(Ἡ μεταπτωτικὴ ὑπαρξιακὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸ καθεστὼς τῆς βίας τῆς ἀμετανοησίας)
Ὁ Ἀδὰμ ὑπέκυψε στὴν πίεση τῆς δαιμονικῆς βίας καὶ κράτησε τὰ πόδια του κολλημένα στὸ χῶρο τῆς ἀμετανοησίας.
Μιὰ προϋπόθεση γιὰ μιὰ τέτοια ἐμμονὴ ἦταν βέβαια καὶ ἡ βίαιη, μέσα σὲ μία μόνο στιγμή, ἀλλαγὴ τῆς ὑπαρξιακῆς του προοπτικῆς.
Μὲ τὴν προσδοκία τῆς ἄμεσης κατακτήσεως τῆς αὐτοθεΐας καὶ ἰσοθεΐας (“Καὶ ἔσεσθε ὡς Θεοί”), ποὺ τοῦ ὑπαγόρευσε ἡ δαιμονικὴ παρέμβαση, λαχτάρησε ὁ ἀδαμικὸς ἄνθρωπος μία πραγματικὰ ἰσόθεη ἀνύψωση τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἔτσι τὴ στιγμὴ ποὺ ἔχανε, μὲ τὴν πράξη τῆς παραβάσεως, ἀπὸ τὸ ὀπτικὸ πεδίο τῆς συνειδήσεώς του, τὴν “εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν”, τοῦ Θεοῦ, προσδοκοῦσε καὶ ἀνέμενε, μὲ σίγουρη αἰσιοδοξία, νὰ γεμίζει τὸ ὀπτικό του αὐτὸ πεδίο μὲ τὴν “ὑπερμεγέθη”, “θεοποιημένη” εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ του.
Καὶ πραγματικὰ ἔτσι ἔγινε! Τὴ θέση τοῦ Θεοῦ, τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, στὴν προπτωτικὴ ἀδαμικὴ συνείδηση, κατέλαβε ἡ προσωπικὴ εἰκόνα τοῦ αὐτουργοῦ, τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου.
Ναί! Ὁ ἄνθρωπος “μεταποιήθηκε”, μὲ τὴ συνεργία τῆς δαιμονικῆς βίας σὲ “Θεό”! Ὁ ὄφις εἶχε, ἀπὸ κάποια ἄλλη ἄποψη “δίκιο”. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε “Θεός”!
