
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ᾿ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. Τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος (:Καὶ ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς, γιὰ νὰ μὴν παρασυρθοῦν οἱ μαθητὲς Του ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸ τοῦ πλήθους ποὺ ἤθελε νὰ Τὸν ἀνακηρύξει βασιλιᾶ [μετὰ ἀπὸ τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων] τοὺς ἀνάγκασε νὰ εἰσέλθουν στὸ πλοῖο καὶ νὰ περάσουν πρὶν ἀπὸ Αὐτὸν στὸ ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης, ὡσότου Αὐτὸς διαλύσει τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ. Καὶ ἀφοῦ διέλυσε τὰ πλήθη, ἀνέβηκε στὸ ὄρος, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ μόνος καὶ ἀπερίσπαστος. Καὶ ὅταν ἄρχισε νὰ νυκτώνει, ἦταν μόνος Του ἐκεῖ. Τὸ πλοῖο ὅμως βρισκόταν πλέον στὸ μέσο τῆς λίμνης καὶ κλυδωνιζόταν πολὺ ἀπὸ τὰ κύματα, διότι ἦταν ἀντίθετος ὁ ἄνεμος)»[Ματθ. 14,22-27]·[ἑρμην. ἀπόδοση Παν. Τρεμπέλα].
Γιὰ ποιόν λόγο ἀνεβαίνει στὸ ὄρος; Γιὰ νὰ μᾶς διδάξει ὅτι εἶναι καλὸ πρᾶγμα ἡ ἐρημιὰ καὶ ἡ μόνωση ὅταν πρέπει νὰ ἐπικοινωνήσουμε μὲ τὸν Θεό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν βέβαια καταφεύγει συχνὰ στὶς ἐρήμους καὶ ἐκεῖ πολλὲς φορὲς διανυκτερεύει προσευχόμενος γιὰ νὰ μᾶς διδάξει νὰ ἐπιδιώκουμε τὴν ἀπόλυτη ἡσυχία κατὰ τὴν προσευχὴ καὶ ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ ἀπὸ τὸν τόπο· διότι ἡ ἔρημος εἶναι μητέρα τῆς ἡσυχίας καὶ τόπος γαλήνης καὶ λιμάνι ποὺ μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ κάθε θόρυβο.
Καὶ ὁ μὲν Ἰησοῦς γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ἀνέβαινε ἐκεῖ στὸ ὄρος, οἱ μαθητές Του ὅμως κλυδωνίζονται καὶ πάλι ἀπὸ τὴ θαλασσοταραχὴ καὶ ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν κακοκαιρία ὅπως καὶ σὲ κάποια προηγούμενη φορά [πρβλ. Ματθ. 8,23-27: «Καὶ ἐμβάντι αὐτῷ εἰς τὸ πλοῖον ἠκολούθησαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. καὶ ἰδοὺ σεισμὸς μέγας ἐγένετο ἐν τῇ θαλάσσῃ, ὥστε τὸ πλοῖον καλύπτεσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων· αὐτὸς δὲ ἐκάθευδε. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἤγειραν αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, σῶσον ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα. καὶ λέγει αὐτοῖς· τί δειλοὶ ἐστε, ὀλιγόπιστοι; τότε ἐγερθεὶς ἐπετίμησε τοῖς ἀνέμοις καὶ τῇ θαλάσσῃ, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη. οἱ δὲ ἄνθρωποι ἐθαύμασαν λέγοντες· ποταπὸς ἐστιν οὗτος, ὅτι καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ; (: Καὶ ὅταν μπῆκε στὸ πλοῖο, Τὸν ἀκολούθησαν οἱ δώδεκα μαθητές Του. Καὶ ἰδοὺ ἔγινε θύελλα ἰσχυρή, ἀναταραχὴ καὶ τρικυμία μεγάλη στὴ θάλασσα, ὥστε τὸ πλοῖο νὰ σκεπάζεται ἀπὸ τὰ κύματα. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως κοιμόταν. Καὶ προσῆλθαν ἔντρομοι οἱ μαθητὲς κοντά Του καὶ Τὸν ξύπνησαν λέγοντας· "Κύριε σῶσε μας, χανόμαστε". Καὶ λέγει πρὸς αὐτούς: "Ὦ ὀλιγόπιστοι, γιατί εἶστε τόσο δειλοί;" Τότε, ἀφοῦ σηκώθηκε ὄρθιος, διέταξε μὲ ἐξουσία καὶ αὐστηρότητα καὶ ἐπέπληξε τοὺς ἀνέμους καὶ τὴν θάλασσα καὶ ἀμέσως ἔγινε γαλήνη μεγάλη. Καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶδαν καὶ ἄκουσαν τὸ καταπληκτικὸ αὐτὸ γεγονός, θαύμασαν καὶ ἔλεγαν μὲ ἔκσταση· τί ἄνθρωπος εἶναι αὐτός, ἀφοῦ καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ θάλασσα ὑποτάσσονται σὲ αὐτόν;'')»].
Τότε ὅμως τὸ εἶχαν πάθει αὐτὸ ἔχοντας τὸν Ἰησοῦ μαζί τους μέσα στὸ πλοῖο, ἐνῶ τώρα ἦσαν τελείως μόνοι τους· διότι ἤρεμα καὶ σιγά - σιγά τοὺς εἰσάγει καὶ τοὺς καθοδηγεῖ στὰ μεγάλα πνευματικὰ θέματα καὶ στὸ νὰ ἀντιμετωπίζουν τὰ πάντα μὲ γενναιότητα. Καὶ ἀκριβῶς γιὰ τὸν λόγο αὐτόν, ὅταν συνέβῃ γιὰ πρώτη φορὰ νὰ κινδυνεύσουν, ἦταν μὲν παρών, ἀλλὰ ὅμως κοιμόταν, ὥστε ἀμέσως νὰ τοὺς προσφέρει τὴν βοήθειά Του. Τώρα ὅμως γιὰ νὰ τοὺς κάνει νὰ δείξουν μεγαλύτερη ὑπομονή, δὲν κάνει οὔτε αὐτό, ἀλλὰ φεύγει ἀπὸ κοντά τους καὶ ἐνῶ βρίσκονται στὸ μέσο τῆς θαλάσσης, ἐπιτρέπει νὰ σηκωθεῖ ἡ θαλασσοταραχή, ὥστε νὰ μὴν ἐλπίζουν ἀπὸ πουθενὰ νὰ σωθοῦν, καὶ ὅλη τὴ νύκτα τοὺς ἀφήνει νὰ θαλασσοδέρνονται, γιὰ νὰ διεγείρει, κατὰ τὴ γνώμη μου, τὴν καρδιά τους ποὺ ἦταν πνευματικῶς νεκρή, εὑρισκόμενη ἀκόμη σὲ νάρκη· διότι τέτοιος εἶναι ὁ φόβος τὸν ὁποῖο δημιουργεῖ ἡ θαλασσοταραχὴ μαζὶ μὲ τὴ νύκτα. Μαζὶ ὅμως μὲ τὴ σύγχυση στὴν ὁποία τοὺς ἄφησε γιὰ λίγο νὰ βρίσκονται, αὔξησε καὶ τὴν ἐπιθυμία τους ἀκόμη περισσότερο γιὰ τὸν Ἴδιο ποὺ καὶ ἄλλη φορά τοὺς εἶχε σώσει, καθὼς ἐπίσης καὶ νὰ Τὸν ἐνθυμοῦνται συνεχῶς.












