Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδάμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδάμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ὁ πρῶτος καί ὁ δεύτερος Ἀδάμ

 



Ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα φωτισμένος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς παρουσιάζει γι’ ἄλλη μιά φορά τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Γράφοντας στούς Κορινθίους, μιλάει γιά δύοἀνθρώπους: «Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ. Οἷος ὁ χοϊκός, τοιοῦτοι καί οἱ χοϊκοί καί οἷος ὁ ἐπουράνιος, τοιοῦτοι καί οἱ ἐπουράνιοι· καί καθώς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καί τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου».

Πρῶτος ἄνθρωπος εἶναι ὁ Ἀδάμ, πού ἔπλασε ὁ Θεός «χοῦν λαβών ἀπό τῆς γῆς», γι’ αὐτό καί ὀνομάστηκε χοϊκός. Αὐτόν τὸν ἄνθρωπο τὸν ἔβαλε ὁ Θεός μέσα στὸν παράδεισο, ὅπου μποροῦσε νά συναναστρέφεται μέ τούς ἀγγέλους Του, νά Τόν δοξολογεῖ μαζί μ’ αὐτούς καί νά δέχεται τὶς θεῖες ἐλλάμψεις Του. Εἶχε, ὅμως, πάρει θεϊκή ἐντολή, νά μή φάει «ἀπό τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν», γιά νά μήν παραδοθεῖ στόν θάνατο. Ἀλλ’ αὐτός, παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔφαγε ἀπό τό δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Καί μόλις ἔφαγε, ἔχασε τήν ἀθωότητά του καί εἶδε τὴν γύμνωσή του. Ὕστερ’ ἀπ’ αὐτό στερήθηκε τ’ ἀγαθά τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν ἀποδοχή τῆς δόλιας προτροπῆς τοῦ φιδιοῦ, τυφλώθηκε ψυχικά καί δέν εἶχε πιά τήν δυνατότητα νά βλέπει τήν ἀνέκφραστη θεία δόξα. Ἔπεσε, βλέπετε, θύμα τῆς πλάνης τοῦ διαβόλου, φιλοδοξώντας νά γίνει Θεός! Ἀλλ’ ἀντί γι’ αὐτό, ἔχασε καί τά θεῖα δῶρα πού εἶχε. Ἔγινε φθαρτός καί θνητός καί ἄλογος, σάν τ΄ ἄλογα κτήνη, ὅπως λέει ὁ προφήτης Δαβίδ: «Παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς». Ἀπό τὴν θεόσδοτη δόξα καί τὴν ἀπόλαυση τῆς ἀθάνατης ζωῆς, γκρεμίστηκε στήν ἀτιμία καί στήν φθορά. Ἔχασε τόν ἀνεκτίμητο πνευματικό του πλοῦτο κι ἔγινε τραγικά καί ἀξιοθρήνητα φτωχός. Αὐτός εἶναι ὁ χοϊκός ἄνθρωπος, ὁ πρῶτος Ἀδάμ.

Μέσα στὰ πάντα καὶ ἔξω ἀπὸ ὅλα

                           Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας


        Ἐπιλεγμένα κείμενα Ἁγίου Ἀθανασίου

ΑΠΑΞ εἰς αἰσθητὰ πεσούσης τῆς διανοίας τῶν ἀνθρώπων͵ ὑπέβαλεν ἑαυτὸν διὰ σώματος φανῆναι ὁ Λόγος͵ ἵνα μετενέγκῃ εἰς ἑαυτὸν ὡς ἄνθρωπον τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰς αἰσθήσεις αὐτῶν εἰς ἑαυτὸν ἀποκλίνῃ καὶ λοιπὸν ἐκείνους ὡς ἄνθρωπον αὐτὸν ὁρῶντας͵ δι΄ ὧν ἐργάζεται ἔργων πείσῃ μὴ εἶναι ἑαυτὸν ἄνθρωπον μόνον͵ ἀλλὰ καὶ Θεὸν καὶ Θεοῦ ἀληθινοῦ Λόγον καὶ Σοφίαν. Τοῦτο δὲ καὶ ὁ Παῦλος βουλόμενος σημᾶναί φησιν· Ἐν ἀγάπῃ ἐρριζωμένοι καὶ τεθεμελιωμένοι͵ ἵνα ἐξισχύσητε καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ ὕψος καὶ βάθος͵ γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ἵνα πληρωθῆτε εἰς πᾶν τὸ πλήρωμα τοῦ Θεοῦ. Πανταχοῦ γὰρ τοῦ Λόγου ἑαυτὸν ἁπλώσαντος͵ καὶ ἄνω καὶ κάτω καὶ εἰς τὸ βάθος καὶ εἰς τὸ πλάτος – ἄνω μὲν εἰς τὴν κτίσιν͵ κάτω δὲ εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν͵ εἰς βάθος δὲ εἰς τὸν ᾅδην͵ εἰς πλάτος δὲ εἰς τὸν κόσμον – τὰ πάντα τῆς περὶ Θεοῦ γνώσεως πεπλήρωται. … 

Ὁ πρῶτος καί ὁ δεύτερος Ἀδάμ

 

Ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα φωτισμένος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς παρουσιάζει γι’ ἄλλη μιά φορά τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Γράφοντας στούς Κορινθίους, μιλάει γιά δύοἀνθρώπους: «Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ. Οἷος ὁ χοϊκός, τοιοῦτοι καί οἱ χοϊκοί καί οἷος ὁ ἐπουράνιος, τοιοῦτοι καί οἱ ἐπουράνιοι· καί καθώς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καί τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου».

Πρῶτος ἄνθρωπος εἶναι ὁ Ἀδάμ, πού ἔπλασε ὁ Θεός «χοῦν λαβών ἀπό τῆς γῆς», γι’ αὐτό καί ὀνομάστηκε χοϊκός. Αὐτόν τὸν ἄνθρωπο τὸν ἔβαλε ὁ Θεός μέσα στὸν παράδεισο, ὅπου μποροῦσε νά συναναστρέφεται μέ τούς ἀγγέλους Του, νά Τόν δοξολογεῖ μαζί μ’ αὐτούς καί νά δέχεται τὶς θεῖες ἐλλάμψεις Του. Εἶχε, ὅμως, πάρει θεϊκή ἐντολή, νά μή φάει «ἀπό τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν», γιά νά μήν παραδοθεῖ στόν θάνατο. Ἀλλ’ αὐτός, παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔφαγε ἀπό τό δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Καί μόλις ἔφαγε, ἔχασε τήν ἀθωότητά του καί εἶδε τὴν γύμνωσή του. Ὕστερ’ ἀπ’ αὐτό στερήθηκε τ’ ἀγαθά τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν ἀποδοχή τῆς δόλιας προτροπῆς τοῦ φιδιοῦ, τυφλώθηκε ψυχικά καί δέν εἶχε πιά τήν δυνατότητα νά βλέπει τήν ἀνέκφραστη θεία δόξα. Ἔπεσε, βλέπετε, θύμα τῆς πλάνης τοῦ διαβόλου, φιλοδοξώντας νά γίνει Θεός! Ἀλλ’ ἀντί γι’ αὐτό, ἔχασε καί τά θεῖα δῶρα πού εἶχε. Ἔγινε φθαρτός καί θνητός καί ἄλογος, σάν τ΄ ἄλογα κτήνη, ὅπως λέει ὁ προφήτης Δαβίδ: «Παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς». Ἀπό τὴν θεόσδοτη δόξα καί τὴν ἀπόλαυση τῆς ἀθάνατης ζωῆς, γκρεμίστηκε στήν ἀτιμία καί στήν φθορά. Ἔχασε τόν ἀνεκτίμητο πνευματικό του πλοῦτο κι ἔγινε τραγικά καί ἀξιοθρήνητα φτωχός. Αὐτός εἶναι ὁ χοϊκός ἄνθρωπος, ὁ πρῶτος Ἀδάμ.

Ὁ πρῶτος καί ὁ δεύτερος Ἀδάμ

 


Ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα φωτισμένος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς παρουσιάζει γι’ ἄλλη μιά φορά τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Γράφοντας στούς Κορινθίους, μιλάει γιά δύοἀνθρώπους: «Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ. Οἷος ὁ χοϊκός, τοιοῦτοι καί οἱ χοϊκοί καί οἷος ὁ ἐπουράνιος, τοιοῦτοι καί οἱ ἐπουράνιοι· καί καθώς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καί τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου».

Πρῶτος ἄνθρωπος εἶναι ὁ Ἀδάμ, πού ἔπλασε ὁ Θεός «χοῦν λαβών ἀπό τῆς γῆς», γι’ αὐτό καί ὀνομάστηκε χοϊκός. Αὐτόν τὸν ἄνθρωπο τὸν ἔβαλε ὁ Θεός μέσα στὸν παράδεισο, ὅπου μποροῦσε νά συναναστρέφεται μέ τούς ἀγγέλους Του, νά Τόν δοξολογεῖ μαζί μ’ αὐτούς καί νά δέχεται τὶς θεῖες ἐλλάμψεις Του. Εἶχε, ὅμως, πάρει θεϊκή ἐντολή, νά μή φάει «ἀπό τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν», γιά νά μήν παραδοθεῖ στόν θάνατο. Ἀλλ’ αὐτός, παραβαίνοντας τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔφαγε ἀπό τό δέντρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Καί μόλις ἔφαγε, ἔχασε τήν ἀθωότητά του καί εἶδε τὴν γύμνωσή του. Ὕστερ’ ἀπ’ αὐτό στερήθηκε τ’ ἀγαθά τοῦ Θεοῦ. Μέ τήν ἀποδοχή τῆς δόλιας προτροπῆς τοῦ φιδιοῦ, τυφλώθηκε ψυχικά καί δέν εἶχε πιά τήν δυνατότητα νά βλέπει τήν ἀνέκφραστη θεία δόξα. Ἔπεσε, βλέπετε, θύμα τῆς πλάνης τοῦ διαβόλου, φιλοδοξώντας νά γίνει Θεός! Ἀλλ’ ἀντί γι’ αὐτό, ἔχασε καί τά θεῖα δῶρα πού εἶχε. Ἔγινε φθαρτός καί θνητός καί ἄλογος, σάν τ΄ ἄλογα κτήνη, ὅπως λέει ὁ προφήτης Δαβίδ: «Παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς». Ἀπό τὴν θεόσδοτη δόξα καί τὴν ἀπόλαυση τῆς ἀθάνατης ζωῆς, γκρεμίστηκε στήν ἀτιμία καί στήν φθορά. Ἔχασε τόν ἀνεκτίμητο πνευματικό του πλοῦτο κι ἔγινε τραγικά καί ἀξιοθρήνητα φτωχός. Αὐτός εἶναι ὁ χοϊκός ἄνθρωπος, ὁ πρῶτος Ἀδάμ.

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος: Πλάση, παράβαση και εξορία του Αδάμ

I. Ο Κύριος καταδικάζει τον Αδάμ και την Εύα. II. Εξορία από τον Παράδεισο. Βυζαντινό μωσαϊκό στο Palatine Chapel στο Παλέρμο, 12ος αι.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, «Βίβλος των ηθικών»

1 Όσα λοιπόν έπρεπε ν’ απολογηθούμε και να ειπούμε προς εκείνους που αντιτίθενται σ’ εμάς και προς τις πικρές φλυαρίες τους, με τις όποιες παρασύρεται κάθε τι που θα προσπέσει σ’ αυτές, έστω κι αν είναι κάτι από τα πολυτιμότερα, είναι αρκετά και σύμφωνα με την ευόδωση που ο Λόγος πρόσφερε στον λόγο, ώστε η ευδρομία του λόγου και των ευστόχων βολίδων του να μη προέρχεται από εμάς, άλλα άνωθεν και από το σύμμαχο Πνεύμα, από το όποιο ευοδώνονται τα επιτεύγματα όλων.

Τώρα χρειάζεται, σταματώντας την διαφωνία μ’ εκείνους, να ιδούμε, να εξετάσομε και να σκεφθούμε ποια είναι αυτά που μας εχάρισε ο θεός, υπακούοντας στον θείο Παύλο, ποιος είναι ο πλούτος της αγαθότητός του προς εμάς, που μας εχάρισε από την αρχή της κτίσεως, ποια η πλάση μας και πώς παρεβήκαμε την εντολή που μας εδόθηκε άνωθεν και εξεπέσαμε από εκείνα τα αθάνατα αγαθά· ποιος είναι ο σημερινός βίος και ποιος είναι ο κόσμος αυτός, κάτω από τον όποιο και μετά τον όποιο το παν βλέπεται κινούμενο, και ποια είναι εκείνα που θα δεχθούν έπειτα εμάς τους προσκυνητές της Τριάδος.

 

2 Θ’ αρχίσω από εδώ, θέτοντας ως αρχή του λόγου τον Θεό.

α. Μερική φυσιολογία για την κτίση του κόσμου και την πλάση του Αδάμ.

Ο Θεός δεν έδωσε μόνο τον παράδεισο, όπως θα ενόμιζαν μερικοί, στους πρωτοπλάστους ευθύς εξ αρχής, ούτε εδημιούργησε άφθαρτον μόνον εκείνον, αλλά πολύ περισσότερο παρήγαγε πριν από εκείνον όλη την γη, αυτήν που κατοικούμε εμείς, και όλα όσα ευρίσκονται σ’ αυτήν, και όχι μόνον αυτά, αλλά και τον ουρανό και όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτόν σε πέντε ημέρες· κατά την έκτη ημέρα έπλασε τον Αδάμ και τον κατέστησε κύριο και βασιλέα όλης της ορατής κτίσεως.