Εἶναι γνωστὸ στὴν Ἱστορία, ὅτι ὅποιος δὲν μαθαίνει ἀπὸ τὰ διδάγματα τοῦ
παρελθόντος θὰ ἐπαναλάβει τὰ ἴδια λάθη ἀκόμα καὶ χειρότερα στὸ μέλλον. Αὐτὸ
ἰσχύει ἀκόμα περισσότερο στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας: Ὅποιος δὲν διδάσκεται ἀπὸ τὴν
διδασκαλία τῶν Πατέρων καὶ τὸν τρόπο ποὺ ἀντιμετώπισαν τοὺς ἐχθρούς Της, αὐτὸς
θὰ ὑποπέσει σὲ μεγαλύτερη πλάνη καὶ αἵρεση ἀπ’ ὅτι οἱ προηγούμενοι αἱρετικοί.
Τρανταχτὸ παράδειγμα γιὰ τὰ παραπάνω ἀποτελοῦν οἱ Οἰκουμενιστές, οἱ ὁποῖοι
δὲν διδάχθηκαν τίποτα ἀπὸ τὶς φιλενωτικὲς προσπάθειες τοῦ παρελθόντος καὶ
προσπαθώντας νὰ τὶς μιμηθοῦν καὶ νὰ τὶς ξεπεράσουν, κατάντησαν παναιρετικοὶ καὶ
ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας.
Γιὰ νὰ γίνει κατανοητὴ αὐτὴ ἡ διαπίστωση θὰ συγκρίνουμε τοὺς φιλενωτικοὺς
τοῦ 13ου καὶ 14ου αἰῶνα μὲ τοὺς σημερινοὺς Οἰκουμενιστὲς
μὲ βάση δύο κείμενα: Τὴν πρόταση τοῦ Πάπα Γρηγορίου Ι’ στὸν Αὐτοκράτορα Μιχαὴλ
Η’ Παλαιολόγο καὶ μία φράση τοῦ γνωστοῦ ἀπὸ τοὺς διαλόγους του μὲ τὸν Ἅγ.
Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ καὶ ἀπὸ τὴν τελικὴ συνοδικὴ καταδίκη τοῦ Βαρλαὰμ τοῦ
Καλαβροῦ μισὸ περίπου αἰῶνα ἀργότερα1.
Ἡ ἀνακατάληψη τῆς Κωνσταντινούπολης στὶς 24 Ἰουλίου 1261 ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τῆς Νικαίας Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγο, στὴν προσπάθεια του νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τῶν μεγάλων προκατόχων του καὶ νὰ ἀποκαταστήσει τὰ ἐδάφη καὶ τὴν αἴγλη τῆς πάλαι ποτὲ ἔνδοξης αὐτοκρατορίας τῶν Ρωμαίων «Βυζαντινῶν», ἔφερε, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, μεγάλη χαρὰ στοὺς Ρωμιούς, ἀλλὰ καὶ μεγάλα προβλήματα. Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ οἰκονομικὰ βάρη ποὺ ἐπέφερε ἡ ἀποκατάσταση τῶν τρομερῶν ζημιῶν, ποὺ προκάλεσαν οἱ σταυροφόροι τῆς 4ης σταυροφορίας στὴν πόλη, ἡ ἀνακατάληψη αὐτὴ ἀπὸ τὴν μία μεριὰ ἐνέπλεξε πάλι τὴν αὐτοκρατορία ἄμεσα στὶς πολύπλοκες εὐρωπαϊκὲς ὑποθέσεις καὶ στοὺς κινδύνους, ποὺ αὐτὴ εἶχε ἀποφύγει, ὅσο τὸ κέντρο της ἦταν στὴν Νίκαια τῆς Μ. Ἀσίας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἀνακατάληψη αὐτὴ προκάλεσε τὴν ἀναμενόμενη ἐκδικητικὴ ὀργὴ τῶν Λατίνων ποὺ πίστευαν, ὅτι εἶχαν πιὰ ὑποτάξει τοὺς «σχισματικοὺς Γραικούς». Κατὰ τὴν γνώμη τους ἡ πόλη ἀνακαταλήφθηκε λόγῳ τῆς δολιότητας τοῦ ὑποτιθέμενου αὐτοκράτορα καὶ τῶν «γραικῶν» «qui Graecorum imperatorem vocari se facit… civitatem eandem, cum non posset illam violenter capere proditionaliter occupavit»2. Ἔτσι ἄρχισαν ἀμέσως μὲ προτροπὴ τοῦ Πάπα Οὐρβανοῦ Δ’ τὴν προετοιμασία γιὰ μία σταυροφορία ἐναντίον τῶν ὀρθοδόξων Ρωμαίων, τῆς ὁποίας ἡγέτης θὰ ἦταν ὁ Κάρολος ὁ Ἀνδεγαυός3.














