ΑΓΙΟΥ ΦΩΤΙΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
εἰσαγωγικὸ ἀπὸ entaksis: Στὸ πλαίσιο τῆς ποιμαντικῆς διακονίας καὶ τῆς μελέτης τῶν Πατερικῶν κειμένων, ἐρχόμαστε συχνά ἀντιμέτωποι μὲ χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ποὺ προκαλοῦν ἀπορίες ἢ ἀποτελοῦν ἀφορμὴ παρανοήσεων. Ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον παρεξηγημένα σημεῖα εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου: «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου, καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου;». Τὸ συγκεκριμένο χωρίο ἀποτελεῖ διαχρονικὰ προσφιλὲς ἐπιχείρημα τῶν πάσης φύσεως αἱρετικῶν, οἱ ὁποῖοι, στὴν προσπάθειά τους νὰ μειώσουν τὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἑρμηνεύουν τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ὡς δῆθεν περιφρόνηση ἢ ἀποκήρυξη τῆς Μητέρας Του. Ὁ Μέγας Φώτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μὲ τὸ βάθος τῆς ἑρμηνευτικῆς του δεινότητας, ἀναλαμβάνει νὰ διαλύσει κάθε σκιὰ σκανδάλου καὶ νὰ ἀποστομώσει τὶς κακόδοξες δοξασίες. Στὴν 45η ἐρώτησή του, ἀναλύει πῶς ὁ Χριστὸς ὄχι μόνο δὲν περιφρόνησε τὴ Θεοτόκο, ἀλλὰ ἀντιθέτως, ἀναδεικνύει τὴν πνευματικὴ συγγένεια ὡς τὴν ὑψίστη τιμή, μετατρέποντας τὴν ἀνθρώπινη σχέση σὲ οὐράνια δόξα. Μέσα ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου, κατανοοῦμε ὅτι ἡ φαινομενικὴ «ἐπιτίμηση» ἦταν στὴν πραγματικότητα μία ἀπάντηση στοὺς ἐμπαθεῖς Ἰουδαίους καὶ μία πρόκληση πρὸς ὅλους μας νὰ καταστοῦμε οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς τηρήσεως τοῦ θελήματός Του. Τὸ ἐπίμαχο ἐδάφιο (Ματθαῖον ιβ΄, 47-50): «εἶπε δέ τις αὐτῷ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἔξω ἑστήκασι ζητοῦντές σοι λαλῆσαι. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ εἴποντι αὐτῷ· τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου, καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου; καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔφη· ἰδοὺ ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου· ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφὸς καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν». |

ΕΡΩΤΗΣΗ 45η: Πώς πρέπει να εννοήσουμε το χωρίο, «ποια είναι η μητέρα μου και ποιοι οι αδελφοί μου;». Γιατί πολλοί αυτό το θεώρησαν αφορμή σκανδάλου.
Δεν είναι καθόλου θαυμαστό αν κάποιος, που δεν έχει σταθερή γνώμη, σκοντάφτει σε πράγματα στα οποία για τους πολλούς διαλάμπει η σωτηρία και η ωφέλεια. Θαυμαστό είναι το ότι και τους ηθελημένα τυφλούς ανέχεται το φορητό φως να φωτίζει το νού τους και να τους χειραγωγεί, και δεν τους κάνει ανίκανους να βλέπουν την αλήθεια. Γιατί και ο Κύριος και Σωτήρας μας έγινε γι’ αυτούς που χάνονται εμπόδιο και πέτρα σκανδάλου και πέτρα που δεν κρίθηκε κατάλληλη να μπει στο θεμέλιο ως αγκωνάρι, όχι ότι αυτός ήταν τέτοιος πραγματικά, αλλά οι πλανημένοι νόμιζαν πως ήταν τέτοιος. Και στο χωρίο αυτό λοιπόν δεν αρνείται τη μητέρα του, όπως θέλουν οι ασεβείς με την ασεβή γνώμη τους. Το «ποια είναι η μητέρα μου;» που είπε, δεν τον είπε τον λόγο αυτόν ο Σωτήρας γιατί περιφρονούσε τη μητέρα του. Αυτός δηλαδή που όταν ήταν παιδί ανώριμο ακόμα κατά τον φυσικό νόμο υπάκουε στη μητέρα του και παντού φύλαγε για τη μητέρα του τον πρώτο λόγο, πώς αυτός όταν ωρίμασε στην ηλικία θα ήταν δυνατό να δείχνει διαγωγή όχι σωστή και περιφρονητική; Δεν είναι λοιπόν τα λόγια αυτά ενός που απορρίπτει τη μητέρα του, μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά κάποιου που βλέπει αλλιώς τα πράγματα.
.jpg)



