίτη κατη­γορία ἦταν οἱ πιστοί. Πόσοι ἦταν; Λίγοι, τόσο λί­γοι, ὥστε ὁ προφήτης Ἠλίας ἀπελπίστηκε καὶ μιὰ μέρα εἶπε· –Θεέ μου, ἔμεινα μόνος στὸν κόσμο· δὲν ὑπάρχει πιὰ ἄλλος νὰ σ᾽ ἀγαπάῃ, ὅλοι σ᾽ ἀρνήθηκαν. Καὶ ὁ Κύριοις τοῦ εἶ­πε· –Λάθος κάνεις, δὲν εἶσαι μό­νος· μέσα στὸ λαὸ ὑπάρχουν ἑφτὰ χιλιάδες (7.000) ἄντρες ποὺ δὲν ἔκλιναν γόνυ στὸν Βάαλ, δὲν λάτρευ­σαν τὸν Βάαλ (βλ. Γ΄ Βασ. 19,18).

Ἀπὸ τότε, ἀγαπητοί μου, πέρασαν τρεῖς χιλιάδες περίπου χρόνια. Ἡ κατάστασι εἶνε ἴδια. Καὶ σήμερα στὸ λαό μας, ἂν πάρῃς κόσκι­νο καὶ κοσκινίσῃς, θὰ διακρίνῃς τρεῖς κατηγορίες, νούμερο ἕνα, νούμερο δύο, νούμερο τρία.

Τὸ μεγάλο στοίχημα μεταξύ πιστῶν καὶ ἀπίστων



Κόντογλου Φώτης

Τὴ Λαμπροδευτέρα τὸ βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, πρὶν νὰ πλαγιάσω γιὰ νὰ κοιμηθῶ, βγῆκα στὸ μικρὸ περιβολάκι ποὺ ἔχουμε πίσω ἀπὸ τὸ σπίτι μας, καὶ στάθηκα γιὰ λίγο, κοιτάζοντας τὸ σκοτεινὸ οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἄστρα.

Σὰν νὰ τὸν ἔβλεπα πρώτη φορά. Μοῦ φάνηκε πολὺ βαθύς, καὶ σὰν νὰ ἐρχότανε ἀπὸ πάνω μία μακρινὴ ψαλμωδία. Τὸ στόμα μου εἶπε σιγανά: «Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ». Ἕνας ἁγιασμένος γέροντας μοῦ εἶχε πεῖ μία φορὰ πὼς κατὰ τοῦτες τὶς ὧρες ἀνοίγουνε τὰ οὐράνια. Ὁ ἀγέρας μοσκοβολοῦσε ἀπὸ τὰ λουλούδια κι ἀπὸ τὰ ἁγιοχόρταρα, ποὺ ἔχουμε φυτέψει. «Πλήρης δ᾿ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης τοῦ Κυρίου».

Θὰ στεκόμουνα ἔχει πέρα μοναχὸς ὡς τὸ ξημέρωμα. Σὰν νὰ μὴν εἶχα σῶμα, μήτε κανένα δεσμὸ μὲ τὴ γῆ. Ἀλλὰ συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα στὸ σπίτι καὶ ἀνησυχήσουνε ποὺ ἔλειπα, καὶ γι᾿ αὐτὸ μπῆκα μέσα καὶ ξάπλωσα.

Δὲ μὲ εἶχε θολώσει καλὰ-καλὰ ὁ ὕπνος, δὲν ξέρω ἂν ἤμουνα ξυπνητὸς ἢ κοιμισμένος, καὶ βλέπω μπροστά μου ἕναν ἄνθρωπο μὲ ἀλλόκοτη ὄψη.