
Ὅπως βλέπουμε, στὴν ἐποχή του ὑπῆρχαν τρεῖς κατηγορίες. Ἡ μία ἦταν οἱ ἄπιστοι. Πίστευαν ὄχι στὸ Θεὸ ἀλλὰ στὸν ψευτοθεό· αὐτοὶ ἦταν ὁ βασιλιᾶς, ἡ βασίλισσα καὶ ὁ πολὺς κόσμος. Δεύτερη κατηγορία ἦταν οἱ ἀμφιβάλλοντες· αὐτοὶ οὔτε ἄπιστοι ἦταν οὔτε πιστοί. Ἆραγε, σκέπτονταν, αὐτὰ ποὺ λέει ὁ Ἠλίας νά ᾽νε ἀληθινά; μήπως ἔχουν δίκιο οἱ ἄπιστοι; Ἔμοιαζαν μὲ ἄνθρωπο ποὺ κουτσαίνει κι ἀπὸ τὰ δύο πόδια· δὲν βαδίζει ἴσια τὸ δρόμο, γέρνει πότε δεξιά, πότε ἀριστερά. Τρίτη κατηγορία ἦταν οἱ πιστοί. Πόσοι ἦταν; Λίγοι, τόσο λίγοι, ὥστε ὁ προφήτης Ἠλίας ἀπελπίστηκε καὶ μιὰ μέρα εἶπε· –Θεέ μου, ἔμεινα μόνος στὸν κόσμο· δὲν ὑπάρχει πιὰ ἄλλος νὰ σ᾽ ἀγαπάῃ, ὅλοι σ᾽ ἀρνήθηκαν. Καὶ ὁ Κύριοις τοῦ εἶπε· –Λάθος κάνεις, δὲν εἶσαι μόνος· μέσα στὸ λαὸ ὑπάρχουν ἑφτὰ χιλιάδες (7.000) ἄντρες ποὺ δὲν ἔκλιναν γόνυ στὸν Βάαλ, δὲν λάτρευσαν τὸν Βάαλ (βλ. Γ΄ Βασ. 19,18).
Ἀπὸ τότε, ἀγαπητοί μου, πέρασαν τρεῖς χιλιάδες περίπου χρόνια. Ἡ κατάστασι εἶνε ἴδια. Καὶ σήμερα στὸ λαό μας, ἂν πάρῃς κόσκινο καὶ κοσκινίσῃς, θὰ διακρίνῃς τρεῖς κατηγορίες, νούμερο ἕνα, νούμερο δύο, νούμερο τρία.
1.Πρῶτον εἶνε οἱ ἄπιστοι. Ἄλλοτε στὸν ἅγιο τοῦτο τόπο οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶχαν τηλεοράσεις, ῥαδιόφωνα, αὐτοκίνητα, ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα τῆς ἄνετης ζωῆς. Καλυβάκια εἶχαν. Ἀλλὰ μέσ᾽ στὶς καλύβες ζοῦσαν ἅγιοι ἄνθρωποι· τώρα μέσ᾽ στὰ παλάτια ζοῦν διεφθαρμένοι, καθάρματα. Φτωχὸς λαός, εὐλογημένος λαός. Οὔτε ἕνας ἄπιστος, βλάστημος, μοιχός, πόρνος, ψευδομάρτυρας, κλέφτης, ἄτιμος. ᾽Εργατικοὶ ἄνθρωποι, τσοπαναραῖοι, βοσκοί, ζοῦσαν μὲ τὸ Θεό. Τώρα!… Καὶ πρῶτοι-πρῶτοι ἄπιστοι εἶνε – ποιοί; οἱ δῆθεν γραμματισμένοι μας, ποὺ πῆγαν στὰ σχολειὰ καὶ πανεπιστήμια. Φουρνιὲς – φουρνιὲς βγαίνουν. Σπάνιο πρᾶγμα νὰ βρῇς νὰ πιστεύῃ στὸ Θεὸ γιατρός, δικηγόρος, μηχανικός, ἐπιστήμονας. Τὸ τσιγαράκι τους, τὸ γλέντι, τὸ φαγητό, τὸ φλέρτ, τὴ διασκέδασι, τὰ λεφτά, τὸ μαμωνᾶ – τὸ θεό τους. Τίποτε ἄλλο. «Τὸ ψάρι βρωμάει ἀπὸ τὸ κεφάλι». Κ᾽ ἔρχονται αὐτοὶ στὰ εὐλογημένα χωριά μας καὶ σπέρνουν τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία. Τώρα ἄπιστοι δὲν εἶνε μόνο στὴν Ἀθήνα, στὴ Θεσσαλονίκη, στὴ Φλώρινα καὶ στὴν Κοζάνη, στὶς μεγάλες πολιτεῖες· ἄπιστοι εἶνε μέχρι τσοπαναραῖοι στὰ βουνά, γεωργοί, καὶ γριὲς ἀκόμα. Σ᾽ ἕνα χωριὸ πέθανε μιὰ γριὰ ἐνενήντα χρονῶν. Πῆγε ὁ παπᾶς νὰ τὴν ἐξομολογήσῃ καὶ τοῦ λέει· –Ἄντε, ῥὲ παπᾶ, δὲν πιστεύω τίποτα, οὔτε κόλασι οὔτε παράδεισο. –Καὶ ποιός σοῦ τά ᾽πε αὐτά, γιαγιά; –Ἦρθε ὁ ἐγγονός μου ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, σπουδάζει μηχανικός, καὶ μοῦ εἶπε ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός… Ξερρίζωσε αὐτὸς μέσα ἀπὸ τὴν ψυχὴ τῆς γριᾶς τὴν πίστι στὸ Θεό, πού ᾽ταν παρηγοριὰ τοῦ λαοῦ μας.
2. Δεύτερον ὑπάρχουν ἄλλοι, ποὺ οὔτε πιστεύουν οὔτε δὲν πιστεύουν. Αὐτοὶ ἔρχονται στὴν ἐκκλησιά, ἀνάβουν κεράκι, ἀλλὰ μέσα τους λένε· Ἆραγε αὐτὰ ποὺ λέει ὁ δεσπότης κ᾽ οἱ παπᾶδες νά ᾽νε ἀληθινά; νὰ ὑπάρχῃ παράδεισος, κόλασι, ψυχή; Μὰ ἐὰν αὐτὰ εἶνε μῦθος;… Ἕνα «ἐὰν» νὰ βάλῃς, δὲν πιστεύεις πλέον. Αὐτοὶ λοιπὸν ἀμφιβάλλουν, κουτσαίνουν στὴν πίστι. Λέει ἡ Ἀποκάλυψις (βλ. 16,13), ὅτι θά ᾽ρθουν χρόνια κατηραμένα ποὺ ἡ γῆ θὰ γεμίσῃ ἀπὸ «βατράχους». Τί ἐννοεῖ «βατράχους»; Ὁ βάτραχος δὲν μένει πάντα στὴν ξηρά, οὔτε στὴ θάλασσα· πηδάει μιά στὸ νερό, μιά στὸ βράχο. Ἔτσι εἶνε κι αὐτοί· καὶ στὴν ἐκκλησιὰ πᾶνε, καὶ τὴν ἀπιστία τὴν ἔχουν μέσ᾽ στὴν καρδιά τους.
3. Τρίτον. Πρώτη κατηγορία λοιπὸν οἱ ἄθεοι, δεύτερη οἱ δύσπιστοι Θωμᾶδες ποὺ πιστεύουν ἀλλὰ βάζουν κ᾽ ἕνα «ἐάν»· καὶ τέλος εἶνε οἱ πιστοί. Ὑπάρχουν πιστοί; Ὑπάρχουν. Ποῦ; ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα; Ἐὰν κατεβῇ ἄγγελος καὶ μᾶς κοσκινίσῃ, ἀμφιβάλλω ἐὰν σὲ ὅλη τὴν πατρίδα μας βρεθοῦν χίλιοι ἄνθρωποι νὰ πιστεύουν στὸ Θεό.
Ποῦ ὑπάρχουν πιστοί; Πήγαινε στὴ ῾Ρωσία. Στὸ Στάλινγκραντ, στὴ Μόσχα, στὴ Σιβηρία ὑπάρχουν ἁπλοϊκοί, φτωχοὶ ἐργάτες, ποὺ δουλεύουν στὰ κολχὸζ καὶ πιστεύουν στὸ Θεό· πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, λένε ὅλοι τὸ «Πάτερ ἡμῶν…» τὸ «Πιστεύω…» τὸ «Κύριε, ἐλέησον» καὶ προσεύχονται μὲ δάκρυα. Ἐδῶ δὲν ἔχουμε τὴν πίστι αὐτὴ στὸ Θεό.
* * *
Αὐτά, ἀδελφοί μου, εἶχα νὰ σᾶς πῶ σήμερα. Ὁ ἅγιος ποὺ ἑορτάζουμε τώρα εἶνε ξεχωριστός. Ποιό εἶνε τὸ ἰδίωμά του; Δὲν εἶνε ἐπιεικής, δὲν χωρατεύει· εἶνε φωτιὰ καὶ τσεκούρι.
Ἐμεῖς λοιπὸν οὔτε ἄπιστοι, οὔτε ἀμφιβάλλοντες, ἀλλὰ νὰ μένουμε πιστοί, κοντὰ στὸ Θεό. Πιστοί! Φράξτε τ᾽ αὐτιὰ στοὺς ἀθέους. Πῆγε κάποιος ἄπιστος καὶ ἄθεος –νὰ μὴν πῶ τὸ ὄνομά του– σ᾽ ἕνα χωριὸ καὶ τοῦ ἑτοίμασαν φαγητό. Πρὶν καθήσουν στὸ τραπέζι ὁ νοικοκύρης σηκώνεται ὄρθιος νὰ κάνῃ σταυρό. Γέλασε αὐτός· –Πιστεύεις ἀκόμα στὴν ἐποχή μας αὐτὰ ποὺ λέει ὁ δεσπότης; Τοῦ λέει ὁ νοικοκύρης· –Φύγε, δὲν σ᾽ ἀνέχομαι μέσ᾽ στὸ σπίτι! ἄθεο ἄνθρωπο δὲν δέχομαι… Ἄνθρωπος ποὺ δὲν κάνει σταυρό, ποὺ δὲν πιστεύει στὸ Θεό, εἶνε ἱκανὸς νὰ κάνῃ τὸ πιὸ μεγάλο κακό.
Κλεῖστε, ἀδελφοί μου, τ᾽ αὐτιά σας στοὺς ἀθέους καὶ ἀπίστους, μὴ δημιουργεῖτε σχέσεις μαζί τους, μείνετε πιστοὶ στὸ Θεό. Καὶ τότε ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας, ὁ ἀληθινός, ὁ πραγματικὸς Θεός, θὰ εἶνε μαζί μας, γιὰ νὰ εὐλογῇ τὰ σπίτια, τὰ χωράφια, τὴ γῆ, τὰ ποτάμια, ὅλο τὸν κόσμο. Χωρὶς τὸ Θεὸ δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε. Αὐτὸ νὰ τὸ πιστέψουμε ὅλοι. Νὰ ἔχουμε πίστι καὶ ἀφοσίωσι στὸ Θεό· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Προφήτου Ἠλία Μελίτης – Φλωρίνης τὴν Τετάρτη 20-7-1977 πρ., μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 27-5-2026.